” Της μόδας δεν μπορεί να είμαι… ”







Τι σηματοδοτεί σήμερα η Μαρία Φαραντούρη για ένα νέο παιδί; Τι γνωρίζει για αυτή την ερμηνεύτρια που καταγίνεται 40 και κάτι χρόνια με το ποιοτικό τραγούδι; Δεν την ακούει στο ραδιόφωνο, δεν τη βλέπει στην τηλεόραση, ούτε στις μαρκίζες των κέντρων. Την ξέρει σαν όνομα, αλλά δεν την ξέρει ως περιεχόμενο. Και οι άλλοι; Οι μεγαλύτεροι; Που τη σέβονται και την εκτιμούν για τη στάση της, την αγαπάνε κιόλας; H Φαραντούρη δεν έχει αυταπάτες. «Ανήκουμε σ’ έναν άλλον πολιτισμό» θα πει. «Ο καθένας βρίσκει τον αποδέκτη του. Εχω βρει κι εγώ τον δικό μου: ένα κοινό που σκέπτεται».


Ο δρόμος ξεκινάει από μακριά. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Κορίτσι στα 15, γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη. Ηταν καθοριστικό. Είναι η μακροβιότερη σχέση της. Ολα τα τραγουδιστικά της χρόνια τα μοιράστηκε μαζί του και ενώ τα τελευταία 20 έχει τυπικά αποδεσμευτεί, κάνει δουλειές που έχουν την προσωπική της σφραγίδα, παράλληλα υπάρχει πάντα ο Μίκης. Σε συναυλίες, σε δίσκους, σε συναναστροφές, σε αναμνήσεις. Εύκολη «συμβίωση»; «Τον θυμάμαι 37 ετών, ένα ξωτικό, με μια ακτινοβολία που σε καθήλωνε. Πάντα προέκυπταν διαφωνίες. Υπήρχε όμως ένας μεγάλος “έρωτας”, και τι εννοώ: από μικρό παιδί με είχε μαγέψει, όπως και όλους γύρω του. Ενέπνεε. Εδινε ιδέες, είχε άποψη, κι έκανε αγώνα για να την επιβάλει. Είχα την ευτυχία να ζήσω κοντά του. Ημουν πολύ ανεκτική ακόμα και στις δυσκολίες γιατί ήξερα πως αξίζει να αφιερωθείς σε έναν τέτοιο άνθρωπο. Πού αλλού να πας; Ηταν δύσκολα και πολύ γοητευτικά τα χρόνια κοντά του. Σαν δάσκαλος λειτούργησε. H σχέση μας ήταν σχέση κόρης – πατέρα. Εφευγα κάποιες στιγμές, είχα ανάγκη να δραπετεύσω από τη γονική σχέση. Πήγα στον Χατζιδάκι, στην Καραΐνδρου. Ο Μίκης συμφωνούσε…».


