ΟΝΕΙΡΟ τους ήταν ένα διαμέρισμα ρετιρέ, ένας σύζυγος με σταθερό και πολλά υποσχόμενο εισόδημα ή μια νύφη αν ήταν δυνατόν με προίκα. Το «υπηρετικόν προσωπικόν» αποτελούσε για την αφρόκρεμά της το… must της συζυγικής ζωής. Το ίδιο και οι κοινωνικές έξοδοι και οι εκδρομούλες τα Σαββατοκύριακα, το καλό αυτοκίνητο, τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών, το καλό σχολείο για τα παιδιά… Η λεγόμενη μεσαία τάξη στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια τουλάχιστον δεν άλλαξε ούτε χαρακτηριστικά ούτε όνειρα. Αλλαξε, όμως, θέλοντας και μη, τρόπο ζωής. Εξακολουθεί να απαρτίζεται από τους μικροβιοτέχνες, τους μικρεμπόρους και κυρίως από τον βασικό κορμό της υπαλληλίας (εκτός της κορυφής της υπαλληλικής πυραμίδας). Γι’ αυτούς οι ημέρες της ευφορίας έχουν προ πολλού περάσει. Η μείωση των εισοδημάτων τα τελευταία χρόνια έγινε αισθητή στην πολυπληθή μεσαία τάξη και την έφερε πολύ πιο κοντά στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.
Επιστημονικές έρευνες οι οποίες να καταγράφουν την ποιοτική αλλαγή που παρατηρείται στα μεσαία στρώματα του ελληνικού πληθυσμού, πώς όσοι ανήκουν σε αυτά αντιλαμβάνονται τη μείωση της αγοραστικής δύναμής τους και ως προς τι διαφοροποιούνται οι καταναλωτικές συνήθειές τους με όρους καθημερινής ζωής, δεν έχουν γίνει μέχρι στιγμής. Ετσι επιλέξαμε για την έρευνα ως εκφραστές αυτού που αποκαλούμε «χρυσή μεσαία τάξη» δύο περιπτώσεις υπαλλήλων: στην Εθνική Τράπεζα ο ένας και στη ΔΕΗ ο άλλος, δίνουν την εικόνα αυτής της αλλαγής από τη δική τους οπτική γωνία.
Το σφίξιμο στο ζωνάρι γι’ αυτούς σήμανε λιγότερα ταξίδια από ό,τι έκαναν στο παρελθόν, αδυναμία ανανέωσης του αυτοκινήτου, ανατροπή του στόχου κάποιων να συνεχίσει το παιδί τους στο ιδιωτικό σχολείο, μείωση της εξόδου το Σαββατοκύριακο… Οσο και αν ακούγονται για κάποιους παράταιρα αυτά και υπερβολικά, δείχνουν ουσιαστικά ότι τα μικροαστικά στρώματα, των οποίων ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ήταν η μετατροπή του χρήματος σε κατανάλωση, έχουν μπει σε νέα τροχιά.
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ είναι 40 και κάτι. Πάντα καλοντυμένος, όπως επιβάλλει η θέση του στην τράπεζα όπου εργάζεται. Κοντεύει 13 χρόνια τραπεζοϋπάλληλος. Σήμερα εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα, στην υπηρεσία ελέγχου επιχειρήσεων που ζητούν δάνεια. Μένει με τη σύζυγό του και τα δύο τους παιδιά στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας στο Χαϊδάρι. «Εβδομήντα τετραγωνικά είναι το σπίτι. Περιποιημένο, όμως, έτσι;», μας λέει με την πρώτη ευκαιρία. Η μία κόρη του παίζει, κάνοντας πιρουέτες που τους έδειξαν στο μάθημα χορού. «Εμείς χορεύουμε σε άλλο ρυθμό», σχολίασε όλο υπονοούμενα η σύζυγος. «Να λες ότι μας χορεύουν στο ταψί εδώ και χρόνια», διευκρίνισε ο Αντρέας. Λιτή η διακόσμηση στον χώρο. Κάποιοι πίνακες ζωγραφικής, παλιά λαμπατέρ, από καρυδιά το σαλόνι, ένα σκρίνιο δώρο γάμου από τους γονείς. Η τηλεόραση σε περίοπτη θέση. «Δεν βγαίνουμε έξω συχνά. Τα παιδιά από τη μια, τα έξοδα από την άλλη…». Και μετά ο