Στην Ελλάδα σήμερα ζούμε πολύ περισσότερα χρόνια απ’ ό,τι στο παρελθόν, είμαστε πολύ πιο «γερασμένοι», παντρευόμαστε λιγότερο και χωρίζουμε πιο εύκολα, κάνουμε όλο και λιγότερα παιδιά, ενώ έχουμε μετά το 2010 σταθερά περισσοτέρους θανάτους από γεννήσεις.

Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται συνήθως σε μία από τις διαστάσεις του δημογραφικού (στην «υπογεννητικότητα») και κάθε χρονιά το Δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ για τη φυσική κίνηση αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στο τελευταίο εξ αυτών (2/10/2023) τα στοιχεία για τις γεννήσεις του 2022 προκαλούν έκπληξη, καθώς αυτές έχουν μειωθεί κατά 8,8 χιλ. σε σχέση με το 2021, μια μείωση που, σε συνδυασμό με τους αυξημένους λόγω της πανδημίας θανάτους (140 χιλ.), δίδει ένα πρωτοφανές στα χρονικά αρνητικό φυσικό ισοζύγιο (-65 χιλ.)

Δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που οι γεννήσεις μειώνονται. Η φθίνουσα πορεία τους ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980 και συνεχίζεται – αν και με διακυμάνσεις – έκτοτε, ενώ οι θάνατοι λόγω της γήρανσης αυξάνονται συνεχώς. Τίθεται έτσι επιτακτικά το ερώτημα: είναι δυνατόν να σταθεροποιηθούν οι γεννήσεις μεσοπρόθεσμα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να εξετάσουμε από τι εξαρτάται ο αριθμός τους κάθε χρονιά. Εξαρτάται από τον τελικό αριθμό των παιδιών που θα αποκτήσουν τα ζευγάρια, από την ηλικία που θα τα αποκτήσουν καθώς και από το πλήθος των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Υπενθυμίζουμε δε ότι το πλήθος αυτό μειώνεται στη χώρα μας μετά το 2004 και η τάση αυτή δεν αναμένεται να ανακοπεί μέχρι το 2050.

Η συρρίκνωση των γεννήσεων δεν αφορά μόνον την Ελλάδα. Σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες το περιβάλλον για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών έχει αλλάξει ριζικά. Σε όλες αυτές τις χώρες έχουμε: έξαρση του ατομικισμού και ανάδυση της πρωταρχικής επιθυμίας για αυτο-εκπλήρωση, ταχύτατη αστικοποίηση, μαζική είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, αύξηση του χρόνου παραμονής στο εκπαιδευτικό σύστημα, εμπόδια για έναν ικανοποιητικό συνδυασμό οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, έμφυλες διακρίσεις, αύξηση του κόστους μεγαλώματος ενός παιδιού, αυξημένες δυσκολίες σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας, δυσκολίες στην ανεύρεση κατοικίας…

Οι προαναφερθείσες αλλαγές συνοδεύτηκαν και με την ανάδυση ενός νέου εύθραυστου οικογενειακού μοντέλου, αυτού των δυο εργαζομένων γονέων (σε συμβίωση ή σε γάμο), η μετάβαση στο οποίο απαιτούσε και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που να ευνοεί τις ελεύθερες επιλογές τους. Κάποιες χώρες έλαβαν έγκαιρα υπόψη τις προαναφερθείσες αλλαγές και ανέπτυξαν, εκτός των άλλων, και πολιτικές για την άρση των έμφυλων διακρίσεων και των ασυμβατοτήτων ανάμεσα στην οικογενειακή και επαγγελματική ζωή, τη μείωση τους κόστους μεγαλώματος των παιδιών, την κάλυψη κάποιων από τους βασικούς κινδύνους που θα αντιμετώπιζαν στο μέλλον ο γονέας/οι γονείς.

Στη χώρα μας οι αλλαγές που αναφέραμε δεν συνοδεύτηκαν μέχρι και πρόσφατα από την υιοθέτηση τέτοιων πολιτικών, η τελευταία δε υπερ-δεκαετής κρίση, με την αύξηση της ανεργίας, των δυσκολιών σταθερής ένταξης στην αγορά εργασίας και του κόστους στέγασης και τη μείωση των εισοδημάτων, ως και την ανασφάλεια για το μέλλον, ενίσχυσε τις δυσκολίες για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιού, με αποτέλεσμα οι νεότερες γενεές να περιορίσουν τον αριθμό τους και να τα αποκτούν σε μεγαλύτερη ηλικία.

 

Ο καθηγητής κ. Βύρων Κοτζαμάνης είναι επιστημονικός υπεύθυνος του Ερευνητικού Προγράμματος (ΕΛΙΔΕΚ) «Δημογραφικά Προτάγματα στην Ερευνα και Πρακτική στην Ελλάδα» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.