Ο όρος «διατλαντικές σχέσεις» είναι ευρύς. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη στενή στρατηγική σχέση μεταξύ κυρίως της Βορειοδυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, δηλαδή των ΗΠΑ και του Καναδά. Σταδιακά, η ηγεμονία των ΗΠΑ διασφάλισε την πρωτοκαθεδρία τους. Ο άξονας των ΗΠΑ με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες αποτέλεσε έναν από τους ισχυρότερους πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς πυλώνες στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη έχουν βέβαια μεγαλύτερο ιστορικό βάθος. Αρχικά, οι ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά η Βρετανία, είχαν κυρίαρχο ρόλο. Ευρωπαίοι κυρίως εγκαταστάθηκαν στο αμερικανικά εδάφη, χωρίς να παραβλέπεται η αναγκαστική μετακίνηση ανθρώπων λόγω του δουλεμπορίου. Ακόμη και μετά την ανεξαρτησία των ΗΠΑ, οι πολιτικοί, οικονομικοί αλλά και πολιτισμικοί δεσμοί με την Ευρώπη παρέμειναν ισχυροί. Η διαδικασία αυτονόμησης των ΗΠΑ όμως ήταν έντονη. Το «Δόγμα Μονρόε», που ήλθε πρόσφατα ξανά στην επικαιρότητα λόγω της επέμβασης στη Βενεζουέλα, διατυπώθηκε το 1823 από τον πρόεδρο Τζέιμς Μονρόε και έδειχνε την πρόθεση αποκλεισμού ευρωπαϊκών παρεμβάσεων κυρίως στις ΗΠΑ και τη Λατινική Αμερική.
Η εμπλοκή στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους όχι μόνο έθεσε τέλος στον απομονωτισμό των ΗΠΑ, αλλά βάθυνε την ανάμειξη ή και την ωμή επέμβασή τους στην εσωτερική πολιτικο-οικονομική ζωή σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Οι πολυμερείς διατλαντικές σχέσεις επεκτάθηκαν στον Ψυχρό Πόλεμο. Σε αυτό το διάστημα, η ισχύς μετατοπίστηκε προς τις ΗΠΑ. Το Σχέδιο Μάρσαλ συνέβαλε στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή συνεργασία και ενοποίηση εμπεδώθηκε στο πλαίσιο των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 και η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης θεωρήθηκαν από πολλούς ως η έναρξη μιας εποχής στενότερων διατλαντικών σχέσεων.
Ηταν βιαστικές αυτές οι προβλέψεις. Στον μετα-κομμουνιστικό κόσμο, η 11η Σεπτεμβρίου 2001 μετατόπισε το ενδιαφέρον των ΗΠΑ προς τη Μέση Ανατολή και την Ασία. Η χρηματοπιστωτική κρίση το 2008 προκάλεσε αναταράξεις στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η Κίνα και άλλες αναδυόμενες οικονομίες λειτουργούν ως ανταγωνιστικοί πόλοι στην παγκόσμια οικονομία. Σε λιγότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, οι διατλαντικές σχέσεις αναδιαμορφώθηκαν μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσεων και νέων προκλήσεων.
Η εκλογή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ήδη από την πρώτη θητεία του, έδειξε την απόσταση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις ευρωπαϊκές χώρες. Η κριτική για τον βαθμό οικονομικής συμβολής της Ευρώπης στο ΝΑΤΟ, η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα το 2017 αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα. Σήμερα, οι αντιπαραθέσεις είναι εντονότερες, λόγω και του θέματος της Γροιλανδίας.
Παρά το γεγονός ότι οι εντάσεις στις διατλαντικές σχέσεις δεν είναι καινούργιες, σκόπιμο είναι να διακρίνουμε μεταξύ συγκυριακών και δομικών παραγόντων. Οι «τεκτονικές αλλαγές» που μετατοπίζουν το ενδιαφέρον προς άλλες περιοχές του πλανήτη, ειδικά προς την Κίνα, δεν θα εκλείψουν. Επιπλέον, οι δημογραφικές και πολιτισμικές αλλαγές στις ΗΠΑ είναι μεγάλες.
Οι Αφροαμερικανοί, οι Αμερικανοί ασιατικής και λατινο-αμερικανικής καταγωγής εύλογα διεκδικούν ισότιμη θέση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιδίωξη συνεργασιών πρέπει να ανακοπεί. Ωστόσο, η προσαρμογή σε νέες πραγματικότητες επιβάλλεται. Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι θα συνεχίσουν πιθανόν να είναι εταίροι, αλλά η επιδίωξη της στρατηγικής αυτονομίας, της ασφάλειας και των πολυδιάστατων συνεργασιών με άλλες χώρες είναι μια συνετή κίνηση, με μακροπρόθεσμα οφέλη για την Ευρώπη.
Η κυρία Εφη Γαζή είναι καθηγήτρια Θεωρίας της Ιστοριογραφίας και Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Κοινωνικής και Εκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.