Ανδρέας Ζαφειρόπουλος αφήνει τις λέξεις να βγουν… ποταμός: «Καμιά φορά γυρίζω τον χρόνο πίσω, σε αυτό το κλικ του μυαλού που εύκολα φέρνει στη μνήμη καλύτερες εποχές. Ως γνωστόν η μνήμη είναι επιλεκτική… Θυμάμαι τα όνειρα της επαγγελματικής αποκατάστασης που είχαν το σχήμα μιας καρέκλας στην τράπεζα. Πόσο ξεθωριάζουν τα σχήματα; Πόσο πολύ ροκανίζονται και οι καρέκλες όπου κάθονται τα κεκτημένα και οι παχυλοί μισθοί συγκριτικά τουλάχιστον τότε σαν πασάδες από τα Γιάννενα και είσαι σίγουρος ότι δεν ξεκουνιούνται με τίποτα. Γιατί τότε, το 1984, όταν μπήκα στην τράπεζα ήμουν 29 ετών και έβλεπα τους τραπεζικούς ως προνομιούχους. Ηθελα λοιπόν να μπω στο… τιμ. Κινείται ο χρόνος όμως και μαζί αλλάζουν οι οικονομικές συνθήκες, αλλάζουν οι κυβερνήσεις και οι προσανατολισμοί τους ώσπου τα τελευταία χρόνια αλλάζουν και είναι το ίδιο, σαν παραλλαγή στο ίδιο θέμα, που θα λέγαμε και σε ένα μουσικό κομμάτι… Το 1984 νόμισα ότι είχα αφήσει την ανασφάλεια έξω από τη θυρίδα του ταμείου της Εθνικής Τράπεζας άμα τη προσλήψει μου. Πιο πριν δούλευα σε μια ιδιωτική επιχείρηση παπουτσιών. Είχα σπουδές όμως πίσω μου στο τμήμα λογιστικής των ΤΕΙ και μετά το πτυχίο ΑΕΙ στη Βιομηχανική Σχολή. Τι καλύτερο από μια θέση στην τράπεζα; Από το 1988 άρχισα να ψάχνω τα χρήματα στην τσέπη μου και όλο λιγότερα τα έβρισκα. Καθήλωση των μισθών, η επιδρομή του Μητσοτάκη με το 0%+0%=4%, η ΑΤΑ και πάει λέγοντας.
Στο μεταξύ είχα παντρευτεί την Αθηνά. Είχαμε βρει ένα σπίτι στο Χαϊδάρι με νοίκι 21.000 δραχμές μηνιαίως, το 1985. Ακόμη στο ίδιο μένουμε, μόνο που πέρυσι πληρώναμε 63.000 δραχμές και φέτος δίνουμε 80.000 δραχμές. Αχ, ένα σπίτι δικό μου ήταν το όνειρό μου και όπως καταλάβατε παραμένει σαν όνειρο. Είχαμε ξεκινήσει να φτιάχνουμε το παλιό σπίτι του πατέρα μου στο χωριό μου, στο Αιτωλικό. Υπήρχε το οικόπεδο κληρονομιά. Ε, μισοτελειωμένο έμεινε. Εδώ και επτά χρόνια είναι κάτι ανάμεσα σε γιαπί και καλοκαιρινό κατάλυμα για διακοπές. Ακουγα για τραπεζικούς που αγόραζαν εξοχικές κατοικίες, οικόπεδα, κα’να στρέμμα γης, σπίτι. Εγώ δεν πρόλαβα. Η αλήθεια είναι ότι αγόρασα αυτοκίνητο. Ενα Golf 1000 cc. Ωραίο και καινούργιο πριν από δέκα χρόνια. Ηθελα να πάρω μεγαλύτερο. Βλέπεις γεννήθηκαν τα παιδιά μου. Η Θάλεια, 8 ετών σήμερα, και η Κωνσταντίνα, 2 ετών. Δύσκολα τα πράγματα. Αλλά βρήκα λύση. Για να αγοράσω καινούργιο, ένα 1.400άρι, χρειαζόμουν πολλά λεφτά. “Πούσαρα”, λοιπόν, τον κινητήρα και τον έκανα 1.800 κυβικά, ενώ αγόρασα και μια βέσπα…
Πού ‘ναι τα ταξίδια που σχεδιάζαμε με την Αθηνά; Τρέχαμε από νησί σε νησί, από ξερολιθιά σε ξερολιθιά, προλάβαμε να κάνουμε πριν από αρκετά χρόνια και δύο ταξίδια στο εξωτερικό, Ισπανία και Σιγκαπούρη. Από τότε τα καλοκαίρια τη βγάζουμε στο χωριό ή στη Ραψάνη Ολύμπου, όπου υπάρχει παραθεριστικό κέντρο της τράπεζας. Τον χειμώνα, ενώ παλιά πηγαίναμε και δύο φορές τον μήνα εκδρομή στο χωριό, περιορίσαμε την έξοδο του Σαββατοκύριακου στο ελάχιστο. Σήμερα χρειαζόμαστε για μετακίνηση στο χωριό περίπου 30.000 το Σαββατοκύριακο. Σκεφτόμαστε πια και τις βενζίνες και τα διόδια και….
