“Η νύχτα μού έδωσε baccalauréat”




Το 2000 η Δήμητρα Γαλάνη θα γιορτάσει τα 30 χρόνια της καριέρας της, που είναι όμως 31. Θα εκδώσει μια κασετίνα για την οποία συνεργάζονται τρεις δισκογραφικές εταιρείες, γεγονός που σημαίνει ότι το ρεπερτόριο θα είναι αντιπροσωπευτικό της πορείας της. «Δεν γίνεται επετειακά, δεν μου αρέσουν οι επέτειοι» λέει. «Ηθελα πολύ μια εργασία συνολική που θα έχω παρακολουθήσει, θα έχω εγκρίνει. Οι κασετίνες είθισται να κυκλοφορούν διεθνώς για καλλιτέχνες με μεγάλο ρεπερτόριο. Στην Ελλάδα ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια με τον Γιώργο Νταλάρα και το βρίσκω εξαιρετικά χρήσιμο να συγκεντρώνει κανείς το ρεπερτόριό του». Αν έχει ρεπερτόριο η Γαλάνη! Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Ξαρχάκο, Θεοδωράκη, Μούτση, Λοΐζο, Σπανό, Νικολόπουλο, Χατζηνάσιο, Κραουνάκη, Μικρούτσικο, Σαββόπουλο και οδεύει… Σε λίγο πρόκειται να ερμηνεύσει Κωνσταντίνο Βήτα ενώ έκανε ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό, πέρασμα στο ραπ τραγουδώντας ή, για την ακρίβεια, «απαγγέλλοντας» στίχους made by Ημισκούμπρια. Για τη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη και για τη στάση της στο τραγούδι έχουν ειπωθεί πολλά και καλά. Αν θα έπρεπε να προστεθεί κάτι επιπλέον είναι το γεγονός ότι η Γαλάνη θα συνεχίσει να «παίζει» και τον επόμενο αιώνα. Είναι, ήταν πάντα, ένας άνθρωπος με μέλλον. Και στο μέλλον το τραγούδι χρειάζεται το ταλέντο, την ευαισθησία, την αισθητική και το ήθος της.


Το Millennium θα τη βρει να τραγουδάει, μαζί με τους συνεργάτες της, στη «Μέδουσα». Είναι η δεύτερη σεζόν στο ίδιο μαγαζί. Το σουξέ συνεχίζεται και εφέτος. Από την εποχή του «Χαράματος», το 1992, η Γαλάνη υπέγραψε τη δική της πρόταση στη νυχτερινή διασκέδαση. Μια πρόταση που αγαπήθηκε από το κοινό και απεδείχθη τομή στην καριέρα της. Η ίδια όμως δεν χωρίζει την πορεία της σε περιόδους. Δεν δέχεται το πριν και το μετά από κάτι. Υπάρχει ένα ενιαίο σύνολο και γι’ αυτό προσπαθεί. «Ο,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα μετά από ανάγκη εσωτερική. Αλλοτε την αισθανόμουν τη σωστή στιγμή, άλλοτε όχι. Δεν κάνω τίποτε με υπολογισμό. Στόχο είχα πάντα βεβαίως. Η συναναστροφή μου με τον κόσμο της νύχτας, και στο “Χάραμα” και στη “Μέδουσα”, ήταν σαν μια σειρά σπουδών. Τελείωσα ένα Μπακαλορεά, ας πούμε. Μεγαλώνω και μαθαίνω μέσα από αυτά που κάνω. Είμαι σπουδαστής, σε τελευταία ανάλυση…».


­ Εφέτος αυτοσατιρίζεσαι στη σκηνή. Θεωρείς ότι υπάρχει ένα έξυπνο κοινό από κάτω για να εκτιμήσει την πράξη σου;


«Θεωρώ ότι το κοινό πάντα είναι έξυπνο. Αυτή η συγκεκριμένη ευφυΐα του κοινού οφείλεται στο ένστικτό του, το οποίο δεν έχει να κάνει με την προσωπική ευφυΐα του καθενός, έχει να κάνει με το κατά πόσον δέχεται κάτι που είναι αλήθεια και απορρίπτει κάτι που είναι ψέμα. Οταν αυτό το πράγμα δεν γίνεται κατ’ επίφαση, νομίζω ότι ο κόσμος το αντιλαμβάνεται και θεωρώ βέβαιο, πέρα από όλα αυτά, ότι, αν μη τι άλλο, ο Ελληνας έχει χιούμορ. Διαφορετικά δεν θα είχε αντέξει μια τέτοια ιστορία ως έθνος. Μόνο με χιούμορ μπορεί να αντεπεξέλθει. Είναι τόσο τραγελαφικά αυτά που συμβαίνουν γύρω μας που το να αυτοσαρκάζεσαι είναι το καλύτερο που έχεις να κάνεις. Δεν είχα έτσι κι αλλιώς ποτέ πρόβλημα μ’ αυτό. Δεν πέρναγα τον εαυτό μου από καμιά γυάλα, τον είχα πάντα στην ανθρώπινη του διάσταση. Αν είχα τον παραμικρό ενδοιασμό αυτοσαρκαζόμενη, θα τον ένιωθε και ο κόσμος».


