Νομίζω πως πήγαινα δευτέρα λυκείου. Μια μέρα, ο καθηγητής της Φυσικής – ένας ψιλόλιγνος τύπος με τρελή γκρίζα κόμη περιμετρικά μιας φαλακρίτσας, που έμοιαζε ενοχλητικά με τον Εμετ Μπράουν και τον Ρικ Σάντσεζ, μάλλον η επιστήμη της Φυσικής το κάνει αυτό στους ανθρώπους – μου είπε πως θέλει να δει τους γονείς μου. Ωχ. Διότι από Φυσική εγώ ντιπ, με εξαίρεση την περίοδο που παρακολουθούσα ένα μάθημα στο φροντιστήριο, όχι από φιλότιμο, αλλά επειδή ο εκεί καθηγητής Φυσικής ήταν ένα κβαντικό παράδοξο με πλούσια καστανά μαλλιά και γαλάζια μάτια (αν και λίγο κοντός, αλλά μην είμαστε πλεονέκτες).

Πίστευα, λοιπόν, ότι ο καθηγητής ήθελε να ενημερώσει τους γονείς μου σχετικά με τις άθλιες επιδόσεις μου, αλλά, μόλις εκείνοι εισήλθαν στο γραφείο του, με βλέμμα που έλεγε – σύμφωνα με τη φαντασία μου – «είναι χαζό αλλά το αγαπάμε», ο καθηγητής τούς κάθισε και τους ψιθύρισε: «Τι συμβαίνει με το παιδί; Στα διαλείμματα δεν βγαίνει έξω καθόλου». Οπως μου μετέφεραν κατόπιν, ο καθηγητής δεν είπε κουβέντα για τις επιδόσεις μου. Αντιθέτως, έχοντας παρατηρήσει ότι στα διαλείμματα συνήθως δεν έβγαινα στο προαύλιο, αλλά καθόμουν στην αίθουσα μόνη, πίστεψε πως υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο σπίτι.

Αμ δε. Βασικά, εγώ τότε ανακάλυπτα τα σοβαρά βιβλία και κουβαλούσα κάθε μέρα ό,τι είχα βρει την προηγούμενη στο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς (Προυστ, Λόουρι, Μποντλέρ, Καβάφη). Κι όσο περισσότερο εντρυφούσα στη βαθιά κουλτούρα τόσο εκείνη έτρεφε τον ήδη υπάρχοντα σνομπισμό μου και απλώς βαριόμουν να περιφέρομαι υπό τον ήλιον στα τσιμέντα του προαυλίου ανάμεσα στα κοινά θνητά παιδάκια που έζεχναν πλαστικά σπορτέξ και πετρωμένη τυρόπιτα σφολιάτα. Επίσης, τύχαινε να έχω κάποιες αισθηματικές σκοτούρες (τον Αλέξη, έναν εξωσχολικό που νόμιζε ότι ήταν ο άντρας της ζωής μου, και τον Βασίλη του Γ3, που νόμιζα ότι ήταν ο άντρας της ζωής μου) και χρειαζόμουν συγκέντρωση για την ανταλλαγή βαρυσήμαντων sms.

Δεν ήμουν έφηβη με προβλήματα. Ημουν έφηβη με στραβό χαρακτήρα και λανθασμένες προτεραιότητες. Πού να ‘ξερε ο καθηγητής. Είδε ένα κοριτσάκι να κάθεται μοναχό και σκέφτηκε: κάτι δεν πηγαίνει καλά. Εγώ λοιπόν αυτόν τον τύπο τον παραδέχτηκα. Διότι δεν ήμουν παιδί που τραβούσε την προσοχή με τη συμπεριφορά ή τα ταλέντα του. Ημουν παιδί του μέσου όρου, ούτε διάνοια που ξαφνικά πήρε την κάτω βόλτα, ούτε παρίας που έφερνε το χάος, για να χτυπήσει κάποιο καμπανάκι. Ο καθηγητής μου, καλή του ώρα, έτυχε απλώς να με προσέξει. Κι όχι μόνο να με προσέξει, αλλά να μπει στον κόπο να διερευνήσει τι συνέβαινε.

Αυτά κοντά δύο δεκαετίες πριν. Γενικά, θαρρώ ότι παλιότερα υπήρχαν άλλες επικοινωνιακές συνθήκες ανάμεσα στο σπίτι και στο σχολείο. Στη δική μου γενιά δεν υπήρχε η παρεμβατικότητα παλαιότερων δεκαετιών, ωστόσο τα δύο περιβάλλοντα δεν ήταν ανεξάρτητα ούτε εχθρικά. Οταν έρχονταν οι γονείς μας στο σχολείο, δεν περνούσαμε καλά. Οι δάσκαλοι μας τα έσουρναν χωρίς φόβο και πάθος και μετά μας τα έσουρναν και οι γονείς. Εάν ένας δάσκαλος, μάλιστα, είχε και έξτρα ράμματα («αυθαδιάζει», «έρχεται από την τέταρτη ώρα», «καπνίζει στις τουαλέτες», «πετάει αμπούλες βρώμας»), μαύρο φίδι που μας έτρωγε. Και μας έβγαινε σε καλό.

