” Το καλό δεν πουλάει εισιτήρια ”



«Γιαααα – χουυυυ! Επιστρέφω αμέσως!». Με το που το λέει ο Μπρους Γουίλις εξαφανίζεται προσθέτοντας δέκα ακόμη λεπτά στα σαράντα προηγούμενα της καθυστέρησής του. Ο υπογράφων νιώθει εκνευρισμένος ενώ βλέπει ότι η ώρα περνά και κάθεται άπραγος σε κάποια σουίτα του ξενοδοχείου «Adlon» στο Βερολίνο. Γιατί οι ταχύτατοι ρυθμοί των κινηματογραφικών φεστιβάλ απαγορεύουν τέτοιου είδους πολυτέλειες καθυστερήσεων, ακόμη και από σταρ του μεγέθους ενός Γουίλις. Το μόνο που έχω προλάβει να κάνω είναι να τον δω με την άκρη του ματιού μου: φορά στενό τζιν παντελόνι, καφέ καστόρινες μπότες των οποίων τα τακούνια «στριγκλίζουν» και ένα μάλλινο γκρι πουλόβερ με V στον λαιμό. Εκπέμπει την εικόνα ενός ανθρώπου που αρέσκεται να αισθάνεται χαλαρός. Ή «cool», μια έκφραση που χρησιμοποιεί αρκετά.


Δημοφιλέστερος αστέρας


Επίσης, όπως σύντομα μου δίνει να καταλάβω όταν – επιτέλους – κάθεται στο τραπέζι, ο Μπρους Γουίλις είναι ένας πολύ πιο σκεπτόμενος άνθρωπος απ’ όσο νόμιζα (και πολλοί σαν εμένα) κρίνοντας από την «ανάγκη» του να αυτοδιαφημίζεται ως ο πιο πιστός Ρεπουμπλικανός της Αμερικής. Αναφερόμενος στην τουρνέ του στο Ιράκ, όπου εν καιρώ πολέμου τραγούδησε για τους συμπατριώτες του πολεμιστές, ο Γουίλις είπε ότι επισκέφθηκε τη χώρα για να δει με τα μάτια του τι ισχύει και τι όχι από αυτά που άκουγε στις ειδήσεις, τις οποίες πλέον δεν εμπιστεύεται καθόλου. «Εχω φθάσει στο σημείο να αρνούμαι να παρακολουθώ ειδήσεις στην τηλεόραση» είπε χαρακτηριστικά. «Στη χώρα μου οι ειδήσεις παίζουν τόσο έντονα το παιχνίδι του σκληρού ανταγωνισμού που καταλήγουν ανυπόφορα λαϊκίστικες ποντάροντας αποκλειστικά στον εντυπωσιασμό. Οι τηλεοπτικές ειδήσεις είναι πλέον μια διαρκής ανακύκλωση του τρόμου – θέλουν να σε κρατούν ξύπνιο όλη νύχτα από τον φόβο. Σπανίως βλέπεις καλά πράγματα να συμβαίνουν στον κόσμο και, ενώ όντως συμβαίνουν, δεν περνούν καν από το μυαλό σου. Γιατί το καλό δεν πουλάει εισιτήρια. Ο εντυπωσιασμός πουλάει. Οσο περισσότερο αίμα προσφέρεις τόσο πιο επιτυχημένος είσαι!».


H αλήθεια είναι ότι ο Μπρους Γουίλις ως ηθοποιός δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στην Αμερική και κάπως έτσι φθάνουμε στον έναν από τους δύο λόγους που τον έφεραν για μία ακόμη φορά στη Γερμανία. Μία μόλις ημέρα πριν από την έναρξη του φεστιβάλ, την περασμένη Τρίτη, δόθηκαν για 14η φορά στην ιστορία τους τα βραβεία Golden Kamera (Χρυσή Κάμερα) για τα οποία ψηφίζουν οι αναγνώστες και η συντακτική ομάδα τού υψηλής κυκλοφορίας εβδομαδιαίου περιοδικού «Hoerzu». Χειροκροτούμενος από ορθίους ο Μπρους Γουίλις παρέλαβε τη Χρυσή Κάμερα ως δημοφιλέστερος αστέρας του κινηματογράφου για την περασμένη χρονιά, ενώ η Γκόλντι Χόουν ανακηρύχθηκε δημοφιλέστερη γυναίκα. H επαφή του ηθοποιού με τη Γερμανία ξεκινά αρκετά χρόνια πίσω γιατί σε αυτή τη χώρα ο Μπρους Γουίλις γεννήθηκε. «Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός. Εδώ γνώρισε τη μητέρα μου, με γέννησαν και όταν ήμουν δύο χρόνων έφυγαν για τη χώρα τους. Περιέργως, αν και δεν θυμάμαι τίποτε από εκείνη την εποχή, ανέκαθεν μου άρεσε να έρχομαι στη Γερμανία. Είναι παράξενο αλλά νιώθω ότι εδώ με αγαπούν περισσότερο απ’ ό,τι στην ίδια τη χώρα μου. Τουλάχιστον εδώ μου δίνουν και κανένα βραβείο».


