Αύγουστος 2019. Ο δημοσιογράφος του Forbes, Τόμας Μπρούστερ, κάθεται στο πίσω μέρος ενός ασυνήθιστα μεγάλου βαν παρκαρισμένου σε ένα χωμάτινο δρομάκι της Λάρνακας, δίπλα στη θάλασσα. Απέναντί του, κάθεται ένας γκριζομάλλης άνδρας, από τους παλαιότερους «παίκτες» στον συχνά θολό κόσμο της παγκόσμιας κυβερνοεπιτήρησης. Παρουσιάζει με σχεδόν παιδική υπερηφάνεια ένα όχημα αξίας εννέα εκατομμυρίων δολαρίων, με εξοπλισμό επιπέδου NSA, εγκατεστημένο σε ένα μεταποιημένο ασθενοφόρο, ικανό να εντοπίζει και να εισβάλλει σε ένα smartphone σε ακτίνα χιλιομέτρου. «Εδώ βρισκόμαστε πια» λέει στον Μπρούστερ. «Θα χτίσουμε όμορφα συστήματα που θα δουλεύουν προς όφελος των καλών. Δεν νομίζω ότι πρέπει να το κρύβουμε».

Το βίντεο γίνεται αμέσως viral. Τρεις μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, η κυπριακή αστυνομία κατάσχει το βαν, ενώ τον Δεκέμβριο ακολουθούν οι συλλήψεις των εργαζομένων της εταιρείας. Στο επίκεντρο της υπόθεσης αρχίζει να εμφανίζεται ένα όνομα που μέχρι τότε έμοιαζε να κινείται στη σκιά: Ταλ Ντίλιαν. Το λευκό βαν της Λάρνακας δεν είναι όμως η αρχή της ιστορίας του – είναι απλώς το σημείο όπου η διαδρομή του αρχίζει να γίνεται ορατή. Για να καταλάβει, όμως, κανείς πώς ένας άνθρωπος φτάνει να κάθεται μέσα σε ένα βαν που κοστίζει εννέα εκατομμύρια δολάρια  θα πρέπει να επιστρέψει αρκετά χρόνια πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα.

Οι βάσεις των σπουδών

Ο Ταλ Ντίλιαν σπούδασε νομική και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ. Δύο αντικείμενα που, στην πρώτη ματιά, μοιάζουν με τις τυπικές επιλογές ενός φιλόδοξου νέου που θέλει να κατακτήσει τον επιχειρηματικό κόσμο. Στην πράξη, όμως, του δίδαξαν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Πώς λειτουργούν οι κανόνες, ποιος τους γράφει, ποιος τους εφαρμόζει και, το σημαντικότερο, πού ακριβώς  αυτοί κάμπτονται και η ισχύς τους γίνεται σχετική. Η νομική τού έδωσε το πλαίσιο, την κατανόηση του τι επιτρέπεται, τι απαγορεύεται και τι απλώς δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί. Η διοίκηση επιχειρήσεων του έδωσε τα εργαλεία για να κινείται μέσα σε αυτό το πλαίσιο με τρόπο που να αποδίδει. Να οργανώνει δομές, να διαχειρίζεται το ρίσκο και να βρίσκει τα κενά εκεί όπου άλλοι βλέπουν μόνο εμπόδια. Αλλά αυτή η εκπαίδευση ήταν μονάχα ο πρόλογος.

Η πραγματική «σχολή» βρισκόταν αλλού, σε ένα περιβάλλον όπου τα βιβλία εξελίχθηκαν σε πρωτόκολλα, οι εξετάσεις μετατράπηκαν σε επιχειρήσεις και η γνώση μετριόταν πια όχι με βαθμούς αλλά με αποτελέσματα στο πεδίο, τα οποία δεν εμφανίζονταν σε κανένα αρχείο.

