Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή






ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ δυνατόν η εισαγωγή στο νοσοκομείο να αποτελεί αντικείμενο ρουσφετιού και πολλές φορές συναλλαγής, όταν ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών είναι υπεραρκετός για να καλύψει τις ανάγκες της Αττικής αλλά και της χώρας; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν λίστες αναμονής πέντε – έξι μηνών, οι διάδρομοι να γεμίζουν από ράντζα με ασθενείς και, την ίδια ώρα, κάποια άλλα νοσοκομεία να είναι μισοάδεια ή, όπως προτιμούν να τα αποκαλούν κάποιοι πρόεδροι, μισογεμάτα; Πώς είναι δυνατόν σε μια περιοχή να υπάρχουν 11 νοσοκομεία και σε μιαν άλλη μόνο ένα και αυτό ανεπαρκές.


Τα νοσοκομεία και οι ιδιωτικές κλινικές φαίνεται ότι συνεχίζουν να λειτουργούν στα σημεία που βρίσκονται, για να καλύπτουν τις ανάγκες των γιατρών και όχι των πολιτών. Οι κλίνες, με τον τρόπο που είναι κατανεμημένες ανά ειδικότητα, δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχουν πρωτίστως για να αυξήσουν το επαγγελματικό κύρος κάποιων διευθυντών. Μικρά μισοάδεια νοσοκομεία συνεχίζουν να υπάρχουν για να μοιράζουν τίτλους σε προέδρους. Την ίδια ώρα, μεγάλα νοσοκομεία αδυνατούν να προσφέρουν σωστή νοσηλεία, γιατί μετατρέπονται σε κέντρα υγείας.


Σύμφωνα με τους αριθμούς, οι νοσοκομειακές κλίνες στην Αττική είναι υπεραρκετές για να καλύψουν τις ανάγκες των κατοίκων. Η πρόσβαση του πολίτη ωστόσο μόνο εύκολη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Τα μεγάλα και οργανωμένα νοσοκομεία βρίσκονται εντός ή στις παρυφές του «εμπορικού τριγώνου», που περικλείεται ­ κυρίως ­ από τις λεωφόρους Βασιλίσσης Σοφίας, Μεσογείων και Κηφισιάς. Οι όποιες αποκλίσεις είναι μικρές και ανεπαρκείς: δύο μικρά νοσοκομεία στα δυτικά προάστια, που είναι και τα πιο πυκνοκατοικημένα, δύο – τρία μικρά στην Πατησίων, τρία, εκ των οποίων το ένα αντικαρκινικό, για να καλύψουν τις ανάγκες του Πειραιά και των περιχώρων του και ένα, το Ασκληπιείο Βούλας (και αυτό λειψό, αφού στην ουσία είναι μόνο ορθοπεδικό, με άθλια ξενοδοχειακή υποδομή), για να καλύψει τις ανάγκες των νοτίων προαστίων.


Συγκεκριμένα, στην Αττική αντιστοιχούν 6,6 κλίνες σε 1.000 κατοίκους, αναλογία που ξεπερνά τον μέσο όρο. Η αντίστοιχη αναλογία για το σύνολο της χώρας είναι 5 / 1.000. Στο επίπεδο της Δανίας και λίγο παραπάνω από την Ισπανία και την Πορτογαλία, οι οποίες βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις. Και σε αυτή την περίπτωση όμως η Ελλάδα είναι σε καλύτερη κατάσταση, αφού έχει μεν την ίδια αναλογία κλινών, αλλά έχει χαμηλότερη κάλυψη από άλλες χώρες.


Επιπλέον, έχει διαπιστωθεί ότι σε μεγάλο βαθμό η πληρότητα ή μη των κλινικών έχει να κάνει με την ειδικότητα. Σε άλλες κλινικές, όπως οι καρδιολογικές, οι ασθενείς στοιβάζονται στους διαδρόμους και σε άλλες οι θάλαμοι είναι σχεδόν άδειοι. Συγκεκριμένα, οι κλινικές παθολογίας, γενικής χειρουργικής, ορθοπεδικής, καρδιολογίας έχουν αυξημένη κάλυψη. Αντιθέτως, οι παιδιατρικές, γυναικολογικές μαιευτικές, ΩΡΛ και οφθαλμολογικές έχουν μικρή και ορισμένες από αυτές τραγικά μικρή κάλυψη (π.χ. Οφθαλμιατρείο 33%, Ελενα Βενιζέλου 48%).


