Σαν την αναπνοή του απογοητευμένου
ΒΕΡΟΛΙΝΟ, ΜΑΡΤΙΟΣ.
Την πιο ακριβή περίληψη του περιεχομένου της 4ης Μπιενάλε του Βερολίνου τη δίνουν οι ίδιοι οι επιμελητές της ερμηνεύοντας το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Ανθρωποι και ποντίκια», του οποίου τον τίτλο έχουν δανειστεί: «Ο έρωτας μπορεί να μεταμορφωθεί σε δολοφονία και η φιλία σε τραγωδία».
H έκθεση προσπαθεί – και πολύ συχνά το κατορθώνει – να μιλήσει για την απώλεια. Οχι όμως την απώλεια ως περιστατικό μιας κατά τα άλλα ευθύγραμμης ζωής αλλά την απώλεια ως εγγενές χαρακτηριστικό μιας ζωής που δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη, έστω και αν δεν το καταλαβαίνουμε, έστω και αν αρνούμαστε να το παραδεχθούμε. Ο πόνος δεν προέρχεται από την αίσθηση του αναπόφευκτου αλλά από το αντίθετό της: η φιλία ήταν τόσο πραγματική όσο είναι η τραγωδία, ο έρωτας τόσο πραγματικός όσο η δολοφονία. Κανένας δεν εξαπατάται ποτέ. Ο πόνος δεν γεννιέται από μια γνώση αλλά από μια συνειδητοποίηση.
Λόγω της αμφιλεγόμενης φήμης και της επικοινωνιακής ελαφρότητας που συχνά συνοδεύουν τους τρεις αστέρες επιμελητές Μαουρίτσιο Κατελάν, Μασιμιλιάνο Τζιόνι και Αλι Σουμπότνικ, η έκθεσή τους αποτελεί έκπληξη. Αντί να υποπίπτει σε ευφυολογήματα ή εύκολους σχολιασμούς – και δίχως να εικονογραφεί μια θεωρητική ιδέα – αφήνεται πράγματι να παρασυρθεί σε μια αφήγηση όπου οι καλλιτέχνες λειτουργούν ως μια σειρά διέσεις, ημιτόνια, φάλτσα, παραφωνίες, βηξίματα και πνιχτά γελάκια, γύρω από μια μελωδία που δεν ακούγεται, μπροστά στο πτώμα ενός μαέστρου που πέθανε από απελπισία. Προς ακόμη μεγαλύτερη έκπληξή μου, η έκθεση είναι χαμηλών τόνων, με ελάχιστα στοιχεία θεάματος διάσπαρτα ανάμεσα σε κατά κύριο λόγο βαθιά και βασανισμένα έργα.
Μολονότι η έκθεση είναι μία – σε αντίθεση με τη διάχυση σε μυριάδες off site projects που συχνά εμφανίζεται σε μεγάλες εκθέσεις -, εν τούτοις απλώνεται σε 12 χώρους κατά μήκος της Auguststrasse και ακόμη έναν λίγο πιο πέρα. Οι χώροι αυτοί περιλαμβάνουν μία εκκλησία, ιδιωτικά διαμερίσματα, ένα πρώην σχολείο θηλέων για εβραίες, το KW – Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης, την Αίθουσα Χορού του Μίτε, ένα κιβώτιο μεταφορών και ένα νεκροταφείο. Σε κάποιους χώρους μπορεί να δει κανείς έναν ή δύο μόνον καλλιτέχνες, ενώ σε άλλους ως και σαράντα, γεγονός που δίνει στην έκθεση έναν συγκοπτόμενο ρυθμό, που ενώ τείνει να γίνει εκνευριστικός δεν φτάνει ως εκεί αλλά καταλήγει να επιτείνει την αίσθηση μιας αδυναμίας – όπως ίσως θα το έθετε ο T.Σ. Ελιοτ – να «πει κανείς αυτό που εννοεί».
Σε αυτούς τους 13 χώρους συναντά κανείς γνωστούς αλλά και ανερχόμενους καλλιτέχνες, ανάμεσά τους τους Μάρτιν Κριντ, Τατσίτα Ντιν, Πολ Μακάρθι, Ανρί Σάλα, Μίρκα Καντόρ, Μπρους Νάουμαν, Κάθι Γουίλκς και πολλούς ακόμη. Παρά τις ηχηρές συμμετοχές, όμως, ευτυχώς οι επιμελητές απέφυγαν την αίσθηση της παρέλασης ονομάτων που συναντά κανείς σε κάθε Μπιενάλε.
Υπάρχουν πολλά καλά έργα στην 4η Μπιενάλε του Βερολίνου – και βεβαίως κάποια εντελώς άστοχα, όπως συμβαίνει παντού. Είναι αξιοσημείωτο όμως ότι αυτά που λειτουργούν – όπως φέρ’ ειπείν του Ταντέους Καντόρ, του Τζέρεμι Ντέλερ, της Αΐντα Ρουιλόβα, του Μαρκ Μάντερς, της Τζίλιαν Γουέρινγκ, του Μαρσέλ φαν Εεντεν, της Χριστιάνας Σούλου – το κάνουν με εντελώς αβίαστο τρόπο, κάπως σαν να ήταν εκεί από πάντα. Και αυτό το χαρακτηριστικό είναι εξαιρετικά σημαντικό σε σχέση με τη δυνατότητα του επισκέπτη να παρακολουθήσει την αφήγηση.
H αφήγηση βέβαια είναι κάθε άλλο παρά γραμμική. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να το θεωρήσει αυτό υπεκφυγή των επιμελητών να πάρουν θέση και αντ’ αυτού μια επιλογή να προστατευθούν πίσω από τόσο ευρείς εννοιακούς τόπους – γέννηση, θάνατος κτλ. – ώστε να είναι σχεδόν αδύνατον να αστοχήσουν. Αυτή η κριτική ωστόσο μοιάζει εν τέλει άδικη. H έκθεση μπορεί να μην παίρνει θέση, διαθέτει όμως ατμόσφαιρα συμπαγή, πυκνή και πηχτή σαν τη λιγοστή αναπνοή του απογοητευμένου. Ευχόμαστε η αφήγηση αυτή να μη μας αφορά αλλά ταυτόχρονα ξέρουμε ότι δεν της έχουμε ξεφύγει: πίσω από αυτή την ατμόσφαιρα συντηρείται το διαρκές πνιχτό σφύριγμα του υφέρποντος πόνου, σαν υπόμνηση σε ό,τι κάνει, λέει ή αντιλαμβάνεται οποιοσδήποτε.



