Ο δάσκαλος είναι αυστηρός αλλά δίκαιος. Οι μαθητές είναι αγύριστα κεφάλια που καταβροχθίζουν ό,τι έχει γράψει ο μέγας μάστορας του θεάτρου, ο Σαίξπηρ. Ο Σαίξπηρ είναι ο θεός τους, ή, αν προτιμάτε, το βουνό που πρέπει να ανεβούν ­ κάτι σαν το Εβερεστ. Μελετούν τον Ριχάρδο Γ’, τον Αμλετ, τον Σάιλοκ, τον Φάλσταφ, τη Λαίδη Αννα. Οχι όμως για να τους ερμηνεύσουν. Το μάθημα που παρακολουθούν έχει στόχο να τους προετοιμάσει για να ανεβούν στην υψηλότερη κορυφή του κόσμου. Γιατί μόνο από εκεί θα είναι ικανοί να παίξουν θέατρο. Αληθινό θέατρο.


Η ομάδα που φιλοξενείται από την Παρασκευή στο θέατρο Αμόρε αποτελείται από πέντε γερμανούς και τρεις έλληνες ηθοποιούς, τη Ναταλία Δραγούμη, την Αννα Μάσχα και τον Γιώργο Κακανάκη. Πρόκειται για μια συμπαραγωγή του Θεάτρου του Νότου με το θέατρο Μαχαγκόνι, ένα «άντεργκράουντ» θεατρικό σχήμα που γεννήθηκε πριν από 17 χρόνια στη Γερμανία καλλιεργώντας έναν ειδικό τρόπο παιξίματος βασισμένο πάνω στο υπολογισμένα τυχαίο. Αφορμή για τη δουλειά που παρουσιάζουν ως τα τέλη Ιανουαρίου στην Αθήνα στάθηκε ένας τίτλος: «Bad Actors». «Οι ηθοποιοί συμμετείχαν στην αρχή μόνο λόγω τίτλου. Δεν είχαμε ιδέα τι θα επακολουθούσε. Ξέραμε απλώς ότι θέλαμε να ερευνήσουμε την κακογουστιά και να προστατεύσουμε τους κακούς ηθοποιούς αποδεικνύοντας πόσο δύσκολο είναι να είσαι καλός ηθοποιός ­ και, όπως ξέρετε, δεν υπάρχει κανείς που να μη θέλει να είναι καλός στη δουλειά του» λέει μιλώντας προς «Το Βήμα» ο Αλμπρεχτ Χίρχε, ο οποίος έχει τον ρόλο του «δασκάλου» στην παράσταση υπογράφοντας και τη σκηνοθεσία μαζί με την Κατρίν Κρουμπάιν· και συνεχίζει: «Οι κακοί ηθοποιοί παλεύουν για κάτι, ακόμη κι αν αυτό το κάτι είναι κακό. Πάρτε για παράδειγμα έναν ηθοποιό που γνωρίζει επιτυχία στη Βρετανία σε ένα μικρό επαρχιακό θέατρο. Μια μέρα αποφασίζει να δώσει οντισιόν για τον πρωταγωνιστικό ρόλο μιας μεγάλης παραγωγής που θα ανεβεί στο Γουέστ Εντ του Λονδίνου. Ακόμη κι αν τον προσλάβουν τελικά, ποτέ δεν πρόκειται να του δώσουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Από την άλλη, πιστεύουμε ότι και ο καλός ηθοποιός είναι συγχρόνως κακός ηθοποιός. Ποιος είναι ο καλός ηθοποιός; Αυτός που ριψοκινδυνεύει, που τραγουδάει ένα τραγούδι κι ας μην είναι σίγουρος για τη μελωδία, που βλέπει έναν πίνακα και όταν γυρίζει στο σπίτι του μπορεί να παίξει την “έκφραση” της εντύπωσης».



Εχοντας κάνει και τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου της παράστασης ο Χίρχε προσπαθεί να μας εξηγήσει τον τρόπο δουλειάς της ομάδας του, «μιας ομάδας η οποία χωρίς να αρνείται την παράδοση υπερασπίζεται το μοντέρνο έστω κι αν το θεωρεί απειλητικό. Αυτό που έχει πάνω απ’ όλα σημασία είναι η ζωτικότητα της σκηνής μαζί με τη θεατρικότητα της καθημερινότητας. Φανταστείτε ότι κάθεστε σε ένα καφέ. Γύρω σας βλέπετε ανθρώπους διαφορετικούς. Δεν ξέρετε κανέναν, τους βλέπετε όμως και μέσα τους διακρίνετε ιστορίες. Ιστορίες διαφορετικές που όμως θα μπορούσατε να τις συναντήσετε στις σελίδες της ίδιας εφημερίδας. Και αυτό εκτός από διασκεδαστικό είναι και ενδιαφέρον θεατρικά, όπως ενδιαφέρον θεατρικό έχει και η συζήτηση που γίνεται σε ένα ταξί ανάμεσα στον οδηγό και στον πελάτη του. Ο θεατής που έρχεται σε μια παράστασή μας έρχεται για να μας κοιτάξει. Δεν θέλουμε να τον διδάξουμε, απλώς να του δώσουμε μια ευκαιρία να ηρεμήσει. Βέβαια θα δει και δυο-τρεις άντρες γυμνούς, όχι όμως για να σοκαριστεί ­ απλώς σαν κάτι ανάλογο με τις γυμνές γυναίκες που βλέπει κανείς στα περιοδικά».