Χαμηλή όμως πληρότητα σε αρκετά νοσοκομεία δεν σημαίνει μόνο ότι δεν αξιοποιείται σωστά το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Σημαίνει και κατασπατάληση των πόρων, αφού τα νοσοκομεία που δεν γεμίζουν τα κρεβάτια τους έχουν και μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Οφθαλμιατρείου Αθηνών. Τα κρεβάτια του γεμίζουν μόνο κατά το 1/3 και το μέσο ημερήσιο κόστος νοσηλείας είναι διπλάσιο από του Ευαγγελισμού και τριπλάσιο από εκείνο του νοσοκομείου Σωτηρία (Νοσημάτων Θώρακος). Τι πρέπει να αλλάξει


ΤΙ ΟΔΗΓΗΣΕ σε αυτή την κατάσταση και τι μπορεί να γίνει για να ανατραπεί; Ολοι συμφωνούν ότι φταίει η αδιαφορία της πολιτείας, η οποία ουδέποτε θέλησε να ανατρέψει την ισχύουσα κατάσταση. Παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως οι ανάγκες έχουν αλλάξει. Συνεχίζει να λειτουργεί το σύστημα υγείας με βάση την προσφορά των ιατρικών υπηρεσιών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πέρασμα των τελευταίων δεκαετιών και όχι με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού. Οπως υποστηρίζουν άνθρωποι που ασχολήθηκαν κατά καιρούς με το θέμα της χωροταξικής κατανομής, αλλά που δεν είδαν καμία σκέψη ή πρότασή τους να υλοποιείται, καμία κυβέρνηση δεν θέλησε να έρθει σε σύγκρουση με το ιατρικό κατεστημένο.


Στην ερώτηση αν υπάρχουν λύσεις ο κ. Ν. Πολύζος, οικονομολόγος, ο οποίος έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως με τα οικονομικά της υγείας και ειδικότερα με την οργάνωση και οικονομία των νοσοκομείων, απαντά ότι η παρέμβαση πρέπει να γίνει σε τρία επίπεδα: στη χωροταξική κατανομή, στην κατανομή ανά ειδικότητα και στην αλλαγή χρήσης ορισμένων μικρών νοσοκομείων.


Οπως εξηγεί ο κ. Πολύζος, πρέπει βάσει μελέτης των πραγματικών δεδομένων να υπάρξει ανακατανομή κλινών και πόρων. Αν δηλαδή σε μια ειδικότητα, π.χ. οφθαλμολογία, η κάλυψη κλινών είναι χαμηλή, να μειωθούν οι κλίνες και να μεταφερθούν μαζί με τους πόρους σε άλλη ειδικότητα, που απαιτεί μεγαλύτερο αριθμό κρεβατιών. Επίσης, μπορεί να αξιοποιηθούν μικρά νοσοκομεία με χαμηλή κάλυψη κλινών, με την αλλαγή χρήσης τους, π.χ. στο κέντρο της Αθήνας υπάρχουν τουλάχιστον δύο μικρά νοσοκομεία με χαμηλή πληρότητα και δεν υπάρχει ούτε ένας ξενώνας αποκατάστασης. Θα μπορούσε να μετατραπεί ένα από αυτά σε ξενώνα αποκατάστασης, ενώ κάποιο άλλο να αποτελέσει τμήμα ενός άλλου μεγάλου νοσοκομείου και να αποκτήσει κυρίως διαγνωστικό χαρακτήρα.


Οσον αφορά τη χωροταξική παρέμβαση, ο κ. Πολύζος θεωρεί ότι το νέο νοσοκομείο Δ. Αττικής, δυναμικότητος 714 κλινών, θα αποτελέσει αναβάθμιση των υγειονομικών υπηρεσιών στην περιοχή, αλλά από μόνη της δεν επαρκεί.


