Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Δύο κορίτσια 17 ετών άφησαν σημείωμα στους γονείς τους πριν πέσουν από την ταράτσα της εξαώροφης πολυκατοικίας στην Ηλιούπολη. Εγραψαν «συγγνώμη, σας αγαπάμε πολύ» και έκαναν το άλμα προς την άλλη όχθη. Προς έναν άλλο κόσμο, ίσως καλύτερο από αυτόν εδώ που δεν ήταν πια για εκείνες.

Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο δημόσιος λόγος βρίσκει γρήγορα τον υπαίτιο. Τα social media, οι γονείς που δεν ήξεραν, η σχολική δομή που δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε, ο ψυχολόγος που δεν υπήρχε για να προλάβει καταστάσεις. Η ανάγκη να στοχεύσουμε κάπου είναι κατανοητή. Είναι ανθρώπινο αντανακλαστικό απέναντι στο ανεξήγητο.

Το ερώτημα που δύσκολα τολμά κανείς να διατυπώσει είναι πιο απλό και πιο σκληρό: πόσο μπορείς να γνωρίζεις τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό ενός παιδιού 17 ετών; Πόσο κοντά του μπορείς να είσαι, ακόμα κι αν θέλεις. Ακόμα κι αν προσπαθείς. Ακόμα κι αν είσαι, κατά τα φαινόμενα, «καλός γονέας».

Μεγαλώνουμε παιδιά σε έναν κόσμο που τα ίδια βιώνουν εντελώς διαφορετικά από εμάς. Δεν είναι μόνο οι οθόνες, οι αλγόριθμοι, η αέναη σύγκριση που καλούνται να διαχειριστούν.

Υπάρχει και βαθύτερο ρήγμα: μια αίσθηση που μεγαλώνει ανάμεσα στους νέους ότι ο κόσμος είναι ήδη στημένος, ήδη αποφασισμένος, χωρίς χώρο και περιθώριο για αυτούς. Με ένα μέλλον που αφορά τους άλλους.

Το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών της ΚΛΙΜΑΚΑ καταγράφει αύξηση στις αυτοκτονίες νέων 15-19 ετών στους πρώτους μήνες του 2026 και, εκτός από μια στατιστική επαλήθευση του ζητήματος, είναι αληθινές ιστορίες που καταλήγουν με τον ίδιο τρόπο, για διαφορετικούς λόγους, με κοινό παρονομαστή μια ανεκπλήρωτη αίσθηση για το αν κάποιος σε καταλαβαίνει.

Η ενοχή, εκτός από την ίδια την απώλεια, ενός γονέα σε τέτοιες στιγμές είναι αφόρητη. Και ίσως εδώ να βρίσκεται και η πιο δύσκολη αλήθεια: ότι ακόμα κι αυτή η ενοχή δεν οδηγεί πάντα πουθενά. Ότι κάποια πράγματα δεν προλαβαίνονται, δεν εντοπίζονται, δεν σώζονται.

Και αυτό δε σημαίνει ότι δεν αγαπούσες ή ότι δεν ήσουν εκεί. Σημαίνει ότι ο κόσμος μέσα στον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά, έχει γίνει δυσκολότερος να διαβαστεί, ακόμα κι από τα ίδια.

Έγραψαν «σας αγαπάμε πολύ». Ίσως αυτή να είναι και η πιο συγκλονιστική λεπτομέρεια. Δεν έφυγαν προδομένες ή απογοητευμένες από τους δικούς τους ανθρώπους. Δεν έφυγαν χωρίς να νοιάζονται. Αγαπούσαν. Απλώς δεν έβρισκαν κάποιον λόγο να μείνουν.

Αυτό είναι το ερώτημα που μας αφήνουν. Και δεν έχει εύκολη απάντηση, ούτε θεσμικό υπαίτιο. Έχει μόνο μια επείγουσα υπενθύμιση: να ρωτάμε. Πώς είσαι, πώς νιώθεις, τι σε φοβίζει; Ακόμα κι αν δεν απαντήσουν αμέσως, κάτι μπορεί να προσπαθήσουν να πουν με τον τρόπο τους.