Θα πει κανείς, πόσα “καθαρίζετε” τον μήνα και είσαστε όλο στον περιορισμό; Δεν θα ντραπώ να πω, παρά κάτι 500.000 δραχμές. Τριακόσιες (μεικτά) εγώ και 200 χιλιάδες η σύζυγός μου που εργάζεται στον ΟΑΕΔ. Τα έξοδα, όμως, έρχονται μία η άλλη σχεδόν με τα έσοδα. Εχουμε και λέμε: νοίκι 80.000 δραχμές, ΔΕΗ – ΟΤΕ – ΕΥΔΑΠ είναι τριμηνιαίως 25.000, 15.000, 5.000, αντίστοιχα, σουπερμάρκετ 20.000 εβδομαδιαία (συν 6.000 δραχμές ανά δεκαπενθήμερο που στοιχίζει το κουτί οι πάνες για το μωρό), ρούχα και παπούτσια μόνο για μας τους μεγάλους 300.000 δραχμές συνολικά τον χρόνο, ρυθμική στον Δήμο Χαϊδαρίου που κάνει η Θάλεια ισούται με 3.000 δραχμές τον μήνα, προσθέστε τα έξοδα για αυτοκίνητο, μηχανάκι, καμιά ταβέρνα την Κυριακή το μεσημέρι (αραιά και πού)…
Η διακόσμηση στο σπίτι έχει στοιχειώσει. Αλλαγές που κοστίζουν δεν κάνουμε. Τα έπιπλα στο σαλόνι κλείνουν 11 χρόνια. Είναι καλοδιατηρημένα όμως γιατί είμαστε ως χαρακτήρες σχολαστικοί και προσεκτικοί. Οταν μεγαλώσουν τα παιδιά μπορεί να τα αλλάξουμε. Εχουμε δύο εκατομμύρια στην άκρη, για ώρα ανάγκης. βέβαια, έχουμε κάνει αίτηση στο Ταμείο μας για στεγαστικό δάνειο. Θα τα χρησιμοποιήσουμε εκεί, αν το πάρουμε. Το αυτοκίνητο που θα ήθελα να πάρω το έχω βάλει στο πίσω μέρος του μυαλού. Ασε, δεν είμαστε για τέτοια… Ιδιωτικό σχολείο για την κόρη δεν το σκέφτομαι καν. Αλλωστε θεωρώ πεταμένα τα λεφτά στην ιδιωτική εκπαίδευση. Ισως γιατί έχουμε βρει καλό δημόσιο σχολείο στη γειτονιά μας. Είναι ενταγμένο σε κάποιο ειδικό πρόγραμμα και γίνεται καλή δουλειά…
Καμιά φορά νομίζω ότι μας κοροϊδεύουν όταν λένε ότι αυξήθηκε η αγοραστική δύναμη των τραπεζικών τα τελευταία τρία χρόνια σε σχέση με τον πληθωρισμό. Πρώτον, γιατί ο πληθωρισμός που λένε αυτοί που τον βγάζουν αφορά συγκεκριμένα πράγματα. Δεν υπολογίζουν, ας πούμε, την αύξηση των ενοικίων εγώ πληρώνω φέτος 20.000 δραχμές περισσότερο από πέρυσι, δεν υπολογίζουν τη βενζίνη που πέρυσι ήταν 200 δραχμές και πήγε 225 δραχμές. Δεύτερον, δεν καλύπτεται το χαμένο εισόδημα των παρελθόντων ετών· και, τρίτον, δεν υπολογίζουν την ψαλίδα που ανοίγει με τις φορολογικές κλίμακες καθώς στις πληθωριστικές αυξήσεις αλλάζεις κλιμάκιο πληρώνοντας συνεχώς μεγαλύτερο φόρο χωρίς στην ουσία να παίρνεις περισσότερα.