Η έναρξη κάποιου σχεδιασμού από το υπουργείο Υγείας, σε ό,τι αφορά την οργάνωση και τη χωροταξική κατανομή, επιβεβαιώνεται εμμέσως και από την προκήρυξη θέσεων για τους μάνατζερ. Συγκεκριμένα, προκηρύχθηκε μια θέση μάνατζερ για το Γενικό Κρατικό Αθηνών (Γ. Γεννηματάς) και το Νοσημάτων Θώρακος (Σωτηρία), με έδρα στο «Γ. Γεννηματάς», μία για το Λαϊκό και το Ιπποκράτειο, με έδρα το Ιπποκράτειο, μία για το Ελπίς και τον Αγιο Σάββα, με έδρα τον Αγιο Σάββα, μία για τα δύο νοσοκομεία παίδων, Αγία Σοφία και Αγλαΐα Κυριακού, μία για το Ελενα Βενιζέλου και το Αλεξάνδρα, μία για το Μεταξά και το Τζάνειο, μία για το Αγία Ολγα και το Πατησίων. Κανείς ωστόσο δεν ξέρει αν και ως πού θα προχωρήσει. Δεν έχει καν στατική επάρκεια


ΤΟ «ΑΓΚΑΘΙ» στη λειτουργία του Γενικού Περιφερειακού Νοσοκομείου «Ασκληπιείον Βούλας» είναι το ιδιοκτησιακό του καθεστώς, καθώς τα 130 στρέμματα με όλη την κτιριακή υποδομή που το αποτελούν ανήκουν στον Ερυθρό Σταυρό. Ο κ. Γιώργος Γιαννηκουρής, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων, φυσιοθεραπευτής, είναι απόλυτος: «Οταν δεν έχεις κάτι δικό σου, δεν το φτιάχνεις όπως θα έπρεπε, δεν επενδύεις. Είναι λογικό». Από εκεί και πέρα όμως τα προβλήματα είναι πολλά και χρόνια. Το «Ασκληπιείο» είναι ένα ακόμη δημόσιο νοσοκομείο, που ονομάζεται «Γενικό Περιφερειακό» ενώ δεν είναι. Το συγκεκριμένο είναι βασικά ορθοπεδικό. Μόνο που ακόμη και τα ορθοπεδικά περιστατικά, όταν είναι πολύ βαριά και εξειδικευμένα, καταλήγουν στο ΚΑΤ. Υπάρχουν βέβαια μονάδες άλλων ειδικοτήτων, οι οποίες όμως είτε υπολειτουργούν είτε δεν λειτουργούν λόγω ελλείψεως προσωπικού. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα», ανέφερε ο κ. Γιαννηκουρής, «αποτελεί η Μονάδα Τεχνητού Νεφρού του νοσοκομείου, η οποία δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε, όπως είχε προβλεφθεί άλλωστε, ενώ σε μία από τις πιο καλές και σύγχρονες μονάδες της Ευρώπης, στη Μονάδα Περιτοναϊκής Κάθαρσης, από όταν εγκαινιάστηκε έχει μπει λουκέτο!».


Αυτό που δεν περίμεναν όμως γιατροί και προσωπικό του νοσοκομείου, ήταν αυτό που συνάντησαν όταν προσπάθησαν να επεκτείνουν την Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. «Ενώ έχει ολοκληρωθεί η επέκταση εδώ και αρκετό καιρό, δεν λειτουργεί επειδή, όταν γκρεμίσαμε τους τοίχους, ανακαλύψαμε ότι δεν υπάρχει στατικότητα στο κτίριο γιατί δεν έχει θεμέλια! Και αυτό γιατί τα πιο παλιά κτίρια του νοσοκομείου είναι κτισμένα από το 1924-1926, με πέτρες και λάσπη! Οσο για το πιο καινούργιο μας κτίριο, έχει κτισθεί το 1960», υπογραμμίζει ο κ. Γιαννηκουρής, επισημαίνοντας το τεράστιο οικονομικό κόστος των εργασιών επισκευής στα πεπαλαιωμένα κτίρια του «Ασκληπιείου». «Αναγκαστήκαμε, ενώ είχαν προϋπολογισθεί κάποια εκατομμύρια, να κάνουμε υπερδιπλασιασμό της χρηματοδότησης, προκειμένου να γίνει ενίσχυση με εξωτερικό μπετόν στους τοίχους, για να πληροί το κτίριο τις προδιαγραφές αντισεισμικής προστασίας. Το ίδιο συνέβη και με το κτίριο “Ειρήνη”, όπου το 1993 προκλήθηκαν μεγάλες φθορές από τις πλημμύρες. Γεφύρι της Αρτας έγινε αυτό το κτίριο. Φτάσαμε στο 1997 και δεν ολοκληρώθηκε ακόμη. Γιατί, ενώ ξεκίνησαν οι εργασίες, ανακαλύψαμε ότι υπάρχουν ρωγμές 20 και 30 πόντων! Το κόστος επισκευής ανέρχεται σε 1 δισ. δραχμές, ενώ το αρχικώς προϋπολογισθέν κόστος ήταν 250 εκατ. δραχμές!».