Από τους αλεξιπτωτιστές

Αμέσως μετά τις σπουδές εντάχθηκε εθελοντικά στις ισραηλινές Ενοπλες Δυνάμεις, ξεκινώντας από τους αλεξιπτωτιστές, μια επιλογή που στο Ισραήλ σημαίνει φιλοδοξία, αντοχή και διάθεση να πας εκεί όπου οι άλλοι δεν πάνε. Ολοκλήρωσε τη σχολή αξιωματικών και αμέσως υπηρέτησε σε ειδικές μονάδες.

Το 1994 εντάχθηκε στο Σώμα Πληροφοριών (Intelligence Corps) των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε θέσεις ευθύνης, τις οποίες διατήρησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Συνολικά, πέρασε 25 χρόνια μέσα σε αυτό το σύστημα.

Η Μονάδα Πληροφοριών των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων δεν είναι μια τυπική στρατιωτική δομή. Περιλαμβάνει μονάδες όπως η Unit 8200, που συχνά περιγράφεται ως το ισραηλινό αντίστοιχο της NSA, και ειδικεύεται στη συλλογή και ανάλυση σημάτων σε βάθος και κλίμακα που λίγες υπηρεσίες στον κόσμο μπορούν να αντιστοιχίσουν.

Εκεί δεν μετράει μόνο το περιεχόμενο μιας επικοινωνίας, αλλά κυρίως ποιος μιλά με ποιον, πόσο συχνά, σε ποια χρονική στιγμή. Αλλά αν η Unit 8200 διαβάζει την πληροφορία, η Unit 81, με την οποία συνδέθηκε και στην οποία υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης την περίοδο 1998-2002, δημιουργεί τον τρόπο να φτάσεις σε αυτήν.

Δεν αναλύει απλώς, αλλά κατασκευάζει τα εργαλεία για να παρακάμπτει κανείς συστήματα ασφαλείας, να εντοπίζει αδυναμίες σε δίκτυα, να δημιουργεί σημεία εισόδου εκεί όπου θεωρητικά δεν υπάρχουν. Εκεί διαμορφώνεται η βασική αρχή που θα καθορίσει τη μετέπειτα πορεία του. Κανένα σύστημα δεν είναι πλήρως κλειστό, κάθε δίκτυο έχει ένα σημείο εισόδου. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί.

Η μετάβαση στον ιδιωτικό τομέα, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, θεωρήθηκε ως μια μάλλον φυσιολογική εξέλιξη. Αλλωστε, στο Ισραήλ, ο στρατός λειτουργεί συχνά ως επωαστήριο νέων επιχειρήσεων, με τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν για επιχειρησιακή χρήση να αποκτούν συχνά εμπορική μορφή και να βγαίνουν στην αγορά.

Το 2010 ο Ντίλιαν συνίδρυσε τη Circles, εκμεταλλευόμενος ευπάθειες του πρωτοκόλλου SS7, της αθέατης «ραχοκοκαλιάς» της διεθνούς κινητής τηλεφωνίας, σχεδιασμένης σε μια εποχή αθωότητας, όταν η εμπιστοσύνη μεταξύ παρόχων θεωρούνταν αυτονόητη. Οποιος αποκτούσε πρόσβαση σε αυτό το επίπεδο μπορούσε να εντοπίζει συσκευές και να παρακολουθεί επικοινωνίες χωρίς ποτέ να αγγίξει φυσικά τη συσκευή του στόχου.

Το 2014 η Circles εντάχθηκε σε επενδυτικό σχήμα μαζί με την NSO Group, στο πλαίσιο συμφωνίας ύψους περίπου 250 εκατομμυρίων δολαρίων. Η παρακολούθηση, ως εμπορικό προϊόν, έμοιαζε πια να αποδίδει εξαιρετικά καλά.

