Το 1766, στη Σουηδία ψηφίστηκε ο πρώτος νόμος ελευθερίας του Τύπου. Μέχρι τότε ο Τύπος ήταν μια υποκειμενική υπόθεση, ίσως και γι’ αυτό οι ευγενείς (στις μέρες μας «άριστοι») της εποχής αντέδρασαν με έναν αναμενόμενο τρόπο: δεν αρνήθηκαν την ανάγκη για μια Αρχή που θα διασφάλιζε την ελευθερία της τότε ενημέρωσης, ζήτησαν όμως να οριστεί το πλαίσιο. Να θέσουν δηλαδή εκείνοι τους κανόνες και τις εξαιρέσεις ώστε να προστατευθούν συμφέροντα, προφανώς τα δικά τους. Μόλις έξι χρόνια αργότερα, ο Γουσταύος Γ’ ανέλαβε με πραξικόπημα την εξουσία και επέβαλε ξανά λογοκρισία. Η αριστοκρατία ανέπνευσε.

Τριακόσια εξήντα χρόνια μετά, παρακολουθούμε μια Παγκόσμια Ημέρα Ελευθερίας του Τύπου που μοιάζει ολοένα περισσότερο με μοιρολόι. Για πρώτη φορά από το 2002, που καταγράφεται ο σχετικός δείκτης, περισσότερες από τις μισές χώρες του πλανήτη κατατάσσονται σε «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή» κατάσταση. Η Σουηδία, διδάξασα, παραμένει στην κορυφή. Η Ελλάδα, ως συνήθως, και ειδικότερα από το 2020 και μετά, κινείται κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Εν μέσω μάλιστα και της έκρηξης της Τεχνητής Νοημοσύνης, η ανθρώπινη και κυρίως ανόθευτη δημοσιογραφία θα περάσει προκλήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε χθες η Gallup εν όψει της ημέρας, η Ελλάδα ανήκει στις λίγες ευρωπαϊκές χώρες με τη χαμηλότερη αντίληψη ελευθερίας του Τύπου μεταξύ των πολιτών της, δίπλα σε χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής. Οχι μόνο ο Τύπος δεν είναι ελεύθερος, αλλά οι Ελληνες το ξέρουν και το έχουν αποδεχτεί, όπως και την τελευταία θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αυτό που κάνει διαφορετική τη σημερινή εποχή από τη συγκυρία αιώνων πίσω δεν είναι η πρόθεση της εξουσίας, αλλά η μέθοδος. Ο ευγενής του 18ου αιώνα ήθελε να σιωπήσει ο Τύπος. Η σύγχρονη πολιτική ελίτ δεν ζητεί σιωπή. Ζητεί αποθάρρυνση. Και γι’ αυτό έχει βρει ένα εργαλείο που δεν χρειάζεται ούτε νόμο ούτε διάταγμα: την αγωγή. Οι SLAPP, οι στρατηγικές δηλαδή αγωγές εναντίον δημόσιας συμμετοχής, δεν έχουν ως στόχο να κερδίσουν στο δικαστήριο, αλλά να ακουστούν σαν σφαλιάρες πριν καν αρχίσει η έρευνα. Το αποτέλεσμα δεν είναι η σιωπή. Είναι η αυτολογοκρισία. Ο φόβος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης όπως και συγκεκριμένα, νυν ή πρώην, μέλη της κυβέρνησής του απαξιώνουν αυτές τις εκθέσεις και τις αξιολογήσεις. Πιθανότατα, αν ήμασταν στις πρώτες θέσεις ,θα είχαμε γεμίσει με TikTok videos που θα μας έλεγαν ότι η Ελλάδα είναι ένας δημοσιογραφικός παράδεισος. Ο Γουσταύος Γ’ δεν άλλαξε ποτέ γνώμη για τον Τύπο. Απλώς άλλαξε τον νόμο και τελείωσε η συζήτηση. Εδώ, τρεις αιώνες μετά, ρίχνουν μια «σφαλιάρα» και δεν αρχίζει καν.