Ετσι έχουν 120 κρεβάτια λιγότερα από τη μη λειτουργία αυτού του κτιρίου, σε ένα νοσοκομείο που καλύπτει περισσότερα από ένα εκατομμύριο άτομα. Εγινε Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο από το 1985, αλλά δεν υπάρχει η κατάλληλη υποδομή για να ανταποκρίνεται στον τίτλο του. Οι εργαζόμενοι στο νοσοκομείο ζητούν από δεκαετίες να γίνει ένα καινούργιο, ενιαίο κτίριο, που να μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της σημερινής πραγματικότητας. Και ενώ υπάρχει μια σχετική μελέτη από το 1985, δεν υλοποιήθηκε ποτέ. «Αν φτιάχναμε σε δύο υπόγειους χώρους τα εργαστήριά μας και είχαμε τέσσερις ορόφους ξενοδοχειακό συγκρότημα, θα είχαμε λύσει το πρόβλημα, χωρίς να “τρέχαμε” τους ασθενείς γύρω γύρω, από κτίριο σε κτίριο», διευκρινίζει ο κ. Γιαννηκουρής και επισημαίνει: «Σήμερα έχουμε κτίρια που μας είναι άχρηστα, γιατί απλούστατα δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν αυτό που εν έτει 1997 έχουμε ανάγκη και όχι αυτό για το οποίο φτιάχτηκαν εδώ και 60 χρόνια!».


Τα εργαστήρια έχουν υποδομή σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό αλλά οι χώροι είναι περιορισμένοι, με αποτέλεσμα να είναι διασκορπισμένα σε μια έκταση δεκάδων στρεμμάτων. «Ετσι, για να κάνει ο ασθενής περισσότερες από μία εξετάσεις, είναι υποχρεωμένος να… κυνηγιέται γύρω γύρω και μετά να αρχίσει να συγκεντρώνει τις απαντήσεις του από… παντού». Και μπορεί τα κρεβάτια να είναι καινούργια και ο εξοπλισμός καλός, αλλά για να βγει από τον θάλαμό του ένας ασθενής περνάει μέσα από τον θάλαμο του διπλανού του, χάριν συντομίας! Και αυτό γιατί οι θάλαμοι ήταν διαμορφωμένοι κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετούν τους ασθενείς που έπασχαν από φυματίωση των οστών τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα. Και παρέμειναν έτσι! Οι συνθήκες υγιεινής ­ αν εξαιρέσουμε τη «μάχη» που δίνουν συγγενείς των ασθενών και ασθενείς με τις κατσαρίδες ­ είναι ικανοποιητικές. Οση απολύμανση, όση καθαριότητα και αν γίνεται όμως πρόκειται για κτίρια 50 και 60 ετών…


Αυτή τη στιγμή είναι ανεπτυγμένες περίπου 450-500 κλίνες στο Ασκληπιείο, ενώ θα έπρεπε να λειτουργούν 700. Υπάρχουν μεγάλες ελλείψεις σε νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό, ενώ το φαινόμενο του ετεροαπασχολούμενου προσωπικού ταλανίζει εδώ και χρόνια το νοσοκομείο: «Υπάρχουν άτομα που έχουν προσληφθεί ως νοσηλευτικό προσωπικό και εκτελούν χρέη μη νοσηλευτικού προσωπικού. Επιπλέον ο οργανισμός του νοσοκομείου μας προβλέπει 20 νοσηλεύτριες Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) και δεν έχουμε καμία! Προβλέπει επίσης 280 νοσηλεύτριες Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) και έχουμε 150-160». Επιπλέον οι κλίβανοι της ιματιοθήκης πρέπει να αλλαχθούν, γιατί είναι πεπαλαιωμένοι, με αποτέλεσμα να σημειώνονται καθυστερήσεις ακόμη και στα χειρουργεία, επειδή δεν υπάρχουν καθαρά σεντόνια. Ο χρόνος νοσηλείας των ασθενών παρατείνεται, γιατί περιμένουν δύο και τρεις ημέρες, πολλές φορές, για να βγάλουν μια ακτινογραφία. Αντικαρκινικό χωρίς τομογράφο