Το επόμενο βήμα

Ο Ντίλιαν αποχώρησε πλουσιότερος και με σαφέστερη ιδέα για το τι ήθελε να κάνει στη συνέχεια. Το 2017 απέκτησε μαλτέζικη, άρα ευρωπαϊκή, υπηκοότητα, μια κίνηση με πρακτική λογική. Η ευρωπαϊκή υπηκοότητα δυσκόλευε οποιαδήποτε προσπάθεια έκδοσής του εκτός ΕΕ, του έδινε ελεύθερη κυκλοφορία σε 27 χώρες και, το σημαντικότερο, του επέτρεπε να παρουσιάζει τα προϊόντα του ως «EU-compliant», μια ετικέτα που στον κόσμο της εμπορικής κατασκοπείας λειτουργεί ως σφραγίδα αξιοπιστίας για κυβερνήσεις που θέλουν να αγοράζουν τέτοιου τύπου «λογισμικά» με τη βολική αίσθηση ότι κάνουν κάτι νόμιμο. Το 2018, ο Ντίλιαν απέκτησε τη Cytrox, startup από τη Βόρεια Μακεδονία, ειδικευμένη σε λογισμικό εισβολής απευθείας στη συσκευή, όχι πλέον μέσω δικτύων, αλλά μέσα από το ίδιο το τηλέφωνο. Εδώ πια η τεχνολογία περνούσε σε ένα ολότελα νέο επίπεδο, από την επιτήρηση, στον πλήρη έλεγχο.

Πριν από όλα αυτά, βέβαια, υπήρξε η Κύπρος. Μέσω της WiSpear, εταιρείας που είχε ιδρύσει στη Λεμεσό, δοκίμαζε τεχνολογίες παρακολούθησης σε πραγματικές συνθήκες.

Το νησί λειτουργούσε ως ένα είδος ζωντανού εργαστηρίου, αρκετά κοντά στις αγορές-στόχους της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, αλλά και αρκετά μακριά από τα ευρωπαϊκά βλέμματα. Το βαν της Λάρνακας ήταν απλώς η «προβληματική» έκφραση αυτής της διαδρομής.

Η ώρα της Intellexa

Το 2019 όλα συγκεντρώθηκαν στην Intellexa. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη εταιρεία με σαφή ιεραρχία, διεύθυνση και οργανόγραμμα. Ηταν κάτι πιο σύνθετο – ένα δίκτυο εταιρειών διασκορπισμένων σε Ελλάδα, Κύπρο, Ιρλανδία, Ουγγαρία και Βόρεια Μακεδονία, σχεδιασμένο εξ αρχής για ευελιξία. Οταν ένα νομικό πλαίσιο γινόταν πιεστικό, η δραστηριότητα μετακινούνταν αλλού. Το Citizen Lab, το ερευνητικό εργαστήριο κυβερνοασφάλειας του Πανεπιστημίου του Τορόντο που παρακολουθεί συστηματικά τη βιομηχανία του εμπορικού spyware, θα το περιέγραφε αργότερα με λακωνική ακρίβεια. «Ενα marketing label που αφορούσε μια σειρά εταιρειών μισθοφόρων επιτήρησης».

Στον πυρήνα βρισκόταν, ασφαλώς, το περιβόητο Predator – ένα λογισμικό που παρείχε πλήρη πρόσβαση σε smartphone χωρίς ο χρήστης να το αντιληφθεί. Μηνύματα, αρχεία, τοποθεσία, φωτογραφίες, μικρόφωνο, κάμερα, όλα ταυτόχρονα, σε πραγματικό χρόνο.

Τον Οκτώβριο του 2023, μια κοινοπραξία ευρωπαϊκών δημοσιογραφικών οργανισμών («Der Spiegel», «Le Monde», «El Pais», «Mediapart» και άλλοι) δημοσίευσε τα «Predator Files», τη μεγαλύτερη συντονισμένη έρευνα για το λογισμικό της Intellexa. Τα ευρήματα ήταν αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τις έρευνες αυτές, το Predator είχε πουληθεί σε τουλάχιστον 25 χώρες και είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον δημοσιογράφων, ακτιβιστών και πολιτικών αντιπάλων σε καθεστώτα που δεν διακρίνονταν για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το ελληνικό κομμάτι

Στην Ελλάδα, η υπόθεση είχε αρχίσει να ξετυλίγεται νωρίτερα. Ο Θανάσης Κουκάκης, ρεπόρτερ που καλύπτει το τραπεζικό σύστημα, παρατήρησε το 2021 ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το τηλέφωνό του. Η μπαταρία άδειαζε γρήγορα, οι κλήσεις διακόπτονταν χωρίς λόγο. Απευθύνθηκε στο Citizen Lab, που επιβεβαίωσε αυτό που υποψιαζόταν. Το κινητό του ήταν μολυσμένο με Predator. Δεν ήταν ο μόνος.

