Οταν ο έλεγχος κολεγίου του Αλ Γκορ ήρθε στο φως της δημοσιότητας από τα μέσα ενημέρωσης το περασμένο καλοκαίρι, φάνηκε ότι το θέμα ίσως να προκαλούσε καταιγίδα. Ο κόσμος τώρα θα το μάθαινε. Ο τελειόφοιτος γυμνασίου που υπέβαλε αίτηση μόνο στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο ξεχαρβαλωμένος αντιπρόεδρος, πράγματι υπήρξε μέτριος φοιτητής για ένα διάστημα στο Χάρβαρντ. Σχεδόν απέτυχε στη βιολογία.


Κανένας όμως στο στρατόπεδο του Γκορ δεν ταράχτηκε ιδιαίτερα από τις αποκαλύψεις. Και δεν άργησαν να ακουστούν οι ψίθυροι: Μήπως η ίδια η ομάδα εκστρατείας του Γκορ είχε συμβάλει στη διαρροή του ελέγχου;


Η ομάδα εκστρατείας αρνήθηκε τις κατηγορίες. Αλλά πρόκειται για ένα αμερικανικό παράδοξο το ότι ένας υποψήφιος ενδέχεται να διαφημίζει τα ίδια του τα στραβοπατήματα. Με άλλα λόγια, όπως ένα επαναλαμβανόμενο θέμα σε αυτή την προεδρική εκστρατεία είναι αν ο κυβερνήτης Τζορτζ Μπους διαθέτει την ευφυΐα για να γίνει ένας επιτυχημένος πρόεδρος, έτσι και ορισμένοι σύμβουλοι του Γκορ ανησυχούν μήπως ο υποψήφιός τους αποδειχθεί, όπως θα έλεγε ο Χάρι Τρούμαν, υπερβολικά«εξυπνάκιας».


Ορισμένοι πολιτικοί, από τον κυβερνήτη Τζέσε Βεντούρα της Μινεσότας ως τον Ρόναλντ Ρίγκαν και τον Ρος Περό, ήταν γνωστότεροι για τις «εξυπνάδες του δρόμου» ή για τις πρακτικές τους δεξιότητες παρά για την πνευματική τους καλλιέργεια.


Ανάμεσα σε ορισμένους μελετητές κυριαρχεί η εντύπωση ότι οι εξυπνάκηδες κάνουν άθλιους προέδρους. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο τελευταίος διανοούμενος πρόεδρος ήταν ο Γούντροου Γουίλσον και μερικοί ακόμη πιστεύουν ότι ήταν υπερβολικά διανοούμενος για να κινεί τους τροχούς του κράτους.


Ο αντιδιανοουμενισμός θεωρείται ένα από τα πιο σεβαστά χαρακτηριστικά των αμερικανών ψηφοφόρων. Οχι ότι δεν σέβονται τους ευφυείς πολιτικούς αλλά δεν σέβονται πάντοτε πολιτικούς που δρουν έξυπνα. Αντιθέτως, οι ψηφοφόροι εμπιστεύονται αυτούς που φαίνονται περισσότερο σαν κι αυτούς, ακόμη και αν αυτοί οι πολιτικοί «κρύβουν» την ευφυΐα τους για να μοιάζουν κοινοί άνθρωποι.


«Τώρα προσβλέπουμε σε ένα πολύ πιο ευπαρουσίαστο άτομο στον Λευκό Οίκο» είπε ο Φρεντ Γκρινστίν, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον. «Είμαστε πολύ πιο ανοικτοί σε ένα φυσιολογικό, καθημερινό στυλ. Ο Γεώργιος Ουάσιγκτον ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν χαμογελούσε και, με τα σημερινά κριτήρια, θα έκανε τον Αλ Γκορ να μοιάζει με τον ζωηρό της παρέας».


Φαίνεται πως το ερώτημα για πολλούς ψηφοφόρους δεν είναι αν ένας ηγέτης μπορεί να απαγγέλλει τα κλασικά κείμενα ή αν είναι διάνοια στα μαθηματικά, αλλά αν έχει νηφάλιο πνεύμα, διαθέτει αρκετό κοινό νου και είναι ικανός να λαμβάνει ορθές αποφάσεις και να κάνει εύκολα σχέσεις με ανθρώπους. Ο Γκορ έχει διαπιστώσει ότι ο τρόπος που κατέχει την πολιτική και η προθυμία του να το επιδείξει μπορεί να αποτελεί πολιτικό μειονέκτημα όσο και πλεονέκτημα. Ο Μπους ακόμη χρειάζεται να πείσει τους ψηφοφόρους ότι έχει επαρκή γνώση της πολιτικής ή, για να το πει κανείς ωμά, ότι δεν είναι βλαξ. Ωστόσο οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι κερδίζει όλο και περισσότερους πόντους στον δρόμο για την ηγεσία.