Η ΠΙΝΑΚΙΔΑ γράφει «Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Μεταξά». Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα αντικαρκινικό νοσοκομείο, το οποίο, «από λανθασμένη διαχείριση», όπως υποστηρίζουν οι εργαζόμενοι, δεν εξυπηρετεί μόνον ογκολογικά περιστατικά. Θα αναρωτηθεί ίσως κανείς «είναι κακό αυτό;». Αν γίνεται σε καθημερινή βάση, ναι: «Οταν το κρεβάτι του καρκινοπαθούς είναι πανάκριβο, στοιχίζει περίπου 70.000 δραχμές τη βραδιά, είναι λάθος να έρχεται εδώ κάποιος για να κάνει μια απλή επέμβαση στη χολή. Και αυτό όχι μόνο γιατί πληρώνει πολύ περισσότερα χρήματα από όσα θα πλήρωνε σε ένα άλλο νοσοκομείο αλλά κυρίως γιατί στερεί το κρεβάτι από έναν καρκινοπαθή που το έχει μεγαλύτερη ανάγκη», διευκρινίζει ο κ. Κώστας Πεταφραντζής, γραμματέας του Συλλόγου Εργαζομένων στο Νοσοκομείο και εκπρόσωπός τους στο Διοικητικό Συμβούλιο.


Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει όμως το μεγαλύτερο αντικαρκινικό νοσοκομείο της χώρας δεν είναι μόνον οργανωτικά. Μπορεί βέβαια οι ασθενείς να βρίσκονται σε θαλάμους των τριών κλινών ­ σπάνιο φαινόμενο για δημόσιο νοσοκομείο ­, όπου οι συνθήκες υγιεινής είναι μάλλον ικανοποιητικές, αν εξαιρέσει βέβαια κανείς τις κατσαρίδες, οι οποίες αποτελούν μόνιμο «κάτοικο» των περισσότερων νοσοκομείων της χώρας. Η ανεπαρκής κτιριακή υποδομή όμως και οι ελλείψεις προσωπικού ­ κυρίως νοσηλευτικού ­ τους ταλαιπωρούν καθημερινά. Το νοσοκομείο «Μεταξά» έχει, οργανικά, 500 κλίνες, εκ των οποίων καλύπτονται μόνο οι 450 γιατί δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι χώροι. Παρ’ ότι έχει εκπονηθεί μια μελέτη για την επέκταση του κτιρίου, για την οποία μάλιστα έχουν δαπανηθεί περίπου 80 εκατομμύρια δραχμές, δεν έχει γίνει τίποτε ακόμη. «Φέτος ο υπουργός Υγείας έδωσε περίπου 500 εκατ. δρχ. για να ξεκινήσουν διαδικασίες αναβάθμισης της κτιριακής υποδομής του νοσοκομείου αλλά», όπως επισημαίνει ο κ. Πεταφραντζής, «η μελέτη βρίσκεται ακόμη στα χαρτιά».


Σε ό,τι αφορά τις ελλείψεις σε προσωπικό, φαίνεται ότι διαφορετικά αντιμετωπίζουν την κατάσταση τα υπουργεία και διαφορετικά τα νοσοκομεία, όπως υποστηρίζουν τουλάχιστον οι εργαζόμενοι του Νοσοκομείου «Μεταξά». «Υπάρχουν τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό, οι οποίες δεν φαίνονται στα “χαρτιά”. Και αυτό γιατί, συνήθως, τα υπουργεία λένε: “Πόσες οργανικές θέσεις έχετε; Τόσες. Αν αυτές είναι καλυμμένες, δεν υπάρχει έλλειψη προσωπικού”. Δεν είναι έτσι όμως. Γιατί μπορεί οι οργανικές θέσεις ­ όπως συμβαίνει στο “Μεταξά” ­ να έχουν μεταφερθεί από ειδικότητα σε ειδικότητα», υπογραμμίζει ο κ. Πεταφραντζής και εξηγεί:


