Με τη στρατηγική της μίας και μόνης κάλπης οδεύει προς τις εκλογές η κυβέρνηση. Κεντρική φιλοσοφία της συγκεκριμένης επιλογής είναι να ξεχωρίσει η Νέα Δημοκρατία από την «πολιτική Βαβέλ» που, όπως προβλέπουν στο Μέγαρο Μαξίμου, θα επικρατεί ως την ημέρα των εκλογών. Η απόφαση έχει συζητηθεί διεξοδικά το τελευταίο τρίμηνο. Στο Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούν στενά το πολιτικό τοπίο από τις αρχές του έτους: με γενικές μετρήσεις της κοινής γνώμης και με focus group καταγράφουν την κυβερνητική απήχηση.
Η εντολή του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν να υπάρχει ρεαλιστική απεικόνιση της κατάστασης και του βαθμού της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Από την αρχή υπήρξε η βεβαιότητα ότι θα υπάρξουν τα κόμματα της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα ενώ σημασία δίνεται και στην απήχηση του κόμματος του Αντώνη Σαμαρά, που οι περισσότεροι θεωρούν ότι θα ιδρυθεί σύντομα, στο δεξιό ακροατήριο. Τούτων δοθέντων, σε μία από τις συσκέψεις που έχουν πυκνώσει τελευταία και πραγματοποιούνται με τη συμμετοχή του υπουργού Εσωτερικών Θεόδωρου Λιβάνιου, ο οποίος έχει αναδειχθεί στον πιο αξιόπιστο εκλογολόγο της κυβέρνησης, τέθηκαν οι πολλαπλοί στόχοι και οι οποίοι συνοψίζονται σε τρεις βασικές ενότητες:
H διατήρηση της λογικής της αυτοδυναμίας
Εγινε γρήγορα αντιληπτό ότι στην κοινωνία κυριαρχεί η αίσθηση της διπλής κάλπης. Δηλαδή, όσο η Νέα Δημοκρατία δείχνει στις δημοσκοπήσεις να κινείται πέριξ του 30%, καθίσταται εύκολη η ψήφος διαμαρτυρίας στις πρώτες εκλογές. Αυτό όμως θα προκαλούσε μεγάλη αποσυσπείρωση. «Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι εκλογές βγάζουν κυβέρνηση» εξηγεί κυβερνητικό στέλεχος στο «Β» και προσθέτει: «Δεν υπάρχουν δεύτερες εκλογές, ο τόπος δεν μπορεί να μείνει ακυβέρνητος ή να πηγαίνει σε επαναλαμβανόμενες εκλογές σε τέτοιους καιρούς αβεβαιότητας».
Κυβερνητική συνεργασία
Με αυτές τις σκέψεις έρχεται και το ερώτημα: Τι γίνεται αν δεν υπάρξει αυτοδυναμία; Η απάντηση που δίνουν κυβερνητικά στελέχη έχει ενδιαφέρον. «Εάν δεν μπορούμε μόνοι μας με ποιον θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση;» διερωτάται κυβερνητικός παράγοντας. «Με τον Αλέξη Τσίπρα μας χωρίζει χάος, με το ΠαΣοΚ θα μπορούσε κανείς να το εξετάσει, αλλά ήδη ο αρχηγός του επαναλαμβάνει συνεχώς με ποιον δεν θα κυβερνήσει. Αρα, επανερχόμαστε στο αρχικό διακύβευμα της αυτοδυναμίας». Κορυφαίος υπουργός που και αυτός μετέχει στις συζητήσεις θέτει και άλλα ζητήματα: «Eχουν σημασία και τα στοιχεία του εκλογικού αποτελέσματος. Ποιος είναι δεύτερος και ποιος τρίτος, με τι ποσοστά και ποιον αριθμό βουλευτών».
Τα σκληρά διλήμματα
Με βάση τους ανωτέρω συλλογισμούς, ο κεντρικός πυρήνας του σχεδίου θα βασίζεται στα ξεκάθαρα διλήμματα. Αυτά θα επικοινωνηθούν στην κοινή γνώμη σε διάφορα στάδια. Το πρώτο σκέλος έχει ήδη διατυπωθεί από τον κ. Μητσοτάκη στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας και αποτέλεσε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Πρόκειται για το «Ποιος θα σηκώσει το τριψήφιο στις τρεις το πρωί».
Στο κυβερνητικό επιτελείο θεωρούν ότι πέτυχε τον στόχο να στρώσει το έδαφος για τα διλήμματα που θα τεθούν ακολούθως. Για παράδειγμα, ένα ερώτημα θα μπορούσε να είναι «Ποιος θα επαναδιαπραγματευτεί τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία στις συνόδους της ΕΕ;». «Μητσοτάκης ή Τσίπρας;», «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης;». Στο ίδιο μοτίβο επεξεργάζονται και άλλα ερωτήματα, όπως π.χ., «Ποιος θα χειριστεί τα κρίσιμα εθνικά θέματα;», «Ποιος θα διασφαλίσει την αμυντική θωράκιση της χώρας;» κ.ά. Τελευταία, στις εκλογικές συσκέψεις στο Μέγαρο Μαξίμου τέθηκε και ένα πιο ειδικό ερώτημα, το οποίο θα απευθύνεται στον Αλέξη Τσίπρα, για το ύψος και την προέλευση των χρημάτων που θα δαπανήσει στην προεκλογική του εκστρατεία.






