Στο βιβλίο του «Ευπαλίνος ή ο αρχιτέκτων» ο Πολ Βαλερύ αναφέρει, μέσα από την αφήγηση του Φαίδρου, ο οποίος συνομιλεί με τον αρχιτέκτονα από τα Μέγαρα, ότι «στην πολιτεία τούτη, ανάμεσα στα κτίρια που τη γεμίζουν, άλλα είναι βουβά· άλλα μιλούν· κι άλλα, τέλος, τα πιο σπάνια, τραγουδούν. Δεν τα ζωντανεύουν σε τέτοιο σημείο ούτε ο προορισμός τους ούτε το γενικό τους σχέδιο· και πάλι δεν είναι αυτά τα πράγματα που τα καταδικάζουν στη σιωπή. Αυτό το χρωστούν μόνο στην ιδιοφυΐα του οικοδόμου των ή στην καλή προαίρεση των Μουσών».
Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, παραμένοντας στο μεταφορικό πλαίσιο του γνωστού διαλόγου, ότι μεταξύ αυτών που τραγουδούν (όσα, η πλειονότητα, παραμένουν βωβά δεν μας απασχολούν), άλλα συντονίζονται με τα υπόλοιπα μέρη της «αστικής συναυλίας» που είναι η πόλη (προσφέροντάς μας την απόλαυση ενός υπέροχου έργου) και άλλα, δυστυχώς τα περισσότερα (ανεξαρτήτως των ατομικών τους φωνητικών ικανοτήτων συχνά πολύ συζητήσιμων) είτε ξελαρυγγίζονται παραφωνώντας είτε τραγουδούν υπέροχα, ερμηνεύοντας όμως παρτιτούρες μιας άλλης συμφωνίας! Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι η κακοφωνία, που προφανώς πόρρω απέχει από το πραγματικό αντικείμενο ενός αρχιτεκτονικού έργου.
Ορθές σχέσεις με τον περίγυρο
Το νέο κτίριο γραφείων της εταιρείας Ελληνική Τεχνοδομική στην Αθήνα, το οποίο μελέτησαν οι γνωστοί αρχιτέκτονες Τάσος και Δημήτρης Μπίρης, ανήκει στην κατηγορία εκείνων που γνωρίζουν να ελέγχουν τις ικανότητές τους, δημιουργώντας ορθές σχέσεις με τον άμεσο περίγυρο και την ίδια την πόλη που τα φιλοξενεί.
Το κτίριο, λόγω της θέσης του οικοπέδου του, είναι ένθετο μεταξύ δύο άλλων κατασκευών (εκ των οποίων η ευώνυμη είναι, τουλάχιστον από τη σκοπιά της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, επιεικώς κάκιστη) και, ως εκ τούτου, η συνθετική αναζήτηση επικεντρώνεται υποχρεωτικά στην επίλυση της ελεύθερης, προς τον δρόμο, όψης του.
Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά σε ένα οικοδομικό σύστημα όπως το λεγόμενο «συνεχές», όπου το κτίριο, αν δεν είναι γωνιακό, έχει δύο όψεις τυφλές, ενώ η τρίτη κοιτάει στον «ακάλυπτο». Κατά συνέπεια, είναι σχεδόν φυσιολογικό η όποια ογκοπλαστική ή μορφοπλαστική επεξεργασία να εκφράζεται πρωτίστως στην όχι τυχαίως αποκαλούμενη κύρια όψη ή πρόσοψη.
Αυτή η συνθήκη, που ανακαλεί τα συμπαγή τμήματα της ιστορικής πόλης (ας αναλογιστούμε τα αναγεννησιακά μέγαρα ή κάποια νεοκλασικά κτίρια και τη σχέση που δημιουργούν με τον κοινοτικό χώρο, δρόμο ή πλατεία), αν σε μια πρώτη ματιά παρουσιάζεται ως περιοριστικό στοιχείο, μπορεί στα χέρια δεξιοτεχνών αρχιτεκτόνων να αποτελέσει το μεγάλο όπλο που θα επιτρέψει στο κτίριο «να τραγουδήσει».