­ Θεωρείς ότι υπάρχει και ένας κόσμος που έχει έρθει εφέτος να σε ακούσει λόγω του «Safe sex», αφού οι δύο βασικοί συνεργάτες σου είναι υπεύθυνοι και για την ταινία;


«Η επιτυχία του Ρέππα και του Παπαθανασίου δεν είναι εφετεινή. Απλά με το “Safe sex” πήρε ακόμη πιο μαζική διάσταση. Στο σινεμά, που είναι κομμένα εισιτήρια, μπορείς να την υπολογίσεις. Στην τηλεόραση δεν μπορείς. Θα ξεχάσουμε όμως τη θεαματικότητα στις “Τρεις Χάριτες”; Είναι διαπιστωμένη η επιτυχία των παιδιών. Οταν εγώ πήγα και τους βρήκα, ήξερα την επιτυχία τους, ήμουν ήδη οπαδός τους. Δεν αποκλείεται να ήρθε καινούργιος κόσμος στη “Μέδουσα”, αυτό όμως είναι καλό».


­ Εκτός από τον αιώνα, τελειώνει και η δεκαετία του ’90. Ποιο θεωρείς χαρακτηριστικό της στο τραγούδι;


«Υπάρχει μια διαρκής στάση ψαξίματος. Αυτό κατ’ αρχήν που για μένα χαρακτηρίζει τη δεκαετία του ’90 και με κάνει ευτυχή είναι το γεγονός της εθνικής συμφιλίωσης στον τομέα του τραγουδιού. Δηλαδή, το γεγονός ότι πλέον τα στεγανά που υπήρξαν αρχίζουν να πέφτουν. Αυτές οι ετικέτες των ειδών χάριν των οποίων έγιναν και πολλά τέρατα τελείωσαν. Σαφώς μέσα σε αυτήν ακριβώς την αλλαγή δημιουργείται και μια σύγχυση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ώσπου να ξεκαθαρίσουν τα χλωρά από τα ξερά, ώσπου να αποδειχθεί ποιοι και από ποια όχθη αξίζει τον κόπο να μείνουν. Γιατί και από την αντίπερα ­ από τη δική μου ­ όχθη υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να έτυχαν κακού ρεπερτορίου, κακών επιλογών ή κακών συμβουλών, αλλά ως αξίες καλλιτεχνικές δεν είναι για πέταμα. Θα ξεκαθαριστεί η θέση τους για να μπορέσουν να τραβήξουν το τρένο. Αυτό το τρένο του καλύτερου από το κακό».


­ Σε αυτή τη δεκαετία έκανες συνεργασίες που ευνόησαν τη μη ύπαρξη στεγανών.


«Είμαι από τους ανθρώπους που προξένησαν τη μη ύπαρξη στεγανών. Τώρα, αν αυτό γίνει συρμός, δεν ξέρω. Δεν θα έχω και καμία ευθύνη. Θεωρούσα πολύ ρατσιστικό και φασιστικό φαινόμενο τα στεγανά. Ηταν λιγάκι περίεργο, εμείς οι “καθαροί” και εσείς οι “βρώμικοι”. Μου φαινόταν εξίσου περίεργο που και οι “καθαροί” έκαναν τέρατα πολλές φορές. Γι’ αυτόν τον λόγο ήμουν από την αρχή εναντίον αυτής της κατάστασης, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι θα μπερδέψω το αποτέλεσμα του πολιτισμού με το αποτέλεσμα της διασκέδασης. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα».


­ Τη δεκαετία του ’80 η δική σου γενιά απείχε από τους χώρους της διασκέδασης, την τελευταία δεκαετία επανήλθατε.


«Αποσυρθήκαμε και μάλιστα ήταν και λίγο σαν να είχαμε συνεννοηθεί ενώ δεν είχαμε. Αυτομάτως ο χώρος αυτός δόθηκε σε άθλιους ­ είτε από τη μεριά επιχειρηματιών είτε από τη μεριά καλλιτεχνών. Ηταν πολύ λίγες οι φωτεινές περιπτώσεις διασκέδασης. Ορα ομάδα Κραουνάκη – Νικολακοπούλου. Υπήρχαν ακόμη κάποια μικρά πραγματάκια και από εκεί κι έπειτα ήταν φύρδην μίγδην. Μια αθλιότητα, μια μαζική διασκέδαση. Ο χώρος καρατομήθηκε στην κυριολεξία από διαφόρους οι οποίοι κάνουν τη δουλειά τους σε επίπεδο βιοτεχνίας και πήγε αλλού το πράγμα. Θεώρησα λοιπόν ότι, αντί να κάνουμε καλό, κάναμε κακό με την αποχή. Γιατί για τον Ελληνα δεν παύει η διασκέδασή του να είναι υπόθεση ζωτικής σημασίας. Για τον Ελληνα η διασκέδασή του είναι ο πολιτισμός του. Αυτό είναι η τρέλα. Αυτό είναι που δεν μπορούν να καταλάβουν στο εξωτερικό».