Το έργο γράφτηκε, όπως τονίζει ο σκηνοθέτης, κατά τη διάρκεια των προβών: «Ξεκινήσαμε με αυτοσχεδιασμούς, σαν να βρισκόμασταν σε μια δραματική σχολή. Εδινα πληροφορίες στους ηθοποιούς, πήγαιναν στο σπίτι τους και επιστρέφοντας μου έδειχναν κάθε φορά το υλικό τους. Σιγά σιγά η Κατρίν και εγώ επιλέγαμε τα κομμάτια που μας ταίριαζαν περισσότερο». Οσο για το αποτέλεσμα, ο Χίρχε αρνείται την ετικέτα του πρωτότυπου ή του πειραματικού: «Η δουλειά μας έχει περισσότερο προσωπικό χαρακτήρα. Σαν μια εφημερίδα που ετοίμασε μια ομάδα ανθρώπων που δούλευαν μαζί επί οκτώ μήνες. Και όταν λέμε “δούλευαν” εννοούμε πως έπαιζαν, έγραφαν, τραγουδούσαν… Ο καθένας τους διατηρεί το στυλ του αλλά όλοι μαζί ανήκουν στο ίδιο φύλλο της εφημερίδας. Δεν θα μας ενδιέφερε να ασχοληθούμε με ένα μόνο έργο ­ εκτός αν επρόκειτο για ένα έργο ελληνικό που θα μου έδινε την ευκαιρία να αναμετρηθώ, να παλέψω μαζί του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δουλειά που κάνουμε είναι εύκολη. Κάθε μέρα κάναμε αλλαγές, τροποποιούσαμε τις σκηνές, αντιστρέφαμε τους ρόλους, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τη σωστή φόρμα».


Εξοικειωμένος με το ελληνικό κοινό ­ το θέατρο Μαχαγκόνι έχει παρουσιάσει το 1993 το «Fathers and sons» και το 1995 το «Althusser Rock», και τα δύο σε συμπαραγωγή με το θέατρο «Διπλούς Ερως» ­ ο γερμανός σκηνοθέτης υπογραμμίζει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει η συνεργασία του με έλληνες ηθοποιούς: «Υπάρχει μια μάχη επικοινωνίας. Θα ήθελα να μιλούσαμε μόνο γερμανικά, αλλά οι θεατές δεν θα καταλάβαιναν τίποτε. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποιούμε τα αγγλικά ενώ προσπαθούμε να μιλήσουμε και ελληνικά, χωρίς να έχει σημασία αν δεν τα μιλάμε καλά». Ο θεατής έχει την εντύπωση ότι ο ηθοποιός δίνει μια μάχη και με τα κοστούμια που σχεδίασε η Κατρίν Κρούμπαϊν. «Βλέπεις π.χ. τον Ριχάρδο Γ’», λέει ο Χίρχε, «και το πρώτο που σκέφτεσαι είναι τι μεγάλο κοστούμι και τι παράξενο που είναι. Ταιριάζει και δεν ταιριάζει στον ηθοποιό. Θα μπορούσε το ίδιο κοστούμι να το είχε αγοράσει και ένας οδηγός ταξί που αποφάσισε μια μέρα να παίξει… Ριχάρδο. Και αυτό μπορεί να φαίνεται αστείο, αλλά την ίδια στιγμή είναι και τραγικό».


Οι «Bad Actors» φιλοξενούνται στο θέατρο Αμόρε (Πριγκηποννήσων 10) ως το τέλος του μήνα. Σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία – σκηνογραφία: Αλμπρεχτ Χίρχε, Κατρίν Κρούμπαϊν. Παίζουν: Ναταλία Δραγούμη, Ολιβερ Ντρέσελ, Κάρστεν Χέντριχ, Αντριαν Φρίλινγκ, Γιώργος Κακανάκης, Αννα Μάσχα κ.ά.