Μαζί σε μεγάλες συναυλίες στο εξωτερικό, την περίοδο της χούντας, στην Ελλάδα μετά. H Φαραντούρη σημαίνει, ακόμα, πολλά για τους ξένους. Είναι σταρ. Ζητούμενο πρόσωπο συνεχώς. Οταν τελείωσε η χούντα, θα μπορούσαν να έχουν τελειώσει και εκείνοι, έξω. Εχει συμβεί σε καλλιτέχνες που εξέφρασαν πολιτικές θέσεις μέσα από την τέχνη τους. Ο Μίκης και η Μαρία δημιούργησαν μια παράδοση στους ξένους. «Θα είχαμε τελειώσει αν το τραγούδι μας ήταν μόνο τρέχον πολιτικό και όχι ουσιαστικό» λέει. Τη συναντήσαμε στο ενδιάμεσο ταξιδιών. Να ζει δύο πραγματικότητες: την απόλυτη αποδοχή στο εξωτερικό, αλλά όχι κάτι αντίστοιχο στην Ελλάδα. Δεν παραπονείται. Δεν κατηγορεί. Αξιολογεί: «Εγώ παίζω τον ρόλο του εαυτού μου. Κάνω αυτό που αισθάνομαι. Οι καλλιτέχνες ζούνε πια όλοι με το “εγώ” τους. Προσωπικά ζω με ό,τι πάντα αγαπούσα: το ωραίο τραγούδι. Πότε με απομονώνει η εποχή, πότε ενδιαφέρεται για μένα. Της μόδας δεν μπορεί να είμαι έτσι κι αλλιώς. Ούτε το τραγούδι το δικό μας πλασαρίστηκε ως μόδα. Οι νέοι πρέπει να βρούνε τον δικό τους Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, τα δικά τους πρότυπα. Τότε θα είναι τυχεροί, όπως υπήρξε η δική μου γενιά». Λέει πως η εποχή σήμερα δεν θέλει τα «ξεχωριστά». Τους ξεχωριστούς ανθρώπους. H ενιαία κατανάλωση είναι το ζητούμενο. «Δυστυχώς κάποιοι έμποροι βλέπουν το CD σαν απορρυπαντικό. Είναι αυτοί που δημιουργούν τα νέα πρότυπα. Εξόρισαν τον συνθέτη και προβάλλουν τον τραγουδιστή. Αυτό έχει και τις συνέπειές του. Κούρασε. Θα βλέπουμε όλο και πιο τρελά πράγματα να κάνει ο τραγουδιστής για να επιβιώσει. Τον είδαμε να κρεμιέται απ’ τα ταβάνια…». Στη Eurovision πάντως η δική μας συμμετοχή θεωρεί ότι ήταν η πιο συμπαθητική, για τη λογική του διαγωνισμού. Και η εκπρόσωπος της Μάλτας τής άρεσε. «Το τραγούδι μας είχε έναν ρυθμό και η Παπαρίζου μια γνησιότητα, μιαν αθωότητα. Την είδα σαν παιδί, όχι σαν τις άλλες που προβάλλουν το σώμα τους απελπισμένα. Ηταν αισθησιακή, αλλά κυριάρχησε το πάθος της να νικήσει η Ελλάδα».


Αναφέρεται στον πολιτισμό της εικόνας, στον τηλεοπτικό πολιτισμό, από τον οποίο απέχει, και εξηγεί πως δεν συμβαίνει επειδή «σνομπάρει» αλλά γιατί δεν την καλούν να συμμετάσχει: « Ο σύγχρονος τηλεοπτικός πολιτισμός πρέπει να βρει ισορροπία σε όλα τα είδη. Τίποτ’ άλλο δεν ζητάμε. Ούτε να “ρίξουμε” τα media ούτε τίποτα επαναστατικό. Αφού θέλουν να κάνουν πολιτισμό, ας βρουν ισορροπίες. Οχι αυτή την ισοπέδωση. Οχι μόνο από δω και κάτω, να κολακεύουμε τα πιο χαμηλά ένστικτα. Υπάρχει και το υψηλό. Ασχολούνται, λένε, τα υπουργεία των χωρών. Μα δεν ασχολούνται».


H πολιτική, με την κομματική έννοια, δεν την ενδιαφέρει πια. Ο πολιτισμός τη νοιάζει. Οποια κυβέρνηση και αν είναι «πάνω», να φροντίσει τον πολιτισμό. «Και όχι μόνο δημόσιες σχέσεις γύρω απ’ τον πολιτισμό. Αυτό βλέπουμε. Ενα υπουργείο Πολιτισμού που, μέχρι στιγμής, κάνει δημόσιες σχέσεις. Μακάρι να προχωρήσει σε έργο. Να προβάλλουν το καινούργιο. Αυτό σημαίνει σύγχρονος πολιτισμός».


Τρέχει όπου συμβαίνει το εναλλακτικό στην τέχνη. Το αναμενόμενο δεν την ενδιαφέρει. Αυτή είναι και η δική της επιθυμία πια, να προσφέρει κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό. «Το έχω συλλάβει σαν ιδέα και πρέπει να βρω την πρακτική του εφαρμογή» εξηγεί.