­ Στις συνεργασίες σου που καταργούν τα στεγανά συμπεριλαμβάνεις και αυτήν με τον Χρήστο Δάντη;


«Τη θεωρώ πολύ φυσιολογική. Κατ’ αρχήν είναι από τα παιδιά που έχουν ξεκινήσει δίπλα μου, από 18 χρόνων παιδάκι. Παρακολουθώντας τον όλα αυτά τα χρόνια και διαπιστώνοντας ότι οι επιλογές του δεν ήταν σωστές, πολλές φορές του είχα μιλήσει γιατί ήξερα ότι ο Χρήστος είναι μουσικός-τραγουδιστής. Είναι πολύ καλός τραγουδιστής. Είναι ο καλύτερος τραγουδιστής ποπ που έχουμε αυτή τη στιγμή. Είναι απελευθερωμένος, έχει στοιχεία μουσικότητας πολύ σοβαρά, είναι καλός περφόρμερ και μαζί με τη λαϊκότητα που έχει ως άτομο περνάει, αρέσει στον κόσμο. Γι’ αυτό και τον Δάντη δεν είναι εύκολο να τον εξαφανίσεις. Είναι πολύ καλή περίπτωση και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο του έδωσα τραγούδια».


­ Φυσιολογική θεωρείς και τη συνεργασία σου με τα Ημισκούμπρια; Και γιατί με αυτούς και όχι με τους Active Member, που θεωρούνται τοπ στο ραπ;


«Τα Ημισκούμπρια μού είναι πολύ συμπαθητικά ως παιδιά και τον Μιθριδάτη τον ήξερα. Οταν μου το ζήτησαν, δεν είχα ενδοιασμό να το κάνω. Τα παιδιά έχουν μεγάλη πλάκα και με συγκίνησαν κιόλας όταν ζήτησαν τη συμμετοχή μου. Δεν πήγα να κάνω ραπ, πήγα γιατί τους συμπαθώ, δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με τη ραπ. Οι Active Member είναι εξαιρετικοί και τους έχω ξεχωρίσει επανειλημμένως. Αυτό το οποίο έχει για μένα ενδιαφέρον μουσικό και αυτή τη στιγμή καταγίνομαι μαζί του είναι η μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα».


­ Τι ακριβώς θα κάνεις με τον Κωνσταντίνο;


«Τον Ιανουάριο θα κυκλοφορήσει ένα CD single όπου τραγουδάω τη “Σούπερ Στέλλα”. Και εκεί θα καταλάβεις περίπου το ύφος αυτού που θα επακολουθήσει. Ετοιμάζουμε έναν ολόκληρο δίσκο μαζί. Ο Κωνσταντίνος είναι η καλύτερη περίπτωση έκφρασης αυτού του χώρου στην Ελλάδα. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ το υλικό του και θα γίνει ένα παιχνίδι προσεγγίσεων μεταξύ μας».


­ Τα χρόνια που σε παρακολουθούμε δεν διαπιστώσαμε καμία γκρίνια από σένα. Πώς εξουδετέρωνες τον θυμό σου;


«Υπάρχουν οι προβοκάτορες, υπάρχουν και οι άνθρωποι οι οποίοι παρατηρούν τα πράγματα μέσα από έναν πιο εσωστρεφή τρόπο. Είμαι της άποψης ότι, αν πρέπει να προβοκάρεις, πρέπει να έχεις και τη λύση στα χέρια σου. Δεν ξέρω αν μπορώ να έχω και τη λύση τη στιγμή που γίνομαι τρελή με τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μου. Προβοκάτσια για την προβοκάτσια δεν το καταλαβαίνω. Την προβοκάτσια, ας πούμε, του Χατζιδάκι την καταλαβαίνω, γιατί ήταν φως. Ο,τι έβγαινε και το χτύπαγε στο κεφάλι είχε λόγο. Ακόμη και αν φαινόταν παράλογο στην αρχή. Μετά διαπιστώναμε ότι είχε λόγο, κάτι προλάβαινε. Αλλά αυτές είναι πολύ μεγάλες φυσιογνωμίες. Δεν μπορείς να βάλεις τον εαυτό σου δίπλα τους».