«Ενώ προβλεπόταν από το Ενιαίο Πλαίσιο Οργανισμών ένα ποσοστό εργαζομένων να απασχολείται στο νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου, ένα άλλο ποσοστό στο διοικητικό και ένα τρίτο στο εργαστηριακό και στο ιατρικό, η “μοιρασιά” που γίνεται αποβαίνει εις βάρος του νοσηλευτικού προσωπικού. Περίπου 120 άτομα έχουν φύγει από το νοσηλευτικό προσωπικό και έχουν μοιραστεί σε άλλες ειδικότητες, δηλαδή ενώ θα έπρεπε, για παράδειγμα, να υπάρχουν εδώ 400 νοσηλεύτριες, έχουμε μόνο 300, γιατί οι υπόλοιπες απασχολούνται σε άλλες υπηρεσίες (παρασκευάστριες κλπ.)». Αποτέλεσμα; Ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται στις βάρδιες εκπαιδευμένες νοσηλεύτριες Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), «στο νοσοκομείο μας», επισημαίνει, «φτάσαμε στο σημείο να έχουμε στις βάρδιες βοηθούς θαλάμου, ούτε καν απλή νοσηλεύτρια!».


Ωστόσο υπάρχει και οργανική έλλειψη θέσεων, όπως λένε οι εργαζόμενοι, αφού το συνολικό προσωπικό του Νοσοκομείου «Μεταξά» απαρτίζεται από περίπου 770 άτομα, τη στιγμή που θα έπρεπε να ξεπερνούσε τα 1.100. Οι μεγαλύτερες ελλείψεις εντοπίζονται στο νοσηλευτικό προσωπικό αλλά και στα συνεργεία καθαριότητας. «Παρ’ ότι προβλέπονται 80 θέσεις, είναι ζήτημα αν υπάρχουν σήμερα 10 άτομα στην καθαριότητα. Ετσι, αναγκαζόμαστε και παίρνουμε ιδιωτικά συνεργεία, και μάλιστα ακόμη και σε ειδικούς χώρους, όπως είναι τα χειρουργεία, όπου η καθαριότητα θα έπρεπε να είναι αποκλειστική ευθύνη του νοσοκομείου». Ελλείψεις υπάρχουν και στο ιατρικό προσωπικό, οι οποίες όμως είναι ελάχιστες, αφού έχουν ήδη προκηρυχθεί σχεδόν όλες οι θέσεις.


Σε ό,τι αφορά τους νοσηλευτές πάντως, το υπουργείο, μετά από κινητοποιήσεις που έκαναν οι εργαζόμενοι του νοσοκομείου, υπεσχέθη να προχωρήσει σε προσλήψεις «οκταμηνιτών». «Αυτές οι προσλήψεις θα βελτιώσουν κάπως την κατάσταση», διευκρινίζει ο κ. Πεταφραντζής, «αλλά δεν θα λύσουν το πρόβλημα. Και αυτό γιατί συνήθως μια νοσηλεύτρια θέλει έξι μήνες για να εκπαιδευθεί. Η πρόσληψη νοσηλευτριών με σύμβαση έργου οκτώ μηνών σημαίνει λοιπόν ότι τα άτομα αυτά, στην ουσία, θα προσφέρουν υπηρεσίες δύο μηνών στο νοσοκομείο και μετά θα φύγουν».


Ο ασθενής πάντως ταλαιπωρείται, παραδέχεται ο γραμματέας του Συλλόγου Εργαζομένων στο «Μεταξά». Κατ’ αρχήν, το νοσοκομείο δεν διαθέτει αξονικό τομογράφο αλλά ούτε και τα τελευταίας τεχνολογίας μηχανήματα για τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία. Χρειάζεται τουλάχιστον ακόμη ένα κοβάλτιο (μηχάνημα για τις ακτινοβολίες), προκειμένου να μειωθεί η λίστα αναμονής των ασθενών. «Σήμερα», εκτιμά ο κ. Πεταφραντζής, «ο μέσος όρος αναμονής των ασθενών ανέρχεται σε τρείς περίπου μήνες, με αποτέλεσμα να έχουν “φυτρώσει” έξω από το νοσοκομείο ιδιωτικά εργαστήρια και διαγνωστικά κέντρα σαν… μανιτάρια». Μετά τις κινητοποιήσεις που έκαναν οι εργαζόμενοι στο «Μεταξά» τον περασμένο Σεπτέμβριο, πήραν την υπόσχεση ότι εγκρίθηκαν 270 εκατ. δρχ. για την αγορά αξονικού τομογράφου. Οσο για τα κοβάλτια που διαθέτει το νοσοκομείο, υπάρχουν από την… ιταλική επανόρθωση! Μόλις την περασμένη Πέμπτη εγκαινίασε ο υπουργός Υγείας κ. Κ. Γείτονας το καινούργιο αλλά, όπως λένε οι εργαζόμενοι, «πολύ καθυστερημένα».


