Η γηραιά μας ήπειρος είναι όπως οι ανθρωπιστικές σπουδές: όλοι αναγνωρίζουν τη σημασία τους, αλλά κανείς δεν ξέρει με ποιον τρόπο να τις σώσει. Η υπεράσπισή τους προσθέτει υλικό σ’ ένα τεράστιο αρχείο αόρατων απογοητεύσεων – μια τέτοια ιστορία θα σας αφηγηθώ, ζητώντας εξαρχής συγγνώμη για την αυτοαναφορικότητα. Ομως όλες οι διανοητικές περιπέτειες δεν είναι εν τέλει και προσωπικές;

Ξαναδιάβασα πρόσφατα την παλιότερη πρόταση του Μπουρντιέ για την ανάγκη σύμπηξης ενός διεθνούς μετώπου διανοουμένων με σκοπό την πνευματική αφύπνιση της Ευρώπης. Αν η Ευρώπη διαβρωνόταν μέχρι πρόσφατα από μέσα (Ακροδεξιά, αντιδημοκρατικός αυταρχισμός, διανοητική οκνηρία κ.λπ.), τώρα καταρρέει κυριολεκτικά, ανήμπορη ν’ αντιμετωπίσει τον διμέτωπο αγώνα μεταξύ Σκύλλας (Πούτιν) και Χάρυβδης (Τραμπ). Με μια αίσθηση κατεπείγουσας ανάγκης, κάθισα κι έγραψα μια επιστολή σε ορισμένους απ’ τους σημαντικότερους στοχαστές και συγγραφείς της ηπείρου μας (από τον Μαριόν ως τον Αγκάμπεν και τον Σαβατέρ, από τον Πικετί ως τον Οστερμάιερ). Λόγω του περιοδικού έχω κατά καιρούς αλληλογραφήσει με πολλούς από αυτούς.

Εγραφα, λοιπόν: «[…] Μεγαλώσαμε σε μια μεταπολεμική Ευρώπη που πίστευε στην καντιανή “αιώνια ειρήνη”, πάλευε για την ευημερία των πολιτών της, στήριζε την ανθρωπιστική κουλτούρα και πίστευε πως η εμβάθυνση στις δημοκρατικές αξίες και στη συνεργασία μεταξύ των λαών θα άλλαζε τον κόσμο. Ζήσαμε για αρκετές δεκαετίες αυτή την ειρήνη, όχι πάντα με απροβλημάτιστο τρόπο: ρίξαμε μονομερώς το βάρος στην οικονομία αλλά δεν συμφωνήσαμε ποτέ σ’ ένα κοινό αξιακό σύστημα ούτε πήραμε ριζικές αποφάσεις για το οικολογικό πρόβλημα∙ είδαμε την έμπρακτη αλληλεγγύη στους καιρούς της κρίσης αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν δυσφορήσαμε βάζοντας το χέρι στην τσέπη∙ στηρίξαμε την ευημερία μας σε πόρους που δεν είχαμε και σε αμυντική κάλυψη που δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε – και τώρα το πληρώνουμε. Μεταξύ μιας δεσποτικής Ρωσίας και μιας ιμπεριαλιστικής Αμερικής, η Ευρώπη δεν μπορεί να αρθρώσει με αξιοπρέπεια την παραμικρή αντίθεση, δεν έχει πια ούτε το πολιτικό ούτε το ηθικό ανάστημα για να αντισταθεί στους εκβιασμούς των ισχυρών.

Για να αντέξει η Ευρώπη τις επερχόμενες τεκτονικές αλλαγές στον γεωπολιτικό χώρο χρειάζεται να ξανασκεφτούμε τις αξίες της: την αρχαιοελληνική, τη λατινική και τη χριστιανική της παράδοση που διαμόρφωσαν τον βυζαντινό, μεσαιωνικό και αναγεννησιακό της πολιτισμό, την αλληλεγγύη, τη συγχώρεση και την αδελφοσύνη. Να ξανασκύψει πάνω στις ιδέες του διαφωτισμού που οδήγησαν στη νεωτερική δημοκρατία, να επιστρέψει στις ελευθεριακές ιδέες που άσκησαν αμείλικτη κριτική στην αποικιοκρατία της και στον ασύδοτο καπιταλισμό, να μάθει από τα παθήματά της και να υπερασπιστεί τον εμπερίστατο σύγχρονο άνθρωπο στην αδυναμία του. Oπως δεν υπάρχει παρόν χωρίς την ευαισθησία του παρελθόντος, αντίστοιχα δεν υπάρχει κάποιος ιστορικός χρόνος στον οποίο οφείλουμε νοσταλγικά να επιστρέψουμε ώστε να γίνουμε ξανά σπουδαίοι, υπάρχει μόνο το παρόν και το μέλλον.

[…] Αν η Ευρώπη πρόκειται να έχει λόγο στη διαμόρφωση του μέλλοντος, θα τον έχει λόγω πολιτιστικού κύρους και ηθικού πλεονάσματος και γι’ αυτό είμαστε διατεθειμένοι να συμβάλλουμε με όλες μας τις δυνάμεις. Το δίλημμα που αντιμετωπίζουμε πρέπει να γίνει υπαρξιακό: με την Ευρώπη ή με τη βαρβαρότητα; Παραφράζοντας τον Μπόρχες, το να δηλώνεις Ευρωπαίος σήμερα (θα πρέπει να) είναι μια πράξη πίστης».

Το αποτέλεσμα; Παταγώδης αποτυχία. Κάποιοι απάντησαν ότι συμφωνούν απόλυτα με τον δονκιχοτισμό μου αλλά δεν υπογράφουν πια μανιφέστα, άλλοι δήλωσαν πολύ απογοητευμένοι για ν’ αντιδράσουν, ένας-δυο ότι εργάζονται σε αμερικανικά πανεπιστήμια και ίσως αυτό τους δημιουργήσει πρόβλημα. Πολλοί σιώπησαν.

Η Ευρώπη έχει πνευματικά εξουθενωθεί. Το τέλος των ιδεαλιστικών μανιφέστων σηματοδοτεί τον θρίαμβο της πιο υλιστικής πραγματικότητας. Οι πολιτικές ηγεσίες επιδίδονται σε ευχολόγια με ύφος Τσάμπερλεν πριν την καταστροφή. Ας το καταλάβουμε: Είμαστε μόνοι.

Ο κ. Δημήτρης Αγγελής είναι ποιητής, διευθυντής του περιοδικού «Φρέαρ» και εκπαιδευτικός.