Οσο για τις ασφαλιστικές καλύψεις ή τη σύνταξη, με άλλη προοπτική μπήκα και άλλη συνάντησα στην πορεία. Αυξήθηκαν οι εισφορές ενώ δεν ξέρουμε καν το όριο συνταξιοδότησης. Οταν ήρθα στην τράπεζα υπολόγιζα ότι στα 58 θα έπαιρνα σύνταξη. Τώρα ποιος ξέρει τι μέλλει γενέσθαι. Κάτι τέτοια είδα και έγινα δύσπιστος και με τους συνδικαλιστές μας. Δεν βλέπω ο αγώνας ή οι απεργίες μας να έχουν αποτέλεσμα. Εδώ και καιρό οι συνδικαλιστές ανακοινώνουν απεργίες – οπερέτες της μιας μέρας στη “χάση και στη φέξη”. Δήθεν ότι αντιστέκονται και στην ουσία εξυπηρετούν άλλους σκοπούς: ως μέσον πίεσης στις διοικήσεις για να διορίσουν συγγενείς τους, είτε για να μην τους κοπούν κάποιες απολαβές ή άδειες…
Εν κατακλείδι, είμαι τραπεζικός και δεν νιώθω καθόλου προνομιούχος. Ή καλύτερα είμαι τραπεζικός και έχω πάψει να νιώθω προνομιούχος…». Μύθος οι καλοί μισθοί αποδεικνύουν οι στατιστικές συγκρίσεις, με τις άλλες χώρες της Ευρώπης Τελευταίοι σε αγοραστική δύναμη
ΑΝ ΕΞΕΤΑΣΕΙ κάποιος το ετήσιο εισόδημα των μισθωτών τα έτη 1977, 1981, 1989, 1993 και 1995, θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι μισθοί τραβούν την… κατηφόρα (1977-1995). Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με υπολογισμούς, η ποσοστιαία μεταβολή του ετήσιου εισοδήματος για το 1981 σε σχέση με το 1977 ήταν -14,5%, για το 1989 σε σχέση με το 1981 -5,1%, για το 1993 σε σχέση με το 1989 -15,6%, για το 1995 σε σχέση με το 1993 -1,5%, ενώ για το 1995 σε σχέση με το 1977 ήταν -32,5%!
«Οι καλοί μισθοί της ΔΕΗ είναι μύθος. Την προηγούμενη δεκαετία ίσχυε αυτό. Τελευταία όμως βλέπουμε το εισόδημά μας να μειώνεται κάθε χρόνο κατά 2-5 μονάδες», παρατηρεί ο κ. Ν. Εξαρχος, πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Ενδεικτικές είναι οι μεικτές αποδοχές των πρωτοδιόριστων στη ΔΕΗ: όσοι έχουν απολυτήριο δημοτικού παίρνουν 128.486 δρχ. τον μήνα· με απολυτήριο τριτάξιου γυμνασίου, 139.004 δρχ. τον μήνα· με απολυτήριο γυμνασίου 150.177 δρχ.· οι απόφοιτοι πανεπιστημίου, 201.754 δρχ.· οι υπομηχανικοί, 177.945 δρχ. και οι μηχανικοί απόφοιτοι Πολυτεχνείου 248.372 δρχ. τον μήνα. «Σιγά σιγά απομυθοποιείται η κατάσταση», λέει ο κ. Εξαρχος. «Ολα έχουν αλλάξει και πολύ φοβάμαι ότι θα αλλάξουν κι άλλο εις βάρος της ΔΕΗ». Οσον αφορά τους τραπεζοϋπαλλήλους, πιο συγκεκριμένα, «η εξέλιξη των αμοιβών δεν αντιστοιχεί στις δυνατότητες των τραπεζών, στην επί σειρά ετών βελτίωση της παραγωγικότητας, ούτε καλύπτει το συνεχώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης των εργαζομένων», τονίζει ο πρόεδρος της ΟΤΟΕ κ. Δημήτρης Κουσελάς. Κατά την εξαετία 1989-1994 τα καθαρά κέρδη των ελληνικών εμπορικών τραπεζών αυξήθηκαν, σε σταθερές τιμές, κατά 212,7% έναντι αύξησης των δαπανών προσωπικού μόλις κατά 3,46%. Επίσης, τα καθαρά κέρδη ανά υπάλληλο αυξήθηκαν την ίδια περίοδο κατά 189,41%, σε σταθερές τιμές, ενώ η μέση δαπάνη ανά υπάλληλο μειώθηκε κατά 4,05%.