H Φαραντούρη μπορεί να χωρίσει άνετα στα δύο την πορεία της. Από τη μια, η δωρική εποχή. Τα μεγάλα έργα, τα πολιτικά τραγούδια, τα υψηλά ιδεώδη. Και από την άλλη, η λυρική εκδοχή της, που προβλήθηκε τα τελευταία χρόνια. Σταθερό σημείο η ποίηση, ερμήνευσε όλους τους μεγάλους ποιητές (Σεφέρη, Καρυωτάκη, Ρίτσο, Λειβαδίτη…), οι σπουδαίες συνεργασίες με ξένους καλλιτέχνες, η αναζήτηση νέων ιδεών, το μέτρο. «Μεγαλώνοντας φωτίζω εξίσου και τα λυρικά μου στοιχεία». Ο κόσμος δεν το ξέρει, αλλά είναι ένας άνθρωπος αισιόδοξος, εξωστρεφής, ζωντανός. Μια άλλη Μαρία, καθόλου αυστηρή, όπως η εικόνα της. «Την εξωστρέφεια την έβγαζε πάντα ο Μίκης. Υπήρχε μια ιεραρχία στο συγκρότημα. Ο Μίκης και μετά εμείς». Ποτέ δεν την ενόχλησε αυτό. Τη «βόλευε» κιόλας. Αισθανόταν ασφαλής δίπλα του. Σήμερα εξακολουθεί να έχει την ίδια υγιή αντιμετώπιση προς το τραγουδιστικό σύμπαν. «Εμείς οι καλλιτέχνες παθαίνουμε διάφορα. Πάντοτε με έναν υγιή τρόπο αντιμετώπιζα τη σχέση μου με τον κόσμο και το τραγούδι. Είναι κάτι ιερό για μένα. Είναι η θρησκεία μου, η ιδεολογία μου. Είχα βέβαια και την πολιτική μου ιδεολογία… Τώρα ιδεολογία μου είναι η ποιότητα».


Παρακολουθεί τα πάντα γύρω της. Τα νέα πρόσωπα, τα καλά τραγούδια. Λέει πως το κοινό που ενδιαφέρεται θα έρθει να σε συναντήσει και αρνείται να «παίξει» οποιοδήποτε παιχνίδι γοητείας για να το προσελκύσει. Ξεχωρίζει την Καραΐνδρου, την Πλάτωνος, τον Ξυδάκη, τον Μάλαμα, την Πασπαλά, τη Ρεμπούτσικα, τη Γιαννάτου, την Τανάγρη, τον Σέμση, τον Κούκο, τον Ιωαννίδη, την Τσανακλίδου, τη Βενετσάνου. Ερχεται η κουβέντα στους τραγουδιστές που αναζητούν ποιοτικό άλλοθι στα τραγούδια του Μίκη, σ’ αυτούς που θέλουν να «ξεπλύνουν» το εμπορικό τους παρελθόν και μετά πάλι ξεδίνουν στις πίστες και στα γαρίφαλα. «Επειδή δεν υπάρχουν σοβαροί πρώτοι ρόλοι στο τραγούδι πια, με άποψη και βάθος, αναγκάζονται να μπουν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ενα βάπτισμα στα τραγούδια του Μίκη για να αισθανθούν πως είναι ποιοτικοί. Θεωρούν πως εμείς, οι πιστοί του έχουμε μια διαχρονικότητα επειδή τραγουδάμε έργα του. Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η γενικότερη στάση μας. Δεν μπορείς να είσαι κι από δω κι από κει. Πρέπει να είσαι σταθερός στα πιστεύω σου».


Ο Μίκης, τι κάνει για αυτό; Τους αφήνει όμως. Συχνά είναι εκεί, παρών, όταν συμβαίνει… η βάπτιση: «H άποψη του Μίκη πάνω σ’ αυτό ήταν πάντοτε άκρως δογματική. Τα τραγούδια του, τα λαϊκά, λέει πως ανήκουν στον κόσμο και μπορεί να τα πει ακόμα και ένας άφωνος. Τα έγραψε για τον λαό και είναι στη χρήση του».


Τα ακούσματά της από τη γειτονιά που μεγάλωσε, τη Νέα Ιωνία, ήταν ο Καζαντζίδης και η Γιώτα Λύδια. Στο σπίτι άκουγε τις καντάδες του κεφαλλονίτη πατέρα της. Υπήρξε τυχερή που είχε το τραγούδι, γιατί τη στήριξε στα προβλήματα που αντιμετώπιζε από παιδί, με την πολιομυελίτιδα και τα μπες-βγες στα νοσοκομεία. «H ψυχή μου ανέβασε πολύ ψηλά μέσα μου το τραγούδι για να μπορώ να αμύνομαι. Ακόμα με στηρίζει. Κάθε φορά είναι σαν να τραγουδάω πρώτη φορά».