Ενα άλλο πρόβλημα του νοσοκομείου είναι ότι η Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) λειτουργεί με ευθύνη του ΕΚΑΒ, με αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις, να δημιουργείται το εξής φαινόμενο: ενώ το ιατρικό προσωπικό του νοσοκομείου κρίνει ότι ένας ασθενής πρέπει να νοσηλευθεί στη ΜΕΘ, μπορεί να μην υπάρχει κρεβάτι επειδή είναι συμπληρωμένα από το ΕΚΑΒ. Γι’ αυτό ένα από τα βασικά αιτήματα των εργαζομένων είναι να λειτουργήσει και μία Μονάδα Αυξημένης Φροντίδας, που να αντιμετωπίζει αυτά τα περιστατικά ­ τα «εντός νοσοκομείου». Επιπλέον υπήρχε μια απόφαση να δημιουργηθεί στο νοσοκομείο Μονάδα Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών. Αγοράστηκαν μάλιστα κάποια μηχανήματα, ύψους περίπου 30 εκατ. δρχ., τα οποία όμως δεν χρησιμοποιήθηκαν, γιατί η μονάδα δεν λειτούργησε ποτέ. Και ενώ το πρόβλημα αυτό φάνηκε ότι βαίνει προς την οριστική επίλυσή του, καθώς ελήφθη πρόσφατα σχετική απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου, δεν υπάρχει το απαιτούμενο εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό για τη σωστή λειτουργία της Μονάδας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ­ αν δεν γίνουν οι απαραίτητες προσλήψεις ­ κίνδυνος μολύνσεων για τους ασθενείς.


Επιπλέον δεν υπάρχει μηχανοργάνωση λόγω ελλείψεως προσωπικού. Δεν έχει κάθε ασθενής τον ολοκληρωμένο ιατρικό του φάκελο, με το ιστορικό του συγκεντρωμένο, με αποτέλεσμα να ψάχνουν σε κάθε περίπτωση χαρτιά με θεραπείες, εξετάσεις και φάρμακα. Οσο για τα αρχεία του νοσοκομείου, αυτά βρίσκονται στοιβαγμένα στο πάτωμα κάποιων διαδρόμων. Και το κυριότερο: τα κοβάλτια για τις ακτινοβολίες λειτουργούν με κίνδυνο για την υγεία των εργαστηριακών γιατρών, ενώ υπάρχει και μια αίθουσα με ραδιενεργά υλικά, που είναι πλέον κλειδωμένη αλλά δεν έχει καθαριστεί! Οι γιατροί και οι «ημέτεροι»


ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για μια συνηθισμένη ημέρα εφημερίας σε ένα από τα δύο νοσοκομεία Παίδων της Αθήνας, στο «Αγλαΐα Κυριακού». Παρά τις προσπάθειες των εργαζομένων στο νοσοκομείο να δώσουν μια εορταστική νότα εν όψει των Χριστουγέννων στον χώρο υποδοχής και στους διαδρόμους, τα προβλήματα δεν μένουν απαρατήρητα. Συνωστισμός στους διαδρόμους έξω από τα εξωτερικά ιατρεία, παιδικά κλάματα, ένα τσιγγανάκι τρέχει φωνάζοντας έξω από θαλάμους με χειρουργημένα παιδιά και οι γιατροί να τρέχουν «αλλόφρονες» για να προλάβουν να εξυπηρετήσουν όσο περισσότερους ασθενείς μπορούν. Βέβαια, δεν τρέχουν όλοι με τον ίδιο ενθουσιασμό. Εχει και αυτό την εξήγησή του.