Από τη λίγη παιδαγωγική που παρακολούθησα στο πανεπιστήμιο (κι αυτό πάλι επειδή ο καθηγητής ψιλοβλεπόταν), ξέρω ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη τους κανόνες, την πειθαρχία, το αίσθημα ότι τελεί υπό το καθεστώς μιας αρχής. Οχι καταπιεστικής αρχής, αλλά ενός προσώπου, θεσμού, συστήματος που καθοδηγεί, που τον κάνει να αισθάνεται λιγότερο μόνος, τυφλός στο απάτητο μονοπάτι της ζήσης. Που τον κάνει να αισθάνεται σημαντικός. Οταν έχεις κάποιον να σου τα σούρνει, το μήνυμα που παίρνεις υποσυνείδητα είναι ότι κάποιος ενδιαφέρεται για εσένα, ότι έχεις έναν ρόλο στον κόσμο του. Εάν κανείς δεν είναι εκεί να σου τα σούρει, εάν ό,τι κάνεις δεν τραβάει την προσοχή κανενός, γεύεσαι την πικρή πλευρά της ελευθερίας: την ασάφεια, τον μετεωρισμό, τη μοναξιά εκείνου που δεν υπάρχει έξω από τη σκέψη του άλλου.

Σήμερα κάτι έχει αλλάξει. Πώς όχι, όταν η ιδιότητα του εκπαιδευτικού σημαίνει κατακερματισμό, ένα σάρκινο μπαλάκι που ξεροσταλιάζει σε λίστες διορισμών, τρέχει στα ξερονήσια (νοικιάζοντας σπίτια διαθέσιμα από Οκτώβρη ως Απρίλη με τετραψήφιο νοίκι) ή από σχολείο σε σχολείο για να συμπληρώσει ώρες. Πώς να αναπτυχθεί μια σχέση ανάμεσα στο σχολείο και στο σπίτι, εάν το σχολείο δεν έχει υπόσταση, ενόσω το σπίτι χειμάζεται; Εάν η σχέση ανάμεσα στο σχολείο και στο σπίτι είναι υπαρκτή και κατά το δυνατόν αρμονική, τότε το παιδί παραμένει στο επίκεντρο, οι μεταβολές στην πραγματικότητά του γίνονται αντιληπτές. Υφίσταται έτσι ο χώρος εντός του οποίου το παιδί νιώθει σημαντικό και ειρηνικό.

Τα περιβάλλοντα αυτά είναι σαν κρεμμύδια. Κάθε πτυχή εμπερικλείεται σε μια άλλη. Οπως τα παιδιά έχουν ανάγκη να τελούν υπό το καθεστώς μιας καθοδηγητικής αρχής (γονείς, δάσκαλοι), έτσι γονείς και δάσκαλοι έχουν ανάγκη τη δική τους πτυχή, η οποία και τους εμπερικλείει στο κρεμμύδι της κοινωνίας. Οταν διάβασα για τον θάνατο της καθηγήτριας στη Θεσσαλονίκη, σκέφτηκα κι εγώ ότι τα παιδιά την «έσκασαν». Μόνο που τα παιδιά, προφανώς, είναι παιδιά που ανατρέφονται σε ένα ευρύτερο καθεστώς το οποίο δεν τα κάνει να νιώθουν σημαντικά, τα εξαγριώνει, τα απομακρύνει από κάθε είδους κέντρο. Διότι πιθανότατα οι γονείς τους έχουν και οι ίδιοι αποστερηθεί το κέντρο τους, και οι δάσκαλοί τους επίσης (πώς εξηγούμε το γεγονός ότι η καθηγήτρια προσπάθησε να αναζητήσει τη βοήθεια ανώτερων αρχών, μόνο για να αγνοηθεί επιδεικτικά;). Δεν υφίστατο, λοιπόν, καμία σχέση ανάμεσα στο σχολείο, στο σπίτι και στην κοινωνία. Τρεις διαφορετικές πλευρές συναντιούνται για να ξεπετάξουν ένα καθήκον, and the rest is history. Ούτε τα παιδιά είναι τέρατα, ούτε οι δάσκαλοι μυγιάγγιχτοι, ούτε οι γονείς αδιάφοροι. Η ανώτερη πτυχή του κρεμμυδιού είναι σάπια.

Αναθυμάμαι την πρώτη στροφή από τη «Δευτέρα Παρουσία» του Γ. Μπ. Γέιτς (σε μετάφραση Σεφέρη), που, με έναν τρόπο φοβερό, δεν ταιριάζει τόσο σε ένα αποκαλυπτικό τοπίο, όσο στο καθημερινό τοπίο μιας κοινωνίας που δεν τελεί υπό καμία αρχή πέρα από τη βία της μοναξιάς της: «Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους που πλαταίνουν / Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια το γερακάρη / Τα πάντα γίνονται κομμάτια / το κέντρο δεν αντέχει. / Ωμή αναρχία λύθηκε στην οικουμένη, / Απ’ το αίμα βουρκωμένος λύθηκε ο ποταμός, και παντού / Η τελετή της αθωότητας πνίγεται / Οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση, ενώ οι χειρότεροι / Είναι γεμάτοι από την ένταση του πάθους…».