Οπως προκύπτει από διεθνείς συγκρίσεις της Eurostat (1996) και από πρόσφατες εκτιμήσεις της ΟΤΟΕ, η Ελλάδα με βάση τη μέση ακαθάριστη αμοιβή των τραπεζοϋπαλλήλων (εκφρασμένη σε ECU) διατηρούσε στα τέλη του 1994 την τελευταία θέση ανάμεσα σε χώρες – μέλη της ΕΕ (περίπου 1.100 ECU έναντι 2.500 για το Βέλγιο και τη Γερμανία, 2.200 για την Αγγλία, 2.000 για τη Γαλλία και 1.600 για την Ισπανία), χαμηλότερα ακόμη και από την Πορτογαλία (1.200 ECU). Αν, μάλιστα, η σύγκριση αμοιβών γίνει με βάση την αγοραστική δύναμη αυτών των μισθών, εκφρασμένη σε ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης (ΙΑΔ), η αγοραστική δύναμη των μισθών των τραπεζοϋπαλλήλων στην Ελλάδα (περίπου 1.500 ΙΑΔ) είναι με σημαντική διαφορά η χαμηλότερη στην Ευρώπη (στις περισσότερες χώρες της οποίας οι μέσες αμοιβές των τραπεζοϋπαλλήλων ξεπερνούσαν τις 2.000 ΙΑΔ, με 1.800 για την Πορτογαλία).
Κατά την τριετία 1993-95 οι αυξήσεις του μέσου ονομαστικού μισθού στις εμπορικές τράπεζες ξεπέρασαν τις αυξήσεις του δείκτη τιμών καταναλωτή, επαναφέροντας την αγοραστική δύναμη του μέσου μισθού στα επίπεδα του 1989, από τα οποία είχε θεαματικά υποχωρήσει ο πραγματικός μισθός κατά την τριετία 1990-92. Η πραγματική αύξηση της αγοραστικής δύναμης το 1993 ήταν 0,52%, το 1994 1% και το 1995 1,38% σε σχέση με τον πληθωρισμό που υπήρχε κατά τις αντίστοιχες χρονιές.
Βεβαίως, η εικόνα αυτή δεν αντανακλά την πραγματική κατάσταση επειδή: α) το κόστος ζωής είναι πολύ υψηλότερο από όσο δείχνει ο δείκτης του πληθωρισμού, αφού αυτός προκύπτει από κάποια είδη πρώτης ανάγκης χωρίς να περιλαμβάνονται άλλα τα οποία χρησιμοποιεί κατά κόρον ο πολίτης στην καθημερινή του ζωή. β) Η φορολογική επιβάρυνση των μισθωτών, λόγω της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας, είναι πολύ μεγάλη οδηγώντας σε μείωση του πραγματικού εισοδήματος. Μετά από δεκαετίες σιγουριάς οι υπάλληλοι των κρατικών επιχειρήσεων νιώθουν ανασφάλεια Εκτός από τη ΔΕΗ δούλευα και ταξί
«ΖΟΥΣΑΜΕ πιο ανθρώπινα τότε…». Ο κ. Ανδρέας Παναγιωτίδης, προϊστάμενος του Γραφείου Οικονομικών Δραστηριοτήτων στη ΔΕΗ, αναπολεί με νοσταλγία τη δεκαετία του ’80· τότε όπου ο μισθός του ήταν μόλις 14.000 δραχμές συν 6.000 δραχμές που έπαιρνε η Σπυριδούλα, η γυναίκα του, η οποία δούλευε στον ιδιωτικό τομέα αλλά αργότερα διορίστηκε στο υπουργείο Οικονομικών· τότε όπου τα χρήματα αυτά ήταν αρκετά για το ενοίκιο, για να διασκεδάζουν τακτικά, να πηγαίνουν ταξίδια και να βάζουν κάτι στην άκρη.