H δουλειά του παραγωγού


H βράβευση με τη Χρυσή Κάμερα ήταν ο ένας λόγος για την πρόσφατη επίσκεψή του στο Βερολίνο. Ο άλλος ήταν η προώθηση της τελευταίας ταινίας του «Ομηρος» («Hostage»), όπου ο Γουίλις υποδύεται έναν πρώην διαπραγματευτή ομήρων που εξαιτίας ενός λάθους αποφάσισε να παροπλίσει τον εαυτό του σε μια κωμόπολη, όπου σύντομα αναλαμβάνει ξανά τα παλιά καθήκοντά του εφόσον η κόρη του έχει πέσει θύμα απαγωγής (την υποδύεται η πραγματική κόρη του ηθοποιού, Ράμερ). Ο Γουίλις δεν είναι μόνο ο σταρ αλλά και ο παραγωγός της ταινίας, η οποία σκηνοθετήθηκε από τον Γάλλο Φλοράν Σιρί στην πρώτη απόπειρά του με αγγλόφωνο έργο.


«Μη νομίζετε ότι η δουλειά ενός παραγωγού είναι και τόσο δύσκολη. Απαξ και έχεις τον τρόπο να συγκεντρώσεις τα χρήματα για μια ταινία στην οποία πιστεύεις, τα χέρια σου λύνονται. Το μόνο που ουσιαστικά έκανα ήταν να “τσιμπήσω” τα δικαιώματα του μπεστ σέλερ βιβλίου του Ρόμπερτ Κρέις πριν από τους άλλους. Από εκεί και μετά όλα βρήκαν τον δρόμο τους. Βέβαια μας πήρε αρκετό χρόνο ώσπου να γίνει η διασκευή του σεναρίου. Την τελευταία ώρα το στούντιο αποφάσισε να κάνει αλλαγές στο σενάριο κτλ. Αυτά τα πράγματα γίνονται στη δουλειά μας».


H επιστροφή τού action hero


Του θυμίζω την περίφημη δήλωση που είχε κάνει πριν από αρκετά χρόνια σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι εγκατέλειπε μια και καλή τα action movies. Πώς και δεν την τήρησε; «Αυτό που είχα πει είναι ότι ήθελα να κάνω ένα διάλειμμα» απαντά αμέσως. «Είχα κουρασθεί να παίζω τον “Πολύ σκληρό για να πεθάνει” ο οποίος “γεννήθηκε” την ίδια χρονιά με το “Φονικό όπλο” του Μελ Γκίμπσον διαμορφώνοντας ριζικά αυτό που αποκαλούμε “ταινίες περιπέτειας”. Στην αρχή τα σενάρια ήταν εντάξει: αρκετά έξυπνα, “ψαγμένα”. Οταν όμως οι απομιμήσεις ακολουθούσαν η μία μετά την άλλη, το είδος φάνηκε ότι κουράζεται με ηλίθια σενάρια. Προσωπικά είχα αρχίσει να κουράζομαι τρέχοντας στους δρόμους με ένα όπλο στο χέρι. Αποφάσισα να κάνω πίσω ελπίζοντας ότι το είδος κάποια στιγμή θα ξαναβρεί τη χαμένη ταυτότητά του ή θα εφευρεθεί εκ νέου».


Είναι δύσκολο ως παραγωγός να συνδυάζει την ποιότητα με την εμπορικότητα; «H δουλειά τόσο του ηθοποιού όσο και του παραγωγού δεν έχει σχέση με τη μελλοντική απήχηση της ταινίας. Αυτή είναι δουλειά του στούντιο. Αυτό που απασχολεί τους κινηματογραφιστές είναι η αφήγηση μιας καλής ψυχαγωγικής ιστορίας. Το πώς θα πουληθεί αυτή η ιστορία είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο».


Οι κεραίες των θεατών


Ωστόσο η καριέρα του ως αστυνομικού Τζον Μακ Λέιν των ταινιών «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» δεν έχει κλείσει ακόμη. Φαίνεται ότι ο Γουίλις πιστεύει πως τα action movies ξαναβρήκαν τη χαμένη, παλιά τους ταυτότητα, γι’ αυτό και ένα από τα νέα σχέδιά του είναι μια τέταρτη ταινία «Die Hard», το «Die Hard 4.0», για το οποίο έχει δεσμευθεί από την 20th Century Fox να μην πει άλλη λέξη πλην από το ότι ο Μακ Λέιν είναι πια συνταξιοδοτημένος. «Δεν έχει αλλάξει και πολύ όμως γιατί, σε αντίθεση με τον ρόλο των “κακών” στις ταινίες, ο ρόλος των θετικών ηρώων δύσκολα μπορεί να διαφοροποιηθεί γιατί πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένους κώδικες. Πάντως η δουλειά των κινηματογραφιστών έχει γίνει πολύ πιο δύσκολη στις ημέρες μας γιατί το κοινό πλέον είναι πολύ πιο απαιτητικό αλλά και πολύ πιο έξυπνο απ’ ό,τι ήταν παλαιότερα. Ταινίες όπως η “Εκτη αίσθηση” έχουν ευαισθητοποιήσει τις κεραίες των θεατών που δεν είναι πια διατεθειμένοι να τρώνε κουτόχορτο».


H ταινία «Hostage» θα προβληθεί στην Ελλάδα εντός των προσεχών μηνών.