Ο Αντρέας, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος του Στρατή Τσίρκα Η χαμένη άνοιξη (1976), ένας αγωνιστής της Αριστεράς που επιστρέφει στην Αθήνα από την Τασκένδη, εξομολογείται στις πρώτες σελίδες του βιβλίου: «Εγιναν τρομερά πράγματα, δε θέλω να μιλήσω, δε θέλω μήτε να τα σκέφτομαι». Κατά κάποιον τρόπο το συγκεκριμένο λογοτεχνικό πρόσωπο δεν απηχεί μόνο την άποψη του δημιουργού του αλλά και εκείνη των αριστερών κάθε απόχρωσης που γνώριζαν ή είχαν βιώσει τις εμφύλιες διαμάχες στις χώρες όπου είχαν καταφύγει οι πολιτικοί πρόσφυγες, δεν επιθυμούσαν ωστόσο να δημοσιοποιήσουν τα τραγικά συμβάντα.


Για πολλά χρόνια ένα πέπλο σιωπής είχε καλύψει τη ζωή των νικημένων του Εμφυλίου στην Τασκένδη και αλλού. Τα μετά τη μεταπολίτευση επαναπατρισθέντα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ ήταν απρόθυμα να καταγράψουν στις αναμνήσεις τους ό,τι οδυνηρό είχαν ζήσει στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», επειδή αυτό μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια δυσφήμησης της Αριστεράς. Τη δεκαετία του ’80 όμως εμφανίστηκαν κάποια βιβλία, μαζί και εκείνα του Θωμά Δρίτσιου (Από το Γράμμο στην πολιτική προσφυγιά, Δωρικός, 1983, Γιατί με σκοτώνεις, σύντροφε; Γλάρος, 1983, Η εξέγερση της Τασκένδης, Γλάρος, 1984), στα οποία καταγράφηκαν όχι μόνο τα γεγονότα μα και οι αιτίες της κακοδαιμονίας.


Ειδικότερα, οι συγκρούσεις στην Τασκένδη στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1955 μπορούν να καταγραφούν ως η πρώτη ουσιώδης και έμπρακτη αμφισβήτηση του κομματικού κατεστημένου και ενός συστήματος αξιών που κυριαρχούσε ως τότε στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Η εξέγερση των μεσαίων στελεχών και των απλών μελών του ΚΚΕ κατά της ηγεσίας του Νίκου Ζαχαριάδη και των συν αυτώ ήταν πρώτα απ’ όλα το ξέσπασμα της συσσωρευμένης καταπίεσης. Ηταν η αντίδραση των χιλιάδων κομμουνιστών που είδαν πως είχαν υποταχθεί σε μια κομματική ιεραρχία αποτελούμενη από ανάξιους, απαίδευτους, μοχθηρούς, υπερφίαλους, αυταρχικούς ηγέτες, διορισμένους από ξένα κέντρα εξουσίας, πιστούς υπηρέτες αλλότριων συμφερόντων, ανθρώπους που επιχείρησαν να εφαρμόσουν απεχθείς και βίαιες μεθοδολογίες κατά των διαφωνούντων και όσων τολμούσαν να διατυπώσουν διαφορετικές απόψεις.


Ο Γαβρίλης Λαμπάτος (Αθήνα, 1963), πτυχιούχος της Φιλοσοφικής, με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, στη μελέτη του Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη πραγματεύεται την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές δραστηριότητες των προσφύγων στην πρωτεύουσα του μακρινού Ουζμπεκιστάν από την εγκατάστασή τους τον Νοέμβριο του 1949 ως το 1957, όταν η παροικία, μετά την απομάκρυνση του Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ, υπέστη βαθύ ρήγμα. Χρησιμοποιώντας πληθώρα βιβλίων, ανέκδοτα κείμενα από αρχειακές πηγές αλλά και προφορικές μαρτυρίες κάποιων από τους πρωταγωνιστές των συγκρούσεων ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για το θέμα, ώστε ο αναγνώστης να έχει πληρέστερη εικόνα.



