Ο πανίσχυρος μέντορας κάθεται στο πίσω μέρος της λιμουζίνας του με τον φιλόδοξο μαθητευόμενό του. Είναι αποφασισμένος πια να του αποκαλύψει το μυστικό της επιτυχίας. «Να μην παραδέχεσαι ποτέ την ήττα σου» του λέει. «Να επιμένεις πως κέρδισες ακόμη και όταν έχεις συντριβεί. Οσο μεγαλύτερη είναι η συντριβή σου, τόσο περισσότερο θα επιμένεις».

Η σκηνή είναι από το «Apprendice», ταινία με την οποία ο Αλί Αμπάσι ακολουθεί τον Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70. Στην ταινία βλέπουμε τον Ντόναλντ να διαστρέφει την πραγματικότητα με αυτόν ακριβώς τον τρόπο – να επιμένει πως νίκησε ακόμη και όταν έχει χάσει. Τον βλέπουμε, ασφαλώς, και να πατάει επί πτωμάτων – το τελευταίο ήταν του μέντορά του που σχεδόν πεθαίνει στην ψάθα. Τον βλέπουμε, αφού τον έχουμε ήδη δει στην πραγματική ζωή. Ο Τραμπ είχε «νικήσει» όταν έχασε τις προεδρικές εκλογές από τον Τζο Μπάιντεν. Οταν υποδέχθηκε τον Πούτιν στην Αλάσκα, αλλά και όταν πήρε πίσω τους δασμούς που είχε επιβάλει. Θα «νικήσει» με τον ίδιο τρόπο και στο Ιράν;

Ηδη από την αρχή του, αυτός ο πόλεμος είχε ταυτιστεί με ένα τέτοιο τέλος. Το «θέαμα» εξαντλήθηκε με το χτύπημα που σκότωσε τον Χαμενεΐ και τους υπόλοιπους του καθεστώτος που έκαναν το λάθος να βρίσκονται στο ίδιο κτίριο μαζί του. Ο,τι ακολούθησε ήταν ένας πόλεμος φθοράς ή – με όρους θεάματος – η ίδια σκηνή του έργου: Πύραυλοι εκατομμυρίων δολαρίων ξοδεύονται για να αναχαιτίσουν drones λίγων χιλιάδων. Η ασυμμετρία του πολέμου είναι κυρίως οικονομική και το χρήμα πονάει τον πρόεδρο, όπως πονούσε τον κτηματομεσίτη της δεκαετίας του ’70.

Από την αρχή αυτού του πολέμου είχε ειπωθεί επίσης πως ο Λευκός Οίκος δεν είχε κανένα σχέδιο. Οχι πως χρειαζόταν. Ο Τραμπ θα «νικούσε» εάν παρέμενε το καθεστώς των μουλάδων στη θέση του, όπως ακριβώς θα «νικούσε» και αν κατέρρεε. Τι από τα δύο «συμφέρει»;

Το Ιράν δεν είναι Γάζα για να αντικαταστήσεις τα κανόνια επί δικαίους και αδίκους με το «βούτυρο» μιας Ριβιέρας. Για κάποιον που πάτησε ακόμη και πάνω στο πτώμα του μέντορά του, είναι καλύτερα να παραμείνουν οι μουλάδες στη θέση τους παρά να χαζεύει το «χάλι» ενός εμφυλίου. Πιο ισχυροί στο εσωτερικό της χώρας αφού ο «ηρωικός» Αγιατολάχ θυσιάστηκε για να αντιμετωπίσει τον «μεγάλο και τον μικρό Σατανά» μαζί. Κι αυτός «νίκησε». Συγχρόνως όμως αποδυναμωμένοι στην περιοχή χωρίς την αμυντική ικανότητα του παρελθόντος, στερημένοι από τους proxy συμπολεμιστές της Χεζμπολάχ και των Χούθι και με όλους τους Αραβες απέναντι.

Ανάμεσα σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που θα εξακολουθήσει να σπέρνει πτώματα αντιφρονούντων και έναν εμφύλιο όπου οι Ιρανοί, οι Κούρδοι με τα έξι κόμματα και οι Αζέροι θα σκοτώνονται μεταξύ τους, είναι προτιμότερο το πρώτο. Για τον Ντόναλντ της δεκαετίας του ’80, τον συγγραφέα του πονήματος «The Art of the Deal», είναι πάντα καλύτερα να «ντιλάρεις» με έναν δικτάτορα παρά με μια ντουζίνα φυλάρχους. Γιατί όχι μια «Συμφωνία του Ξέρξη» με τους Ιρανούς κάποτε στο μέλλον, όπως υπογράφηκαν οι Συμφωνίες του Αβραάμ πριν από μερικά χρόνια με τους Αραβες;

Σ’ αυτή την επιλογή αποτυπώνεται η απόκλιση των στόχων ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο ένας θέλει να «ξεμπερδεύει» με τον πόλεμο, ο άλλος με το καθεστώς. Το Ισραήλ δεν θα απειλείται ούτε στο ελάχιστο από έναν ιρανικό εμφύλιο, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βλέπουν τίποτε ωφέλιμο, αναλαμβάνοντας την ευθύνη ακόμη ενός Ιράκ ή μιας Λιβύης. «Οποτε θελήσω να τελειώσει ο πόλεμος, θα τελειώσει».

Ετσι δηλώνεις «νικητής». Και έτσι κλείνεις τον πόλεμο. Οπως θα έκλεινες το φερμουάρ στη ζακέτα σου σε μια απρόσμενη στιγμή ψύχρας στο Μαρ α Λάγκο. Οχι πια σαν «μαθητευόμενος» το 1970, αλλά ως πρόεδρος το 2025 και με το βάρος των οκτώ δεκαετιών ζωής στην πλάτη σου.