Η Φαίη, στα 53 της χρόνια, ξυπνά κάθε πρωί στις 4 η ώρα για να πάει στη δουλειά της. Η Κατερίνα, μόλις πέντε χρόνια νεότερη, στις 6 π.μ. Ο Στέφανος, μία ώρα αργότερα. Ο Σάκης είναι συνταξιούχος. Εργάστηκε όμως σκληρά στη ζωή του, από νεαρή ηλικία, μήπως κατορθώσει να πάρει ικανοποιητική σύνταξη. Η ζωή ωστόσο τον διέψευσε.

Η ακρίβεια, ακόμη και στα είδη πρώτης ανάγκης, «καλπάζει» και τα ενοίκια έχουν πάρει την ανηφόρα. Μόνος, χωρίς βοήθεια, αδυνατεί να καλύψει τα έξοδα του μήνα. Το ίδιο ισχύει για τη Φαίη, την Κατερίνα, τον Στέφανο και δεκάδες χιλιάδες άλλους ανθρώπους που σήμερα βρίσκονται στη μέση ή την τρίτη ηλικία και αναγκάζονται να οδηγηθούν σε μια απόφαση που παλαιότερα στην Ελλάδα μόνο φοιτητές τολμούσαν να πάρουν: να συγκατοικήσουν με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν.

Ετσι, το μοντέλο της συγκατοίκησης που εφαρμόζεται εδώ και αρκετές δεκαετίες στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη και άλλες μεγαλουπόλεις λόγω των δυσβάστακτων ενοικίων φαίνεται ότι ήρθε και στην Αθήνα.

Χιλιάδες οι ενδιαφερόμενοι

Η ζήτηση για συγκατοίκηση στη χώρα μας, δε, είναι τόσο μεγάλη που τα τελευταία τριάμισι χρόνια οι δύο πρωτοβουλίες που έχουν δημιουργηθεί σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με στόχο την εξεύρεση χώρων για τη δημιουργία κοινοτήτων συμβίωσης απαριθμούν ήδη η πρώτη 11.000 μέλη και 14.500 η δεύτερη.

«Το ενδιαφέρον για συγκατοίκηση ειδικά στην τρίτη ηλικία είναι ισχυρό λόγω των υψηλών ενοικίων αλλά και του μεγάλου κόστους διαμονής σε γηροκομεία» λέει στο «Βήμα» ο Σάκης Καβακόπουλος που εμπνεύστηκε και οργάνωσε τη μία από τις κοινότητες αυτές, τον Πανελλήνιο Σύλλογο Ωφελούμενων Συγκατοίκησης Φίλων 60+ και 60-. «Με το που κάναμε το πρώτο κάλεσμα για συγκατοίκηση, πριν από περίπου τρία χρόνια, έδειξαν ενδιαφέρον 500 άνθρωποι» συνεχίζει. «Τώρα είμαστε 14.500 άτομα. Και είναι λογικό, διότι το μηνιαίο εισόδημα δεν ξεπερνά τα 800 και 1.000 ευρώ και τα έξοδα είναι πολλά. Με τις αυξήσεις που γίνονται στα ενοίκια, στο ρεύμα και στα είδη διατροφής, δεν μπορούμε να ζήσουμε».

Η ιδέα γεννήθηκε από προσωπική του ανάγκη. «Ζω στη Θεσσαλονίκη» λέει ο κ. Καβακόπουλος. «Εψαχνα να βρω σπίτι στα λεφτά μου και δεν έβρισκα. Η σύνταξή μου, μαζί με ένα επίδομα που παίρνω, είναι 730 ευρώ. Καταλαβαίνετε ότι δεν μπορώ να δίνω ενοίκιο πάνω από 300 ευρώ. Αναγκάστηκα να φύγω από το σπίτι που έμενα όταν ο ιδιοκτήτης με ενημέρωσε ότι θα αυξήσει το ενοίκιό μου στα 400 ευρώ. Μετά από αρκετό ψάξιμο βρήκα σπίτι στα 300 ευρώ. Η ανησυχία, όμως, συνεχίζει να υπάρχει. Και για εμένα και για πολλούς άλλους ανθρώπους. Στον σύλλογο έχουμε μέλη με μηνιαίο εισόδημα 500 ευρώ. Εναν μήνα να μην καταβάλουν ενοίκιο, κινδυνεύουν να γίνουν άστεγοι σε μία στιγμή. Γι’ αυτό δουλεύουμε πάνω στην ιδέα της συγκατοίκησης εντός κοινοτήτων. Ψάχνουμε χώρους, μιλάμε με δήμους, διερευνούμε ευρωπαϊκά προγράμματα… Είναι χιλιάδες τα κενά κτίρια που καταρρέουν στην Ελλάδα. Υπάρχουν ευήκοα ώτα και πιστεύω ότι σύντομα θα φθάσουμε στον στόχο μας» αναφέρει.

Τα στοιχεία της μελέτης του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) στην ΕΕ-27 για το 2025 είναι ανησυχητικά: η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στα ενοίκια με ρυθμό 10,1%.

Στην Αθήνα, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο αντιστοιχεί πλέον στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ για διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 93,6%. Οταν το ενοίκιο για ένα μικρό διαμέρισμα απορροφά πάνω από τα δύο τρίτα του μέσου μισθού, η αυτόνομη διαβίωση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, η αύξηση του κόστους στέγασης επιβαρύνει δυσανάλογα όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, καθιστά δυσχερέστερη την αγορά κατοικίας και εντείνει τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες.

Σε αναζήτηση συγκατοίκου για το μοίρασμα του ενοικίου και των λοιπών εξόδων βρίσκεται η 48χρονη Κατερίνα Μάρκου. «Ξεκίνησα να συγκατοικώ πριν από έξι χρόνια, διότι δεν άντεχα οικονομικά να μείνω μόνη μου» λέει στο «Βήμα». «Τον τελευταίο καιρό μένω μαζί με μία άλλη κυρία και είμαι πολύ ευχαριστημένη. Μοιραζόμαστε τα έξοδα, το οποίο είναι και το ζητούμενο, αλλά έχω και μια παρέα στο σπίτι. Κι αυτό μου αρέσει. Ωστόσο, η συγκάτοικός μου πήρε κάποιες άλλες αποφάσεις για τη ζωή της και εγώ πρέπει να μετακομίσω. Τα ενοίκια, ειδικά στην Αθήνα, είναι πολύ υψηλά. Μαζί με τα πάγια θέλεις κάθε μήνα τουλάχιστον 800 ευρώ και εγώ δεν τα έχω. Δεν μπορώ να διαθέτω πάνω από 250-300 ευρώ για όλα. Ψάχνω λοιπόν υποχρεωτικά για σπίτι και συγκάτοικο» συνεχίζει.

Σε ανάλογη θέση βρίσκεται και η 53χρονη Φαίη Ρ. Ως ιδιωτική υπάλληλος με τον βασικό μισθό δεν μπορεί να καταβάλλει ενοίκιο πάνω από 300-400 ευρώ τον μήνα. «Αυτό είναι το “ταβάνι” μου» λέει, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι δεν μπορεί με αυτά τα χρήματα να νοικιάσει σπίτι στην Αθήνα. «Τα ενοίκια έχουν “ξεφύγει”, οι τιμές των προϊόντων το ίδιο. Δεν μπορεί να ζήσει μόνος κάποιος που παίρνει έναν μισθό και δεν έχει δικό του σπίτι. Ετσι, οι δικοί μου λόγοι που με οδηγούν στη συγκατοίκηση είναι αποκλειστικά οικονομικοί. Από εκεί και πέρα, είναι ωραίο να έχεις στο σπίτι και παρέα. Μαθαίνεις να μοιράζεσαι, να συνεργάζεσαι, να σέβεσαι, κι αυτό είναι μια πρόκληση».

Ο Στέφανος, αν και παίρνει καλύτερο μισθό – γύρω στα 1.200 ευρώ –, ψάχνει επίσης για νέο συγκάτοικο, αφού ο τωρινός συγκάτοικός του θα φύγει. «Οι λόγοι είναι ξεκάθαρα οικονομικοί» διευκρινίζει. Ο ίδιος είναι νεότερος ηλικιακά – κοντά στα 40 – και πιο εξοικειωμένος με την ιδέα, αφού συγκατοικούσε τα χρόνια που σπούδαζε στην Αγγλία. Το σπίτι που νοικιάζει σήμερα βρίσκεται σε κεντρική γειτονιά της Αθήνας. «Το ’21 πλήρωνα ενοίκιο 400 ευρώ. Σήμερα έχει πάει στα 600 ευρώ. Τα πάγια είναι άλλα 200 ευρώ. Την έχω ανάγκη τη συγκατοίκηση, απλά κοιτάζω ο άλλος να είναι κοντά στην ηλικία μου και κάπως να ταιριάζουμε. Είναι κι αυτό σημαντικό».