Αυτό υποχρεώνει τον Γκορ να δουλέψει σκληρά για να αποδείξει ότι δεν είναι ένας συγκαταβατικός εξυπνάκιας.


Ο γερουσιαστής Ντάνιελ Πάτρικ Μόινιχαν, αδιαμφισβήτητος (και ίσως ο τελευταίος) διανοούμενος στο Κογκρέσο, κατάφερε να εκλέγεται επειδή προσποιούνταν τον αφηρημένο καθηγητή. Η δε εκστρατεία του υπενθύμιζε στους ψηφοφόρους ότι μεγάλωσε ως γιος μετανάστη στη Νέα Υόρκη και ότι εργάστηκε ως λιμενεργάτης.


Ο Μόινιχαν έχει πει: «Υπάρχει μια μακρά παράδοση και αρμόζει σε μια δημοκρατία να λένε οι πολιτικοί: “Είμαι ένας σαν κι εσάς”. Κοιτάξτε τον κατάλογο των γερουσιαστών τα μικρά ονόματα των οποίων είναι Ντικ, Τομ, Αλ, Τζο και όχι τα χριστιανικά ονόματά τους».


Ο Χάρι Τρούμαν ήταν δαιμόνιος στο να συνδυάζει την ευφυΐα με τη συμπεριφορά ενός κοινού ανθρώπου. Ο βιογράφος του Ντέιβιντ Μακ Κάλο έλεγε: «Ο Τρούμαν ήταν ένας από τους ελάχιστους προέδρους που πήγαινε αρκετά συχνά στις συναυλίες της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας, και βέβαια όχι για να βρει ευκαιρία να φωτογραφηθεί. Αν έπαιζαν Μότσαρτ ή Σοπέν, συχνά έπαιρνε και τις παρτιτούρες μαζί του».


Κι όμως, το ένστικτό του ήταν απείρως οξύτερο από εκείνο του Αντλάι Στίβενσον, του οποίου οι δημόσιες εμφανίσεις και οι ομιλίες έκαναν αμερικανούς διανοουμένους να λιποθυμούν από χαρά με την ιδέα ότι θα μπορούσε να κατακτήσει το Οβάλ Γραφείο.


Ποτέ δεν το πέτυχε, χάνοντας δύο εκλογικές αναμετρήσεις υπέρ του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ. Ενας από τους λόγους ίσως ήταν ότι δεν διέθετε τη γοητεία του Τρούμαν. Αναφέρεται ότι στη διάρκεια της προεδρικής προεκλογικής εκστρατείας του 1952 μια γυναίκα πλησίασε τον Στίβενσον και του είπε: «Κύριε Στίβενσον, έχετε κατακτήσει την ψήφο του κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου στην Αμερική!». Και εκείνος της απάντησε: «Κυρία μου, χρειαζόμεθα την πλειοψηφία!».


Μήπως ήταν απλή σύμπτωση ότι ο πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νιουτ Γκίγκριτς, που αρεσκόταν να συγκρίνει τη συμπεριφορά του Μπιλ Κλίντον στην προεδρία με τις δυνάμεις που οδήγησαν στην πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αντικαταστάθηκε από έναν πρώην προπονητή της πάλης σε γυμνάσιο; Ή ότι ο Μάριο Κουόμο, πρώην κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, που αρέσκεται να επικαλείται τον παλαιοντολόγο και φιλόσοφο Τεϊχάρ ντε Σαρντέν, εκδιώχθηκε από τον κυβερνήτη Τζορτζ Πατάκι, ο οποίος προτιμά να μιλάει για τους Ρόλινγκ Στόουνς παρά για τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Γέιλ;


Ο κόσμος δεν επαινείται στην εποχή μας για τον εγκέφαλό του. Ο Μπαρτ Σίμπσον, ένας από τους δημοφιλέστερους παρουσιαστές της τηλεόρασης, αρέσκεται να λέει ότι δεν διακρίθηκε για πολλά πράγματα. «Και είμαι περήφανος γι’ αυτό» καυχιέται.


Τότε ποιος θα ήταν ο ιδανικός συνδυασμός ευφυΐας και λαϊκής έλξης για έναν πρόεδρο; Ακόμη και ένας διανοούμενος, ο Μόινιχαν, δεν βρήκε την απάντηση. «Δεν νομίζω ότι έχουμε ακόμη βρει αυτή τη φόρμουλα. Περιμένετε ώσπου να τη βρει το DNA» είπε.