Ο κ. Παναγιωτίδης ζει με την οικογένειά του σε ένα τεσσάρι στον πεζόδρομο Ιακωβίδου, στον Αγιο Ελευθέριο Αχαρνών. Η πολυκατοικία είναι καινούργια, με θυροτηλεόραση στην είσοδό της και μεγάλα μπαλκόνια που βλέπουν στον πεζόδρομο. Το μπαλκόνι του κ. Παναγιωτίδη είναι πνιγμένο στο πράσινο και από τα φυτά κρέμονται… γιρλάντες. Στολισμένο αποκριάτικα είναι και το σαλόνι. «Ετοιμάζουμε το σπίτι για το πάρτι του γιου μας», εξηγεί η γυναίκα του και εξαφανίζεται στην κουζίνα για να μαγειρέψει. Ευρύχωρο, με απλά καλόγουστα έπιπλα και φωτεινό, το σαλόνι φαίνεται να είναι ο χώρος όπου συγκεντρώνεται η οικογένεια. «Αυτόν τον καναπέ που βλέπεις δύο φορές τον έστειλα για επισκευή γιατί έσπασε», λέει ο κ. Παναγιωτίδης. «Τι περιμένεις; Φτηνοπράγμα. Οταν μετακομίσαμε, πριν από τρία χρόνια, ήταν τόσα τα έξοδα που δεν μπορέσαμε να πάρουμε πιο ακριβό σαλόνι. Ολα τα υπόλοιπα έπιπλα τα αγοράσαμε το 1980, όταν παντρευτήκαμε. Δεν πήραμε από τότε τίποτα καινούργιο εκτός από τα κρεβάτια των παιδιών».
Πραγματικά, πλησιάζοντας στο τραπέζι και στο σύνθετο, το οποίο καλύπτει ολόκληρο τον έναν τοίχο του δωματίου, φαίνονται καθαρά τα σημάδια του χρόνου: χαρακιές, βαθουλώματα, φθορές στο λούστρο. Ο κ. Παναγιωτίδης μιλά ήρεμα, κάνοντας όμως έντονες χειρονομίες σαν να χρειάζεται να υποστηρίξει τα λόγια του. «Τώρα, μετά από 18 χρόνια δουλειάς, νιώθω περισσότερο άγχος από κάθε άλλη φορά. Είμαι 42 χρόνων, σε μια κρίσιμη ηλικία. Φοβάμαι για την υγεία μου, σκέφτομαι τι θα κάνει η οικογένειά μου αν πάθω κάτι. Η σύνταξη και η αποζημίωση που θα πάρουν είναι εξευτελιστική. Σε αυτή την ηλικία συνειδητοποιείς επίσης ότι δεν μπορείς να κάνεις πλέον τίποτε άλλο. Προσγειώνεσαι στην πραγματικότητα. Οι απαιτήσεις της ζωής σού στερούν το όνειρο. Τώρα ξέρω πως στα παιδιά μου εγώ δεν θα αφήσω τίποτα. Θα τους αφήσουν οι γονείς μου, εγώ όμως σπίτι ή οικόπεδο δικό μου δεν πρόκειται να αποκτήσω».
Ο προϋπολογισμός της οικογενείας, παρά τις περίπου 600.000 δρχ. των δύο μισθών, βγαίνει κάθε μήνα μείον 100.000-150.000 δρχ. Τα αγόρια της οικογενείας, ο Τηλέμαχος, 16 ετών, και ο Λευτέρης, 10 ετών, πηγαίνουν σε δημόσια σχολεία και παρακολουθούν τρία φροντιστήρια ξένων γλωσσών. «Θα μου πείτε πώς τα βγάζουμε πέρα; Πάντως όχι με τους μισθούς μας. Την περίοδο από το 1978 ως το 1980 δούλευα εκτός από τη ΔΕΗ και ταξί, τρεις ημέρες την εβδομάδα. Με τα λεφτά αυτά φτιάξαμε το νοικοκυριό μας. Οι γονείς μου, οι οποίοι έμεναν στην ίδια πολυκατοικία, μας κρατούσαν τα παιδιά, γεγονός το οποίο μεταφράζεται σε μεγάλη οικονομική βοήθεια. Και έτσι αργότερα, στις δεκαετίες ’80-’90, αποταμιεύσαμε 600.000 δρχ. Πέσαμε τότε και στη χρυσή περίοδο του Χρηματιστηρίου και, επειδή είχα κάποιες πληροφορίες λόγω της εργασίας μου, επένδυσα τα χρήματα εκεί. Πήρα μεγάλο ρίσκο τότε, αλλά τώρα έχουμε άνεση τραβώντας από τα έτοιμα». Ο κ. Παναγιωτίδης ήθελε να στείλει τον μεγάλο του γιο σε ιδιωτικό σχολείο, στο Αμερικανικό Κολέγιο, αλλά δεν κληρώθηκε. Οταν ήρθε η ώρα να πάει στο δημοτικό και ο μικρός του γιος, τον έστειλε και αυτόν στο σχολείο της γειτονιάς για λόγους ισότητας. «Ανησυχώ πολύ για το μέλλον των παιδιών μου. Η κατάσταση στην παιδεία σε ωθεί να σκέφτεσαι μόνο το εξωτερικό. Ετσι κι αλλιώς τα έξοδα ενός παιδιού που σπουδάζει είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό είναι περίπου τα ίδια».