Βεβαίως, στο συγκεκριμένο κτίριο γραφείων της οδού Ριανκούρ, το θέμα που απασχόλησε τους δύο αρχιτέκτονες δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην επίλυση της κεντρικής όψης της οικοδομής και αυτό φαίνεται στην επιτυχή αντιμετώπιση των υπολοίπων τμημάτων της , ωστόσο αποτελεί το στοιχείο που επιτρέπει στο αρχιτεκτόνημα να συνδιαλαγεί αμέσως με την πόλη και να (επι)κοινωνήσει, ακόμη και στον αφηρημένο περαστικό, τον ευρύτερο (συνθετικό, λειτουργικό, συμβολικό) χαρακτήρα του. Ο κατά βάσιν απλός όγκος του οικοδομήματος, μέσω της υπό γωνίαν υποχώρησης του κεντρικού τμήματός του (όλοι οι όροφοι, του τελευταίου εξαιρουμένου), αποκτά τη δυναμική ενός γεγλυμμένου στερεού, προσδίδοντας κάποια (φουτουριστικού χαρακτήρα) κίνηση στην όψη.
Φουτουριστικά στοιχεία
Οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία αυτής της «λοξής εσοχής», διατηρώντας ταυτόχρονα μέσω ενός «ημιτελούς» πλαισίου την παραλληλία με τον δρόμο (πράγμα που, αντικειμενικά, αποτελεί ένδειξη κριτικού σεβασμού προς την υπάρχουσα αστική μορφολογία), πρέπει να αναζητηθούν και σε λειτουργικές (ηλιασμός) και σε (ίσως κυρίως) συνθετικές επιλογές, που δημιουργούν ένα άκρως ενδιαφέρον γλυπτό οικοδόμημα.
Ετσι, εν αντιθέσει προς ό,τι συμβαίνει στα γνωστά «γυάλινα κουτιά», η εξωτερική επιφάνεια του κτιρίου, παρ’ όλο που πρόκειται ουσιαστικώς για ευφυή παραλλαγή του γνωστού υαλοπετάσματος, είναι τεθλασμένη και διαιρείται σε τρία άνισα τμήματα (το πρώτο αποτελεί το άθροισμα των υπολοίπων)· η διάταξη των τριών αυτών επιμέρους όψεων δημιουργεί έναν συγκεκριμένο ρυθμό αρμονικών χαράξεων, ο δε προσανατολισμός τους επιτρέπει τον ορθό κλιματισμό του οικοδομήματος και μια άριστη οργάνωση του εσωτερικού χώρου του.
Η γεωμετρικού χαρακτήρα λάξευση της όψης δημιουργεί ένα απλό, μινιμαλιστικού τύπου αλλά περίτεχνο κτίριο, που αφ’ ενός μεν ικανοποιεί απολύτως αισθητικές και λειτουργικές ανάγκες (απαντά δηλαδή με σαφή τρόπο στα ερωτήματα και ανταποκρίνεται πλήρως στις προϋποθέσεις που έθετε ο ίδιος ο σχεδιασμός του), αφ’ ετέρου δε αποτελεί απτή εναλλακτική, που καταφέρει συντριπτικό πλήγμα στα ψευδο-high tech κουτιά και στους τουρκομπαρόκ νεοπλουτισμούς της παρακείμενης λεωφόρου Κηφισίας. Καταδεικνύει, δηλαδή, ότι υπάρχει κάποιος άλλος δρόμος, προφανώς δύσκολος και εντέλει για ολίγους (για «οικοδόμους που σπούδασαν λατινικά» και όχι για «ημιαναλφάβητους (υπο)μηχανικούς της συμφοράς»), ο οποίος οδηγεί στην υπέρβαση των φονξιοναλιστικών ακροτήτων, δίχως να περνά υποχρεωτικά από το μορφοπλαστικό λούνα-παρκ του μετανεωτερισμού.
Το κτίριο της Ελληνικής Τεχνοδομικής, συνδυάζοντας τη λόγια μορφοπλαστική απλότητα με τα απαραίτητα αυθεντικά στοιχεία της τεχνολογικής εξέλιξης, αποτελεί εξαιρετικά υψηλής ποιότητας κατασκευή και συνάμα ακριβή διατύπωση ενός διαφορετικού λόγου, ο οποίος, «στην περίεργη περίοδο που διατρέχουμε», είναι άκρως απαραίτητος για τον ορθό προσανατολισμό του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.