Η διαφυγή των χιλιάδων μαχητών, ανδρών και γυναικών, του Δημοκρατικού Στρατού στην Αλβανία τον Αύγουστο του 1949, η μετακίνησή τους με πλοία προς τις ανατολικές χώρες, η άφιξή τους στην Τασκένδη, η κατανομή τους σε 14 συνοικίες (πολιτείες), η συμμετοχή τους στην παραγωγική διαδικασία ως εργατικού δυναμικού αποτελούν τον κύριο κορμό της μελέτης. Στις αρχές του 1950 στη Σοβιετική Ενωση είχαν εγκατασταθεί 8.573 άνδρες, 3.407 γυναίκες και 1.128 παιδιά σε σύνολο 55.881 ανθρώπων που είχαν πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς. Η ένταξή τους σε ένα πολιτικό σύστημα όπου το κόμμα έλεγχε κάθε πλευρά της κοινωνικής και της προσωπικής τους ζωής οδήγησε σε δυσαρέσκεια, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε αμφισβήτηση της ηγεσίας. Οι πρώτες συζητήσεις το 1952 για τα αίτια της ήττας και ο θάνατος του Στάλιν το 1953 άνοιξαν τους ασκούς του Αιόλου. Ετσι, όταν οι αμφισβητίες πήραν το 1955 το πάνω χέρι σε πολλές πολιτείες, άρχισαν οι διαγραφές και καθαιρέσεις διαφωνούντων, με αποτέλεσμα τα αιματηρά γεγονότα της 9ης και 10ης Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς.


Ο Αχιλλέας Παπαϊωάννου (Καλή Βρύση Καστοριάς, 1918), έφεδρος ανθυπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού, αξιωματικός του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, έζησε ως πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη και μετά τα δραματικά γεγονότα εξορίστηκε από την καινούργια ηγεσία του ΚΚΕ σε γκουλάγκ ως ζαχαριαδικός. Πέρασε από τρεις δίκες με την κατηγορία του «αλήτη» και του «χούλιγκαν», όπως όλοι οι αντιφρονούντες στην ΕΣΣΔ εκείνη την εποχή, και ήταν από τους ελάχιστους που επισκεπτόταν τον εξόριστο Ζαχαριάδη στο Σουργκούτ της Σιβηρίας. Στην εξαιρετικού ενδιαφέροντος μαρτυρία του Η απαγορευμένη εικόνα αφηγείται την έξοδο των ηττημένων ανταρτών από την Ελλάδα και την άφιξή τους στην Τασκένδη. Εκεί έζησε τη μεγαλύτερη απογοήτευσή του ως κομμουνιστής, εκεί διαψεύστηκαν όλα τα επαναστατικά του όνειρα, γεγονός που το 1989, μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, τον έφερε στον συνδυασμό του ΠαΣοΚ στον Νομό Καστοριάς.


Η αφήγησή του, που έχει τη γοητεία της προσωπικής μαρτυρίας, ενίοτε θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα καθώς αποκαλύπτει τις σοβιετικές συνωμοσίες κατά του Ζαχαριάδη, τις τρεις απόπειρες δολοφονίας του, τον «χορό των σπαθιών» στην Τασκένδη, τις συμπλοκές ανάμεσα σε «φιλοσοβιετικούς» και «ζαχαριαδικούς» (ένας έφαγε το αφτί του παλιού του συμμαχητή), την εξορία του και τις απορίες του για τον οικτρό θάνατο του ηγέτη του ΚΚΕ, για τον οποίο οι απαντήσεις βρίσκονται καταχωνιασμένες στα αρχεία της KGB.


Η ανάγνωση τούτων των δύο βιβλίων ­ το καθένα με την ξεχωριστή αξία του ­ φωτίζει σκοτεινές πτυχές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος δεδομένου ότι μέσα από τις καταγραφές διακρίνονται οι λόγοι που ένα ευρείας απήχησης λαϊκό κίνημα, το μεγαλύτερο ίσως της Ευρώπης, κατέληξε στην ήττα και στην ταπείνωση. Ακόμη δείχνουν με σαφήνεια ­ μετά την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης ­ ότι δεν ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν εσαεί η μαρξιστική ιδεολογία και η εκμηδένιση της προσωπικότητας του ατόμου.


Ο κ. Φίλιππος Φιλίππου είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Αγρα κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ομόνοια 2000».