«Τα τελευταία 15 χρόνια τα πράγματα γίνονται κάθε χρόνο και χειρότερα. Εχουμε μειώσει τα ταξίδια και τις εκδρομές μας και αυτό το θεωρώ μεγάλο μειονέκτημα στον τρόπο που ζούμε. Η κοινωνική μας ζωή έχει περιορισθεί. Δεν έχουμε την άνεση να ανοίγουμε το σπίτι μας όσο συχνά θέλουμε, να κάνουμε τραπέζια, να πηγαίνουμε παρέα σε μια ταβέρνα. Αλλωστε, όταν μεγαλώνει κάποιος, έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις από τη ζωή: δεν θα πάω να φάω εκεί όπου πήγαινα όταν ήμουν εποχικός στη ΔΕΗ, θέλω ένα καλύτερο μαγαζί». Ο κ. Παναγιωτίδης δυσανασχετεί επίσης γιατί έχει χαθεί η επαφή με μερικούς από τους παλιούς του φίλους. «Αλλοι είναι σε καλύτερη και άλλοι σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από μας και δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε ο ένας τον ρυθμό της ζωής του άλλου. Βέβαια η φιλία εξακολουθεί να υπάρχει».
«Τι σημαίνει καλή ζωή για μένα;». Ο κ. Παναγιωτίδης έχει κατασταλαγμένη άποψη επί του θέματος και εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να ανάψει ένα τσιγάρο. «Καπνίζω πολύ, δύο πακέτα την ημέρα. Τώρα καπνίζω αυτά με το βιοφίλτρο, λένε ότι είναι λιγότερο βλαβερά. Γενικά τώρα που το σκέφτομαι δεν κάνω καθόλου υγιεινή ζωή. Το αντίθετο, δεν γυμνάζομαι, έχω και περιττά κιλά». Η παρένθεση κλείνει και η κουβέντα γυρίζει στην προηγούμενη ερώτηση. «Καλή ζωή σημαίνει ένα σπίτι δικό μου, εξασφαλισμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όχι σαν αυτή που μας παρέχει το ταμείο της ΔΕΗ και να έχω τη δυνατότητα να κάνω ένα καλό ταξίδι τον χρόνο. Διακοπές όπως τις εννοούν οι περισσότεροι έχουμε δέκα χρόνια να κάνουμε. Είναι και η φύση της δουλειάς μου τέτοια που δεν μπορώ να φύγω το καλοκαίρι. Νοικιάζουμε όμως με τον χρόνο αντί 600.000 δρχ. ένα μικρό δυάρι στο Μελίσσι Κορινθίας και όποτε μπορούμε πηγαίνουμε για Σαββατοκύριακα, τριήμερα και το καλοκαίρι και τον χειμώνα για σκι στα Καλάβρυτα».
Πάγιο παράπονό του, όπως και των υπολοίπων συναδέλφων του, είναι ο τρόπος που φορολογούνται τα εισοδήματά τους. «Οταν παίρνουμε αύξηση που συνεπάγεται και αλλαγή της φορολογικής κλίμακας, η αύξηση είναι ουσιαστικά μηδενική. Θα προτιμούσα να μην παίρναμε αύξηση και να έμεναν σταθερές οι τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης. Θα ήθελα με τα λεφτά από τον μισθό μου να προσφέρω κάτι στα παιδιά μου. Οχι ότι έχουν παράλογες απαιτήσεις, αλλά ένα ταξίδι στο εξωτερικό που ζητάνε δεν μπορώ να τους το δώσω».