Σε πολεμική αντιπαράθεση προς τη «μυστικοπάθεια» του αδιαπέραστου μέλανος ανακλαστικού υαλοπετάσματος, η επιλογή του φυσικού διαφανούς κρυστάλλου (ενός λησμονημένου στις μέρες μας υλικού) δημιουργεί μια ιδιότυπη αίσθηση διαφάνειας, η οποία αποτελεί ευτυχή λύση της γνωστής αντίθεσης μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού χώρου. Και η οποία, με μια ευρύτερη έννοια, αποκαλύπτει τις ίδιες τις προθέσεις του αρχιτέκτονα, που επιθυμεί να δείχνει το έργο του όπως είναι στην πραγματικότητα, επιθυμεί δηλαδή «να μην ψεύδεται· να μην παραπληροφορεί· να μην αποκρύπτει».
Η διάφανη αυτή όψη, όπως λέγει ο αρχιτέκτων και πανεπιστημιακός δάσκαλος κ. Τάσος Κ. Μπίρης, «σε συνδυασμό με μια άριστη, αλλά και πολύ λεπτή μηχανική ηλιοπροστασία, όπως εκείνη του κινητού εξωτερικού ρολού, ξανακάνει επιτέλους ορατή από την πόλη την ανθρώπινη φιγούρα τον χρήστη του κτιρίου. Μετατρέπει την όψη του αρχιτεκτονήματος από νεκρό όριο σε ζωντανό χώρο ανθρώπινης στάσης, κίνησης και δράσης. Εκφραστικό στοιχείο αυτής της ζωής και των μεταλλαγών της, που συντελούνται στο εσωτερικό του κτιρίου, είναι η συνεχώς διαφορετική εξωτερική του εικόνα κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθώς οι μεταλλικές περσίδες των ρολών περιστρέφονται. Παρακολουθούν αντίστροφα την κίνηση του ήλιου, σύμφωνα με τη βούληση και τις ανάγκες του χρήστη, και δημιουργούν στην όψη ένα συνεχές απρόβλεπτο παιχνίδι σκιάς και φωτός».
Παραπομπή στην εποχή του ’30
Η επιλογή των οικοδομικών υλικών είναι ευθέως ανάλογη εκείνης των μορφολογικών. Το φυσικό διαφανές κρύσταλλο, το άβαφο γαλβανισμένο μέταλλο, το λεγόμενο «ντελσίδικο» κονίαμα, το γυμνό μπετόν, είναι τα κύρια υλικά της κατασκευής και αφήνονται τρόπον τινά στην πρωτογενή φυσική τους κατάσταση, προσδίδοντας στο κτίριο μια εξίσου φυσική ή γήινη απόχρωση, που ενισχύει τον ήπιο χαρακτήρα του και τη διακριτική που όμως δεν περνά απαρατήρητη παρουσία του στην πόλη. Με αποτέλεσμα, τη δημιουργία μιας, αν μου επιτρέπεται ο όρος, μοντέρνας μνημειακότητας· εκείνης της μνημειακότητας που αποτελεί εξάλλου εγγενή ιδιότητα της αρχιτεκτονικής και την κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινότοπα προϊόντα τής εν σειρά οικοδομικής παραγωγής.
Ολα αυτά παραπέμπουν συνειδητά σε μια σημαντική στιγμή της αρχιτεκτονικής αναζήτησης του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος μας, διότι, όπως σημειώνει ο κ. Τάσος Κ. Μπίρης, «ξαναφέρνουν στον νου ένα δρόμο τον οποίο ίσως αφήσαμε πολύ γρήγορα, προτού καλά καλά τον διαβούμε, όταν ανάλογες αρχές για την αρχιτεκτονική πρωτοδιατυπώθηκαν την εποχή του ’30, για να ξεχαστούν ή να παραποιηθούν λίγο μετά, χωρίς περίσκεψη».
