Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια επιστρέφει διεθνώς με ταχύτητα που λίγοι θα φαντάζονταν πριν από μία δεκαετία. Σε πολλές χώρες, η τεχνολογία που θεωρούνταν ξεπερασμένη επανέρχεται πλέον στο επίκεντρο της ενεργειακής πολιτικής ως απάντηση στις ανάγκες της οικονομίας, της ενεργειακής ασφάλειας και της κλιματικής μετάβασης. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να συγκροτήσει υπουργική επιτροπή για τη διερεύνηση του ρόλου των Μικρών Αρθρωτών Αντιδραστήρων (Small Modular Reactors – SMRs) στο ενεργειακό σύστημα της χώρας σηματοδοτεί μια σημαντική μετατόπιση στη δημόσια συζήτηση για την ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας.

Για πρώτη φορά ανοίγει θεσμικά ο διάλογος για το αν η χώρα πρέπει να προετοιμαστεί για μια τεχνολογία που επανέρχεται δυναμικά στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα. Σήμερα λειτουργούν παγκοσμίως περίπου 410 πυρηνικοί αντιδραστήρες σε περισσότερες από 30 χώρες με συνολική εγκατεστημένη ισχύ περίπου 370 Gigawatt, ενώ διεθνείς προβλέψεις δείχνουν ότι η πυρηνική ισχύς μπορεί να διπλασιαστεί έως το 2050. Παράλληλα, περισσότερες από 17 χώρες εξετάζουν για πρώτη φορά την εισαγωγή πυρηνικής ενέργειας στο ενεργειακό τους μείγμα. Η νέα αυτή δυναμική συνδέεται κυρίως με την ανάπτυξη των Μικρών Αρθρωτών Αντιδραστήρων (SMRs).

Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς αντιδραστήρες ισχύος άνω των 1.000 Megawatt, οι SMRs έχουν ισχύ έως περίπου 300 Megawatt και σχεδιάζονται για βιομηχανική παραγωγή σε εργοστάσια. Αυτό επιτρέπει τη μείωση του χρόνου κατασκευής σε περίπου 3 έως 5 χρόνια, ενώ το συνολικό κόστος μιας μονάδας εκτιμάται περίπου 1-2 δισεκατομμύρια ευρώ, σημαντικά χαμηλότερο από τα 5-8 δισ. ευρώ που απαιτεί ένας μεγάλος πυρηνικός σταθμός. Η μαζική παραγωγή των αντιδραστήρων εκτιμάται ότι μπορεί να μειώσει το κόστος έως και 40%, καθιστώντας την τεχνολογία ολοένα πιο ανταγωνιστική. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να εξετάσει σοβαρά τη δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικής ενέργειας στο μέλλον, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι απαιτείται μια πολυετής περίοδος προετοιμασίας. Η προετοιμασία αυτή μπορεί να οργανωθεί γύρω από πέντε βασικούς άξονες πολιτικής.

1. Ενημέρωση της κοινωνίας και εκπαίδευση των διαμορφωτών πολιτικής

Η πυρηνική ενέργεια εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από σημαντικό μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Απαιτείται η ενεργός συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων αλλά και οργανωμένες εκστρατείες ενημέρωσης που θα παρουσιάζουν τα επιστημονικά δεδομένα και τις τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών. Εξίσου σημαντική είναι η ενημέρωση των ίδιων των κρατικών φορέων και των πολιτικών θεσμών, καθώς ένα πυρηνικό πρόγραμμα απαιτεί θεσμική συνέχεια και διακομματική συναίνεση.

2. Πολιτικός και στρατηγικός σχεδιασμός

Η πιθανή ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας θα πρέπει να ενταχθεί στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας. Ενα πρώτο βήμα θα ήταν η ενσωμάτωσή της ως πιθανής επιλογής στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) στο πλαίσιο των στόχων για το 2040 και το 2050. Για αυτό απαιτείται η εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου που θα εξετάζει τις ενεργειακές ανάγκες του συστήματος, τις πιθανές εφαρμογές των SMRs, την οικονομική βιωσιμότητα των έργων και τις επιπτώσεις στην αλυσίδα εφοδιασμού.

3. Δημιουργία σύγχρονου ρυθμιστικού πλαισίου

Η ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας προϋποθέτει ισχυρούς θεσμούς εποπτείας και ένα ολοκληρωμένο ρυθμιστικό σύστημα που να καλύπτει την αδειοδότηση, την ασφάλεια και τη συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα. Η Ελλάδα διαθέτει ήδη βασικούς θεσμούς στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας, όπως την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, οι οποίοι μπορούν να ενισχυθούν ώστε να αναλάβουν τον συντονισμό της αδειοδότησης, της εποπτείας και της εφαρμογής των διεθνών κανόνων για την ασφάλεια και τη μη διάδοση των πυρηνικών υλικών.

4. Χρηματοδότηση και διεθνείς επενδυτικές συνεργασίες

Η ανάπτυξη πυρηνικών έργων απαιτεί σημαντικά κεφάλαια. Για τον λόγο αυτόν, η Ελλάδα θα πρέπει να εξετάσει τόσο ευρωπαϊκές όσο και διεθνείς πηγές χρηματοδότησης. Η ενσωμάτωση της πυρηνικής ενέργειας στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και η αξιοποίηση διεθνών χρηματοπιστωτικών θεσμών θα είναι κρίσιμη για τη βιωσιμότητα ενός τέτοιου προγράμματος. Παράλληλα, το κράτος μπορεί να επενδύσει σε μελέτες σκοπιμότητας, στην ανάπτυξη του ρυθμιστικού πλαισίου και στην εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού που θα απαιτηθεί.

5. Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού και τεχνογνωσίας

Κανένα πυρηνικό πρόγραμμα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς υψηλά εξειδικευμένο προσωπικό. Η χώρα μας θα χρειαστεί μηχανικούς, τεχνικούς, επιθεωρητές ασφάλειας, επιστήμονες και νομικούς με εξειδίκευση στον πυρηνικό τομέα. Η ενίσχυση της έρευνας και της τεχνολογικής εκπαίδευσης θα επιτρέψει στη χώρα να αποκτήσει την απαραίτητη τεχνογνωσία και να λαμβάνει ανεξάρτητες, τεκμηριωμένες αποφάσεις για τη μελλοντική ενεργειακή της στρατηγική. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομική ισχύς, η ψηφιακή οικονομία και η βιομηχανική ανάπτυξη εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την πρόσβαση σε σταθερή και καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, η προετοιμασία για τη νέα πυρηνική εποχή δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη ενεργειακή επιλογή. Αποτελεί μια στρατηγική επιλογή για τη θέση της Ελλάδας στον 21ο αιώνα.

Ο κ. Γιώργος Λάσκαρης είναι πυρηνικός φυσικός και πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολιτικής «Δέον» με έδρα τη Βοστώνη των ΗΠΑ.