Οπως μας είπε γιατρός, που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του «για ευνόητους λόγους, αφού δεν ανήκει στους ημέτερους της διοικήσεως», οι γιατροί έχουν πλέον διαχωριστεί σε κατηγορίες. Ενώ υπάρχει πρόσφατος νόμος (Ιούλιος 1997) δεν έχει ακόμη εφαρμοσθεί, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα επιστημονικής και βαθμολογικής εξέλιξης, τη στιγμή μάλιστα που ανήκουν από το 1985 στο ίδιο ειδικό μισθολόγιο. «Ολα αυτά μας κάνουν να μην έχουμε κέφι και κίνητρα για να δουλέψουμε, είναι φυσικό. Οι συνθήκες εργασίας στα νοσοκομεία δεν μας προσφέρουν πια τον αρχικό ενθουσιασμό που νιώθαμε όταν ξεκινήσαμε, επειδή πιστεύαμε σε αυτό τον θεσμό και είχαμε μια ιδεολογία. Η ευθύνη δεν πληρώνεται, βασιζόμαστε μόνο στο φιλότιμο κάθε γιατρού».


Εδώ πάντως τα παιδιά δεν περιμένουν σε λίστες, εκτός από τα χρόνια περιστατικά. Το επιστημονικό επίπεδο είναι καλό και ο κόσμος δείχνει να εξυπηρετείται. Σε μία εφημερία όμως φαίνεται καθαρά ότι το ξενοδοχειακό σκέλος πάσχει. Το κτίριο είναι παλιό και οι εφημερίες πολλές. Το νοσοκομείο εφημερεύει κάθε δεύτερη μέρα ­ εναλλάξ με το «Αγία Σοφία» ­, με αποτέλεσμα να υπάρχει συνωστισμός και να μη γίνεται διάκριση μεταξύ ελαφρών και βαρέων περιστατικών στους θαλάμους όπου νοσηλεύονται τα παιδιά. Το «Αγλαΐα Κυριακού» έχει 400 κλίνες ενώ το «Αγία Σοφία» 1.000. Ευτυχώς που έγινε προσφάτως μια εσωτερική σύνδεση των δύο νοσοκομείων και δεν είναι αναγκασμένοι να τρέχουν οι γονείς με τα παιδιά, όταν χρειάζονται κάποιες εξετάσεις τις οποίες δεν μπορούν να κάνουν στο «Αγλαΐα Κυριακού».


Υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις σε χώρους ιατρείων αλλά και σε κλίνες. Για παράδειγμα, ο νευροχειρουργός δεν έχει γραφείο για να εξετάσει τα παιδιά, ενώ οι θάλαμοι αποτελούνται από οκτώ κρεβάτια ο καθένας. Επίσης υπάρχουν ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Οι συνθήκες υγιεινής δεν είναι καλές, οι περισσότερες τουαλέτες είναι άθλιες. Το νοσοκομείο δεν έχει επαρκείς πόρους ­ σε αντίθεση με το «Αγία Σοφία» ­ καθώς εξυπηρετεί πολλούς άπορους ασθενείς όπως και ασφαλισμένους προβληματικών ταμείων. Εφτασε στο σημείο να μην μπορεί να εξοφλήσει ούτε τα θερμόμετρα και τις γάζες με τη συνέπεια που το έκανε παλαιότερα.


Παρ’ ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός είναι καλός, θα μπορούσε να εξυπηρετεί πιο γρήγορα περισσότερα περιστατικά, αν κάθε ειδικότητα είχε στη διάθεσή της περισσότερες ημέρες χειρουργείου. Αυτό όμως δεν γίνεται γιατί δεν επαρκούν οι χώροι. Και όλα αυτά τη στιγμή που υπάρχει ένα παράρτημα του νοσοκομείου στην Καλλιθέα, το «Δαβάκη», για να εξυπηρετεί την περιοχή, το οποίο ενώ απασχολεί 50 εργαζόμενους δεν έχει ασθενείς, με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί. Εξυπηρετεί μόνο εξωτερικά ιατρεία το πρωί και κάποιες εφημερίες, ενώ θα μπορούσε να είναι ένα πολυϊατρείο. Ωστόσο παραμένει αναξιοποίητο από το «Αγλαΐα Κυριακού», αφού σχεδόν όλα τα περιστατικά καταλήγουν πάλι στο νοσοκομείο.