Ολες οι επιλογές, μορφοπλαστικές και κατασκευαστικές, είναι καλά αιτιολογημένες και η αποφυγή περιττών στοιχείων ενισχύει τον αφαιρετικό – μινιμαλιστικό, συνεπώς ουσιώδη, χαρακτήρα του έργου. Ακόμη και η μορφή που ορισμένα ειδικά στοιχεία αποδίδουν στο στέγαστρο της κεντρικής εισόδου, το οποίο σε μια πρώτη βιαστική ματιά μού φάνηκε υπερβολικά «τεχνολογικό», οφείλεται σε στατικούς υπολογισμούς, αφού, όπως τονίζει ο έτερος των αρχιτεκτόνων, πανεπιστημιακός δάσκαλος και αυτός, κ. Δημήτρης Κ. Μπίρης, «η ιδιόμορφη δικτυωματική ανάρτηση του στεγάστρου τού επιτρέπει ταυτόχρονα να αντιστέκεται και στις προς τα πάνω ωστικές δυνάμεις του ανέμου». Ενα κτίριο, εν κατακλείδι, που έχει και σημαντική (κύρια) όψη και ενδιαφέρουσα (σχεδιαστική) άποψη και που ασφαλώς αξίζει τον κόπο να επισκεφθείτε. Αν δεν κατορθώσετε να εξερευνήσετε το εσωτερικό του, η προσεκτική θεωρία της καλοδουλεμένης όψης του σίγουρα θα σας ανταμείψει.
Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ
Τίτλος: Νέα γραφεία Ελληνικής Τεχνοδομικής
Συντελεστές
Κατασκευαστής: Ελληνική Τεχνοδομική ΑΕ
Αρχιτέκτονες σύμβουλοι: Τάσος Μπίρης, Δημήτρης Μπίρης
Αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων: Αρτεμις Αννίνου
Πολιτικός μηχανικός: Σταμάτης Σταθόπουλος
Μηχανολόγος: ΤΕΑΜ Μ-Η ΕΠΕ
Συντονιστής εκτέλεσης: Ιωάννης Μπαδογιαννάκης
Εργοταξιάρχης: Γιώργος Βρεττός
Υπεύθυνος Η-Μ: Περικλής Ιατρού Εξοχική κατοικία στην Αίγινα
Το μικρό οικοδομικό συγκρότημα που σχεδίασε και υλοποίησε πρόσφατα ο γνωστός σε όλους αρχιτέκτων κ. Δημήτρης Α. Φατούρος βρίσκεται στην Αίγινα. Ευθύς εξ αρχής, επισκεπτόμενοι τον χώρο του νεόδμητου οικήματος, καθίσταται εμφανής η επιθυμία δημιουργίας σαφών, «υλικών», θα έλεγα, σχέσεων με το πνεύμα του τόπου, το οποίο εν προκειμένω εμφανίζεται μέσω του φυσικού τοπίου με την υπέροχη θέα τής γύρω περιοχής και με τις προϋπάρχουσες κατασκευές κυρίως ένα μικρό σπίτι, το οποίο, με διάθεση που ανακαλεί τη «ρομαντική» σκέψη του 18ου αιώνα, αντιμετωπίζεται ως «ερείπιο», με το οποίο η νέα αρχιτεκτονική επέμβαση καλείται να αναμετρηθεί.
Ως εκ τούτου, το ορθογώνιο πέτρινο ερειπωμένο κτίσμα προκρίνεται σε συνθετική αναφορά του νέου σχεδιασμού, καθίσταται δηλαδή κέντρο της νέας συνθετικής επεξεργασίας, αναπόσπαστο τμήμα ως αποκατεστημένο θραύσμα του οικιστικού συνόλου. Ωστόσο, η ενσωμάτωση του ερειπίου δεν πραγματοποιείται (όπως ίσως θα ήταν αναμενόμενο) μέσω της απόκρυψής του· μάλιστα, προς άρση πιθανών «παρεξηγήσεων», αποφεύγεται κάθε φυσική (υλική) συνέχεια μεταξύ των δύο οικοδομικών όγκων που διαμορφώνονται.