Το Reporters United και το Inside Story, δύο από τα πιο αξιόπιστα ελληνικά ερευνητικά μέσα, ανέπτυξαν από νωρίς συστηματική κάλυψη της υπόθεσης, αποκαλύπτοντας σταδιακά τις συνδέσεις ανάμεσα στο λογισμικό, τους αγοραστές του και τους μηχανισμούς της κρατικής μηχανής που φέρεται να το χρησιμοποίησε.

Παράλληλα, έρευνα του Solomon αποκάλυψε μια ακόμη διάσταση. Ο Ντίλιαν δεν περιοριζόταν στο να συλλέγει πληροφορίες, φρόντιζε επίσης να ελέγχει την πληροφορία που κυκλοφορούσε για τον ίδιο. Εκατοντάδες αυτοματοποιημένοι σύνδεσμοι σε 18 διαδικτυακές πλατφόρμες χρησιμοποιήθηκαν για να «θάψουν» αρνητικά δημοσιεύματα στα αποτελέσματα αναζήτησης και να προωθήσουν μια εναλλακτική αφήγηση. Ο άνθρωπος που είχε χτίσει αυτοκρατορία πάνω στη συλλογή πληροφοριών για άλλους, ξόδευε τεράστιους πόρους για να ελέγξει την πληροφορία που κυκλοφορούσε για τον ίδιο.

Κινήσεις και επαφές

Σήμερα, αυτή η διαδρομή επιστρέφει ξανά στην Ελλάδα, αυτή τη φορά όχι μέσα από αποκαλύψεις, αλλά μέσα από δημόσιες εμφανίσεις και κινήσεις που μοιάζουν μελετημένες.

Η πρόσφατη δήλωση του Ταλ Ντίλιαν στην τηλεοπτική εκπομπή «Mega Stories» ήταν μια προσπάθεια επανατοποθέτησής του μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει ήδη σημαδευτεί από την υπόθεση των υποκλοπών. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του «Το Βήμα», το τελευταίο διάστημα βρέθηκε στη χώρα μας και πραγματοποίησε σειρά επαφών, ενώ προχώρησε και σε αναδιάταξη του νομικού του επιτελείου, σε μια περίοδο όπου η πίεση γύρω από την υπόθεση παραμένει ενεργή.

Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο, καταγράφεται και μια παράλληλη κίνηση που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ανάγνωσης. Ο Γρηγόρης Δημητριάδης, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, βρέθηκε στο Ισραήλ, σε μια συγκυρία που συμπίπτει με τις εξελίξεις γύρω από την υπόθεση. Η παρουσία αυτή, από μόνη της, δεν αποδεικνύει κάτι. Εγγράφεται, όμως, σε ένα μοτίβο που επιμένει να επιστρέφει στα ίδια σημεία, στα ίδια δίκτυα, στις ίδιες διαδρομές, στα ίδια πρόσωπα.

Το λάθος της ορατότητας

Το λευκό βαν της Λάρνακας δεν ήταν ούτε η αρχή ούτε το τέλος για τον Ταλ Ντίλιαν. Ηταν απλώς η στιγμή που μια ζωή χτισμένη πάνω στην αφάνεια έγινε, για λίγο, ορατή. Και αποδείχθηκε, για τον άνθρωπο που ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε πώς να κρύβει τα πάντα, το πιο ακριβό του λάθος. Διότι το ζήτημα δεν είναι πια αν μπορεί κανείς να μας παρακολουθεί, αλλά ποιος λογοδοτεί όταν το κάνει.