Στο μέσο της περασμένης εβδομάδας το ΠαΣοΚ μετέδιδε την εικόνα ενός κόμματος στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Οι συνεχείς διαφοροποιήσεις των ηγετικών στελεχών του και η υπόθεση Παναγόπουλου δημιουργούσαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο που εμπόδιζε τον Νίκο Ανδρουλάκη να πετάξει την μπάλα μπροστά δίνοντας στο κόμμα την απαιτούμενη δημοσκοπική ώθηση που θα έβαζε τέλος στην εσωστρέφεια.

Τα πράγματα φαίνεται να άλλαξαν μετά τη, χωρίς μεγάλες εντάσεις, συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΚΟΕΣ και την ενωτική διάθεση που έδειξαν όλες οι πλευρές κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας της ΚΟΕΣ την περασμένη Κυριακή. Αρκεί, όπως λέγεται, «να μην αποδειχθεί διάλειμμα πριν από έναν νέο γύρο».

Μετωπική με την κυβέρνηση

Στα κορυφαία στελέχη του ΠαΣοΚ υπάρχει διάχυτη η βεβαιότητα ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο επικοινωνιακός μηχανισμός της ΝΔ θέλουν πάση θυσία ένα ΠαΣοΚ σε κρίση, αδύναμο πολιτικά, που θα καταβαραθρωθεί εκλογικά αδυνατώντας να κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Εκτιμούν ότι έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για τη διάσπαση του κόμματος μετά τις εκλογές και, στην περίπτωση που η ΝΔ δεν έχει αυτοδυναμία, ένα κομμάτι του ή κάποιοι βουλευτές του θα επιλέξουν, παρά τα όσα λέγονται, τη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ.

Σε αυτό αποδίδουν, ως έναν βαθμό, την προσπάθεια να εμφανιστεί το ΠαΣοΚ σε βαθιά κρίση ταυτότητας. «Ακούμε συνεχώς για την κολλημένη βελόνα του ΠαΣοΚ, λίγα όμως λέγονται για την αντίστοιχη βελόνα της ΝΔ, που όχι μόνο παραμένει ακούνητη, αλλά δεν λέει να αγγίξει τα όρια της επιθυμούμενης αυτοδυναμίας» αναφέρει κορυφαίο στέλεχος του ΠαΣοΚ και προσθέτει: «Σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις τους στα στελέχη μας τίθεται το δίλημμα των μετεκλογικών συνεργασιών. Ουδείς όμως το θέτει με την ίδια ένταση στα στελέχη της ΝΔ. Αλήθεια, με ποιον θα συνεργαστεί ο Μητσοτάκης; Με την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου ή με κάποιο ακροδεξιό σχήμα;».

Θεωρούν επίσης πλαστό το δίπολο σύστημα – αντισύστημα που προωθεί, μέσω των διαύλων του, ο επικοινωνιακός μηχανισμός της ΝΔ και θεωρούν ότι το πραγματικό δίλημμα των εκλογών είναι «τρίτη τετραετία Μητσοτάκη με ό,τι αυτό συνεπάγεται ή πολιτική αλλαγή;». Στο πλαίσιο αυτό, η ηγεσία του ΠαΣοΚ σκοπεύει να αντιπαρατεθεί ευθέως στην προσπάθεια του Πρωθυπουργού να εμφανίσει μεταρρυθμιστικό προφίλ με αιχμή του δόρατος τη συνταγματική αναθεώρηση.

Στη μάχη με τη ΝΔ στη Χαριλάου Τρικούπη θεωρούν πολύ σημαντικές τις παρεμβάσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου, καθώς εκτιμούν ότι αποδομεί σε μεγάλο βαθμό την προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποκτήσει μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με τους κεντρώους ψηφοφόρους, που εμφανίζονται απογοητευμένοι με τα έργα και τις ημέρες της διακυβέρνησής του. Η κριτική που ασκεί στην κυβέρνηση ο πρώην πρόεδρος του ΠαΣοΚ, σε συνδυασμό με τις θετικές αναφορές του στο ΠαΣοΚ, εκτιμούν ότι τους δίνει τη δυνατότητα προσέγγισης του ακροατηρίου αυτού, που θεωρείται κρίσιμο για την έκβαση του εκλογικού αποτελέσματος.

Σε κάθε περίπτωση ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιμετωπίζεται ως ο βασικός και μεγαλύτερος αντίπαλος. Σε αυτόν και στην ανάδειξη των «θλιβερών» στιγμών της διακυβέρνησης του θα εστιαστεί η προσπάθεια του κόμματος στην πορεία προς τις εθνικές κάλπες.