Το παλαιό και το νέο λοιπόν χωροθετούνται εν παρατάξει και η αρμονική συνύπαρξή τους σε ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο επιτυγχάνεται με την υιοθέτηση τριών, κυρίως, συνθετικών αρχών: δημιουργείται ένα ελάχιστο πλην σαφές, ευδιάκριτο κενό, ένα μεσοδιάστημα μεταξύ ερειπίου και νέας οικοδομής (εικαστική ασυνέχεια)· η προϋπάρχουσα κατασκευή παραμένει αυτοτελής και αναγνωρίσιμη, ισάξιος πρωταγωνιστής της νέας αρχιτεκτονικής δραματουργίας· το νέο κτίριο, αν και (παρ)ακολουθεί το συνθετικό πνεύμα της απλής ανώνυμης κατασκευής, θεωρούμενο υπό το πρίσμα της μορφοπλασίας και των υφολογικών επιλογών, διαφέρει εντελώς από αυτήν, παρακάμπτοντας τις ελλοχεύουσες γλωσσολογικές επικαλύψεις, από τις οποίες εύκολα θα παρασύρονταν ένα αδέξιο ή άπειρο χέρι: προφανώς, αυτή δεν είναι η περίπτωση ενός δεξιοτέχνη, όπως ο Δημήτρης Φατούρος.
Το φως υλικό της σύνθεσης
Το ερειπωμένο κτίσμα, βασιλικής κάτοψης (δηλαδή σχήματος ορθογωνίου παραλληλογράμμου), διέσωζε τους δύο ελάσσονες τοίχους με τα παράθυρά τους, ενώ οι υπόλοιποι ήταν διατηρημένοι περίπου σε ύψος ολίγον περισσότερον του μέτρου. Η αποκατάστασή τους έγινε αφήνοντας τη λίθινη τοιχοποιία εμφανή, εν αντιθέσει προς τη νέα οικοδομή, η οποία «επενδύθηκε» με λείο χρωματισμένο επίχρισμα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στη σκληρή λίθινη επιφάνεια του αποκατασταθέντος ερειπίου το δυνατό αιγινήτικο φως μετουσιώνεται σε συστατικό υλικό της σύνθεσης, ενώ στη στιλπνή ρόδινη του νέου κτιρίου (χρωματική αναφορά στην τοπική κατασκευαστική παράδοση) συνεπικουρεί τους καλοδουλεμένους όγκους στη δημιουργία εκείνου του σοφού «τεχνάσματος» των φωτοσκιάσεων, του γνωστού «κιαροσκούρο», που σηματοδοτεί τα καλύτερα απλά πλην εύλαλα αρχιτεκτονικά έργα.
Ολοκληρώνει τα επί μέρους στοιχεία σε σύστημα μια τέταρτη συνθετική αρχή, η οποία συνίσταται πρωταρχικώς στη δημιουργία αλληλένδετων σχέσεων μεταξύ κτισμένου – άκτιστου, κενού – πλήρους, στεγασμένου – υπαίθριου· και ασφαλώς στη νομίζω ιδιαίτερα αγαπητή στον Φατούρο δημιουργία κυκλώματος (συνέπεια, εξάλλου, των προηγουμένων) μεταξύ στάσεων και διαδρομών. Επίσης, όπως σημειώνει ο ίδιος ο αρχιτέκτων, «οι άγριοι πέτρινοι τοίχοι που διαμορφώνουν τον υπαίθριο χώρο αποτελούν υπενθύμιση και αναφορά στο ερείπιο, ενώ οι τρεις τετράγωνοι κίονες που σημειώνουν την κίνηση της εισόδου βρίσκονται σε μικρή απόσταση από το ερείπιο, αλλά προβάλλονται πάνω σε αυτό και επαναφέρουν το λείο, καθαρό, ορθογωνικό θέμα, είναι το rappel της ζωγραφικής».
Οι τρεις μεταφυσικού χαρακτήρα κίονες συνεργάζονται με τους υπόλοιπους οικοδομικούς όγκους και δημιουργούν την είσοδο της κατοικίας, ορίζοντας ταυτοχρόνως το ένα εκ των δύο βασικών αιθρίων που υπάρχουν στη σύνθεση. Επίσης, στο πλαίσιο του συνολικού πνεύματος που διαφαίνεται στην αντιμετώπιση τόσο ογκοπλαστικών όσο και υφολογικών – γλωσσολογικών ζητημάτων, παραπέμπουν στην ποιητική γραφή ενός των σπουδαιοτέρων αρχιτεκτόνων της εποχής μας, δηλαδή συνομιλούν με το ευρύτερο έργο του μεξικανού δασκάλου Λουίς Μπαραγκάν (Γουαδαλαχάρα 1902-1989, βραβείο Πρίτσκερ 1980). Αποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ότι η καλή αρχιτεκτονική γνωρίζει να μορφώνεται και να συγκροτείται «πέρα από χρόνους, πέρα από τόπους».
Δίχως να το αντιληφθούμε, ολοκληρώνουμε σχεδόν έναν αληθινό περίπλου της λιτής και (ως εκ τούτου) καλλίγραμμης εξοχικής κατοικίας και παρά ταύτα δεν έχουμε ακόμη βρεθεί στον ιδεατό πυρήνα της αρχιτεκτονικής πρότασης. Και να που το τέλος των διαδρομών θα μας φέρει σε έναν φιλόξενο χώρο, τον οποίο ορίζουν η πίσω πλευρά του ερειπίου, οι δύο «εσωστρεφείς» όψεις τού σχήματος Γ νέου οικοδομήματος και το απέραντο πράσινο-γαλάζιο του φυσικού τοπίου. Πρόκειται ασφαλώς για το δεύτερο αίθριο (φυσική προέκταση και προβολή του εσωτερικού καθιστικού), το οποίο επιστεγάζεται από ένα πολύ μεγάλο πεύκο, «ευτυχία της αποκάλυψης του ακίνητου χρόνου», θα το πει ο κ. Φατούρος.
Μια εξαίρετη φιγούρα
Θεωρώ άκρως συνεπή και θα έλεγα φυσιολογική την επιλογή του Φατούρου να επανεπεξεργασθεί και να επαναπροτείνει μια ισχυρή αρχιτεκτονική μορφή της ιστορίας, μια εξαίρετη φιγούρα όπως ο πύργος, που μεταγεγραμμένος στις σημερινές, συγκεκριμένες συνθήκες (τοπικές, λειτουργικές), διεκδικεί την ισότιμη παρουσία του για να ενθυμηθούμε και τον δάσκαλο Παλλάντιο ως τεχνητή φύση στο πλευρό της φυσικής φύσης.
Ενας πύργος λοιπόν που είναι απόσπασμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής σύλληψης ή, αν προτιμάτε, συνθετικής ιδέας, ο οποίος εκδιπλώνει τη σχεδιαστική του αφήγηση μέσω λιτών, αυστηρών πλην «σχολιασμένων» όγκων που φέρουν, ως στερεομετρική επίστεψη του κτιρίου, τον κύριο χώρο κατοικίας, εγγεγραμμένο σε μια περιμετρική «τυφλή» στοά.
Οι σιωπηλές κατακόρυφες επιφάνειες του πύργου αλλάζουν διαρκώς περίβλημα, ακολουθώντας τον ρυθμό του φωτός (που υπαγορεύουν οι εκάστοτε διαθέσεις του καιρού), ενώ τα υψηλά ορθογώνια ανοίγματα, τα μικρά κατακόρυφα παραλληλεπίδα εξώστες, προσθήκες, πτυχώσεις και οι δύο αντηρίδες στη νοτιοανατολική πλευρά, υπογραμμίζουν περαιτέρω τον επικό χαρακτήρα της κατασκευής.
Η επίπεδη στέγη του ερειπίου διαμορφώνεται σε υπαίθριο καθιστικό, μια μικρή «αγορά», όπου ο ιδιοκτήτης και οι φίλοι του, κάτω από τον έναστρο θερινό ουρανό της Αίγινας, θα μπορούν ευχάριστα να οργανώνουν κάθε νέα disputatio. Εχοντας ως φόντο ή σταθερή σκηνή της δράσης μια λιτή και αυστηρή, όμως τόσο τρυφερή και οικεία αρχιτεκτονική, η οποία αποτελεί ένα από «τα πολλά πρόσωπα της καθημερινής συμβίωσης και της διάρκειας σε συνεχή διάλογο».
Ο δρ Κωνσταντίνος Πατέστος είναι αρχιτέκτων, αναπληρωτής καθηγητής Αρχιτεκτονικών και Αστικών Συνθέσεων στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου του Τουρίνου.