Στο μικροσκόπιο των επιτελών της Χαριλάου Τρικούπη βρίσκονται και οι κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα, για τον οποίο θεωρούν ότι δεν μπορεί παρά να κάνει το βήμα «παίρνοντας ένα υψηλό ρίσκο για το πολιτικό του μέλλον». Και αυτό γιατί, παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα που συνοδεύει κάθε δημόσια εμφάνισή του, η υποδοχή του νέου κόμματος φαίνεται να περνά κάτω από τον πήχη των προσδοκιών του πρώην πρωθυπουργού και σε κάθε περίπτωση δεν δείχνει να δικαιώνει τα περί ανασυγκρότησης της προοδευτικής – δημοκρατικής παράταξης υπό την ηγεσία του.

Στελέχη του ΠαΣοΚ υπογραμμίζουν ότι στην προσπάθεια να εμφανιστεί ως κάτι νέο στην πολιτική ζωή που έμαθε από τα λάθη του, ο κ. Τσίπρας έκανε ένα «τραγικό λάθος». Απαξίωσε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αφήνοντας ζωτικό χώρο στην προσπάθεια για διεύρυνση του ΠαΣοΚ στα αριστερά του που επιχειρεί ο Κώστας Σκανδαλίδης.

Σύμφωνα με πληροφορίες του «Β», το κλίμα στα στελέχη αυτά, κυρίως στους πασοκογενείς, είναι ιδιαίτερα καλό, αφού έχουν πλέον πάρει ψυχική απόσταση από τον πρώην πρωθυπουργό και δείχνουν διάθεση «να επιστρέψουν στο σπίτι». Το μεγάλο θέμα με τη διεύρυνση είναι το πώς θα την αντιμετωπίσουν τα στελέχη του ΠαΣοΚ που δεν το εγκατέλειψαν τις δύσκολες στιγμές, εάν αυτή συμπεριλάβει στελέχη που στράφηκαν εναντίον του με δηλώσεις οι οποίες έχουν προκαλέσει τη βάση του. Τέτοια περίπτωση είναι, για παράδειγμα, αυτή της Νίνας Κασιμάτη που για πολλούς αποτελεί «κόκκινο πανί».

Σε κάθε περίπτωση, η στρατηγική που επιλέγεται απέναντι στον Τσίπρα είναι αυτή της «αδιαφορίας». Ο πρώην πρωθυπουργός δεν θα αντιμετωπιστεί με προσωπικές επιθέσεις. Ζήτημα διαλόγου με το κόμμα Τσίπρα δεν τίθεται, πρώτον, επειδή κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε συνθήκες διάσπασης στη βάση του ΠαΣοΚ και, δεύτερον, γιατί δεν το επιθυμεί ούτε ο πρώην πρωθυπουργός. Ως φαίνεται, οι σχέσεις ΠαΣοΚ – Τσίπρα θα παραμείνουν ανταγωνιστικές και στο πλαίσιο «ο θάνατός σου η ζωή μου».

Η σχέση με ΣΥΡΙΖΑ – Νέα Αριστερά

Ενα άλλο ζήτημα που απασχολεί την ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη αφορά τον διάλογο με τα υπάρχοντα κόμματα του κεντροαριστερού χώρου (ΣΥΡΙΖΑ – Νέα Αριστερά) στο πλαίσιο της προοδευτικής διακυβέρνησης που θέτει επιτακτικά ο Χάρης Δούκας. Ο δήμαρχος Αθηναίων, επικαλούμενος τη διεθνή εμπειρία, ζητεί να αρχίσει από τώρα ο προγραμματικός διάλογος με τα κόμματα αυτά.

Ομως, όπως αναφέρουν άλλα κορυφαία στελέχη, το ΠαΣοΚ δεν έχει καμία διάθεση να δώσει «το φιλί της ζωής» σε σχήματα που είναι πολύ δύσκολο να εκπροσωπηθούν στην επόμενη Βουλή. Η Νέα Αριστερά κινείται σε ποσοστό κοντά στο 2% και το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ επίσης αναμένεται να κινηθεί κάτω από το όριο της εισόδου στη Βουλή, με δεδομένη τη δημιουργία κόμματος Τσίπρα.

Τα ίδια στελέχη δεν αποκλείουν την ανάληψη και άλλων κοινών πρωτοβουλιών με τα κόμματα αυτά, αλλά η γραμμή που θα ακολουθήσει ο Νίκος Ανδρουλάκης φαίνεται ότι είναι ξεκάθαρη. Θα συνεχίσει να καλεί όλους τους προοδευτικούς πολίτες να ενισχύσουν το ΠαΣοΚ στις εκλογές ως μόνη λύση απέναντι στη ΝΔ και φορέα υλοποίησης της «πολιτικής αλλαγής», την οποία, όπως τονίζουν, επιθυμεί η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος.