Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αποφασίζω με κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντός μου να ξεκινήσουμε να αθλούμαστε παρέα. Είναι κάτι σαν χόμπι – χόμπι να κουβεντιάζεις για χόμπι. Μέχρι στιγμής, έχω αποφασίσει και έχω δηλώσει με κραταιά αποφασιστικότητα ότι θα ξεκινήσω τρέξιμο με τον πατέρα μου, τένις με τον άνδρα μου, γυμναστήριο με την αδελφή μου, κραβ μαγκά με μια συνάδελφο απ’ το πανεπιστήμιο. Φευ, κολυμβητήριο με τη γιαγιά μου. Μπορεί να έχω υποσχεθεί και χόκεϊ επί χόρτου σε κάποια τριτοξαδέλφη μου στο Ντίσελντορφ, δεν θυμάμαι. Φυσικά, ποτέ δεν έκανα τίποτα και ούτε πρόκειται, αλλά τουλάχιστον διαθέτω υποκριτικό ταλέντο.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν συμπάθησα την άθληση. Μου φαίνεται ανούσια. Εντάξει, εννοείται πως υπάρχουν σωματικά οφέλη (ναι, και τα «πνευματικά» οφέλη σωματικά είναι, απλές ορμόνες που πλημμυρίζουν τον εγκέφαλο). Αλλά, κατά τα άλλα, τι προσφέρει; Να διευκρινίσω, ωστόσο, ότι μιλώντας για «προσφορά» εννοώ κάτι συλλογικό. Κάτι που μεταδίδεται, που διαχέεται μεταξύ των ανθρώπων αντί να εξαντλείται στο άτομο που δρα.

Ο αθλητισμός δεν είναι μεταδόσιμος, όπως η τέχνη, για παράδειγμα. Τα οφέλη του είναι ατομικά, όπως η πρόσληψη της τροφής – απαραίτητα για τη ζωή, άχρηστα για την κοινωνία. Το μόνο που αναγνωρίζω ως κοινωνικό όφελος στον αθλητισμό είναι η ανακούφιση των βίαιων ενστίκτων: οι άνθρωποι, ειδικά όταν συγκεντρώνονται σε μεγάλες μάζες (όπως στις σύγχρονες μητροπόλεις), όπου και τείνουν να συντηρούνται βασισμένοι στον τριτογενή τομέα παραγωγής (αφού χειρωνακτική εργασία δεν υπάρχει για τόσο πολλούς και αναγκαστικά επινοείται ένα είδος παραγωγής καμωμένο από αέρα κοπανιστό, δηλαδή την υπηρεσία), διοχετεύουν την περισσευούμενη ενέργειά τους στα ελλειπτικά και δεν σκοτώνονται μεταξύ τους. (Αμφιβάλλω ότι υπάρχουν πολλοί εργάτες της γης που το πρωί κάνουν δεματοποίηση στα άχυρα, σηκώνοντας αδιάκοπα εικοσιπεντάκιλους όγκους, και το βράδυ φωτογραφίζονται για το Instagram καθώς πασπαλίζουν πρωτεΐνη στο ρυζόγαλο με φλεξαρισμένους δικεφάλους.)

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχουν πολλά συλλογικά οφέλη στον αθλητισμό. Ευγενής άμιλλα, ομαδικότητα, πειθαρχία, στοχοπροσήλωση, ανθεκτικότητα, πάθος, έμπνευση, όλα αυτά τα θεάρεστα τινά που μπορούν να καταστούν μεταδόσιμα μέσω της λειτουργίας του αθλητισμού ως παραδείγματος. Διότι, ως γνωστόν, στο λεξικό, δίπλα στο λήμμα «ευγενής άμιλλα», υπάρχει φωτογραφία με κάτι Σέρβους να παρακολουθούν ένα ματσάκι Αστέρα – Παρτιζάν, ενώ δίπλα στο λήμμα «έμπνευση» υπάρχει φωτογραφία με δακρυσμένους φαν του Μάικ Τάισον να σκέφτονται πόση δύναμη ψυχής κρύβει αυτός ο άνδρας που από τις συμμορίες του Μπρούκλιν έφτασε να γίνει ένας πολυβραβευμένος αθλητής (και τώρα προσπαθεί να ξεριζώσει τις καρωτίδες του Χοσέ Ριμπάλτα).

Εμένα μου φαίνεται ότι ο αθλητισμός, πέρα από τα σωματικά οφέλη του – που αφορούν αποκλειστικά τον αθλούμενο –, δεν έχει κανένα συλλογικό όφελος εκτός του αρχετυπικού θεάματος. Και αυτό που κάνει το θέαμα τόσο ζωτικό όσο τον άρτο είναι, βεβαίως, ένα: η βία. Ο αθλητισμός είναι η τέχνη τού να είσαι βίαιος. Δεν αναφέρομαι μόνο σε εκ των πραγμάτων βίαια αθλήματα, όπως τα διάφορα είδη πάλης, το αμερικάνικο ράγκμπι, το πόλο, ή στα φαινόμενα που πηγάζουν από αυτή την υποδόρια μεταδόσιμη βιαιότητα και τον ανταγωνισμό, όπως την οπαδική βία. Αναφέρομαι στην άθληση γενικά.

Ο αθλητισμός, ακόμα και στις πιο εξευγενισμένες και αισθητικά εξυμνημένες μορφές του, παραμένει θεμελιωδώς ένας μηχανισμός οργανωμένης βίας – όχι κατ’ ανάγκην της θεαματικής βίας της σύγκρουσης ή της αιματοχυσίας, αλλά μιας πιο σιωπηλής, μεταφυσικής βίας που ασκείται πάνω στο σώμα μέσω της πειθαρχίας, της επανάληψης, της ποσοτικοποίησης.

Ο κολυμβητής που σκίζει το χλωριωμένο νερό, ο δρομέας που διαβρώνει τους χόνδρους του πάνω σε χιλιόμετρα ασφάλτου, ο γυμναστής που εξαναγκάζει στην επίτευξη μιας κομψότητας αναδυόμενης μέσα από μικροκατάγματα και εξάντληση: όλοι συμμετέχουν σε μια τελετουργική επίθεση εναντίον του ίδιου του οργανισμού και της ενστικτώδους τάσης του προς αυτοσυντήρηση. Αυτό που εξωτερικά εμφανίζεται ως υγεία ή αρμονία αποκρύπτει μια βαθύτερη λογική εξαναγκασμού, όπου το σώμα υποχρεώνεται διαρκώς να υπερβαίνει τα όριά του μέσα από καθεστώτα πόνου που η κοινωνία έχει αναγάγει σε αρετή. Ο σύγχρονος αθλητισμός δεν καταργεί τη βία, την αισθητικοποιεί και τη γραφειοκρατικοποιεί.

Το χρονόμετρο, η διαδρομή, η μετρική του «προσωπικού ρεκόρ» μετατρέπουν την επιθετικότητα σε αφαίρεση, μεταφράζοντας τη σωματική φθορά σε αριθμητικό επίτευγμα. Aρα, ακόμα και οι πιο σιωπηλές και μοναχικές αθλητικές πράξεις διατηρούν τη δομή της μάχης – όχι απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό, αλλά απέναντι στην ίδια την αντίσταση, την ευθραυστότητα και τη θνητότητα του σώματος. Ο αθλητής καθίσταται ταυτόχρονα δήμιος και θύμα, εγκλωβισμένος σε μια κοινωνικά εξαγιασμένη μορφή αυτοπαραβίασης, της οποίας η βαρβαρότητα αποκρύπτεται ακριβώς επειδή έχει κανονικοποιηθεί ως αρετή.

Ο φανταστικός ψυχοθεραπευτής μου θα έλεγε τώρα ότι σκαρφίζομαι φιλοσοφικά σενάρια για να μην αντιμετωπίσω το πραγματικό πρόβλημα: Χρειάζομαι δίαιτα και γυμναστική αλλά θα αντισταθώ μέχρι τέλους επειδή είμαι σνομπ, φυγόπονη και εθισμένη στα ντόνατς. Που ισχύει. Αλλά ισχύει εξίσου και το ότι αντιπαθώ τη βία. Oχι επειδή είμαι καλός άνθρωπος, αλλά επειδή είμαι άνθρωπος. Και η βία μού φαίνεται ότι ανήκει στα ζώα. Πολύ παρωχημένη για αυτό που θέλουμε να νομίζουμε ότι έχουμε όταν μιλάμε για πολιτισμό.

Ποτέ δεν κατάλαβα τι βρίσκουν οι άνθρωποι στο να παίζουν ξύλο. Οι καμουφλαρισμένες μορφές βίας (ψυχολογική βία, λεκτική βία…) δεν είναι «αθωότερες», αλλά μάλλον πιο καταστροφικές – ωστόσο πρέπει να τους αναγνωρίσει κανείς ότι προϋποθέτουν κάποια πνευματική ρώμη για να είναι αποτελεσματικές.

Η σωματική βία είναι απλό πισωγύρισμα στην κατάσταση του ζώου. Η διαπροσωπική βία της καθημερινότητας (το χυδαίο θέαμα σωμάτων που χτυπούν άλλα σώματα σε δρόμους, σπίτια, σχολεία, μπαρ) δεν αποκαλύπτει ρώμη, αλλά τη σύνθλιψη της λογικής από το ένστικτο. Κάθε παρορμητική έκρηξη σωματικής κυριαρχίας είναι υπόλειμμα μιας ζωώδους λογικής που ο πολιτισμός απέτυχε να εξαλείψει, το πρωτόγονο αντανακλαστικό της επίλυσης της συμβολικής προσβολής μέσω της σάρκας. Μια τέτοια βία δεν είναι μόνο βάρβαρη, αλλά και βαθιά γελοία: μια γκροτέσκα παλινδρόμηση, κατά την οποία η γλώσσα, η διάνοια και η αυτοσυνειδησία αποσυντίθενται στιγμιαία, μετατρέποντας τον άνθρωπο σε έναν βιολογικό οργανισμό που αντιδρά μηχανικά στην απειλή, την ταπείνωση ή την πληγωμένη υπερηφάνεια.

Το σώμα που μάχεται καθίσταται γελοίο ακριβώς επειδή εγκαταλείπει εκείνες τις ικανότητες που διακρίνουν τον άνθρωπο από το ζώο, ανταλλάσσοντας τη σκέψη με την πρόσκρουση, τη συνείδηση με το αντανακλαστικό. Δεν είναι ξένη προς τον άνθρωπο η βία, ούτε πάντοτε ανούσια. Μόνο για εκείνον, όμως, απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα, έχει υποβαθμιστεί πια σε επιλογή. Κι όπου υπάρχει μια επιλογή, πάντα υπάρχει και μια καλύτερη.

Κοιτώντας άλλους να δουλεύουν

Λίγα θεάματα μου φαίνονται πιο υπνωτιστικά από τον παππού που παρακολουθεί ένα εργοτάξιο. Ολοι έχουμε δει έναν τέτοιο: Δώσ’ του μια μισοτελειωμένη πολυκατοικία, τρεις εργάτες να κραυγάζουν ο ένας στον άλλον και μια καρότσα χαλίκια, και ξαφνικά συγκεντρώνεται σαν μεσαιωνικός μοναχός που αντιγράφει χειρόγραφα. Στέκεται σιωπηλός, με τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη, παρακολουθώντας το μελάτο τσιμέντο να πέφτει σαν βλέφαρο παρευρισκόμενου σε κρατική τελετή.

Ισως επειδή τα εργοτάξια αποτελούν μια από τις τελευταίες εναπομείνασες μορφές ορατής εργασίας. Η σύγχρονη εργασία είναι πλέον αόρατη: email, «περιεχόμενο», συσκέψεις. Τίποτα δεν κινείται. Τίποτα δεν υψώνεται. Αντίθετα, η οικοδομή διατηρεί μια ένδοξη σωματικότητα. Κάτι που χθες δεν υπήρχε, σήμερα υπάρχει. Iσως οι ηλικιωμένοι παρακολουθούν εργοτάξια γιατί ανήκουν σε μια γενιά που αναθυμάται τον απτό μόχθο. (Ή επειδή, βαθιά μέσα του, κάθε Ελληνας πιστεύει ότι θα μπορούσε να συντονίσει το έργο καλύτερα από τον εργοδηγό.)

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα, αποφασίζω με κάποιο πρόσωπο του περιβάλλοντός μου να ξεκινήσουμε να αθλούμαστε παρέα. Είναι κάτι σαν χόμπι – χόμπι να κουβεντιάζεις για χόμπι. Μέχρι στιγμής, έχω αποφασίσει και έχω δηλώσει με κραταιά αποφασιστικότητα ότι θα ξεκινήσω τρέξιμο με τον πατέρα μου, τένις με τον άνδρα μου, γυμναστήριο με την αδελφή μου, κραβ μαγκά με μια συνάδελφο απ’ το πανεπιστήμιο. Φευ, κολυμβητήριο με τη γιαγιά μου. Μπορεί να έχω υποσχεθεί και χόκεϊ επί χόρτου σε κάποια τριτοξαδέλφη μου στο Ντίσελντορφ, δεν θυμάμαι. Φυσικά, ποτέ δεν έκανα τίποτα και ούτε πρόκειται, αλλά τουλάχιστον διαθέτω υποκριτικό ταλέντο.

Η πικρή αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν συμπάθησα την άθληση. Μου φαίνεται ανούσια. Εντάξει, εννοείται πως υπάρχουν σωματικά οφέλη (ναι, και τα «πνευματικά» οφέλη σωματικά είναι, απλές ορμόνες που πλημμυρίζουν τον εγκέφαλο). Αλλά, κατά τα άλλα, τι προσφέρει; Να διευκρινίσω, ωστόσο, ότι μιλώντας για «προσφορά» εννοώ κάτι συλλογικό. Κάτι που μεταδίδεται, που διαχέεται μεταξύ των ανθρώπων αντί να εξαντλείται στο άτομο που δρα.

Ο αθλητισμός δεν είναι μεταδόσιμος, όπως η τέχνη, για παράδειγμα. Τα οφέλη του είναι ατομικά, όπως η πρόσληψη της τροφής – απαραίτητα για τη ζωή, άχρηστα για την κοινωνία. Το μόνο που αναγνωρίζω ως κοινωνικό όφελος στον αθλητισμό είναι η ανακούφιση των βίαιων ενστίκτων: οι άνθρωποι, ειδικά όταν συγκεντρώνονται σε μεγάλες μάζες (όπως στις σύγχρονες μητροπόλεις), όπου και τείνουν να συντηρούνται βασισμένοι στον τριτογενή τομέα παραγωγής (αφού χειρωνακτική εργασία δεν υπάρχει για τόσο πολλούς και αναγκαστικά επινοείται ένα είδος παραγωγής καμωμένο από αέρα κοπανιστό, δηλαδή την υπηρεσία), διοχετεύουν την περισσευούμενη ενέργειά τους στα ελλειπτικά και δεν σκοτώνονται μεταξύ τους. (Αμφιβάλλω ότι υπάρχουν πολλοί εργάτες της γης που το πρωί κάνουν δεματοποίηση στα άχυρα, σηκώνοντας αδιάκοπα εικοσιπεντάκιλους όγκους, και το βράδυ φωτογραφίζονται για το Instagram καθώς πασπαλίζουν πρωτεΐνη στο ρυζόγαλο με φλεξαρισμένους δικεφάλους.)

Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι υπάρχουν πολλά συλλογικά οφέλη στον αθλητισμό. Ευγενής άμιλλα, ομαδικότητα, πειθαρχία, στοχοπροσήλωση, ανθεκτικότητα, πάθος, έμπνευση, όλα αυτά τα θεάρεστα τινά που μπορούν να καταστούν μεταδόσιμα μέσω της λειτουργίας του αθλητισμού ως παραδείγματος. Διότι, ως γνωστόν, στο λεξικό, δίπλα στο λήμμα «ευγενής άμιλλα», υπάρχει φωτογραφία με κάτι Σέρβους να παρακολουθούν ένα ματσάκι Αστέρα – Παρτιζάν, ενώ δίπλα στο λήμμα «έμπνευση» υπάρχει φωτογραφία με δακρυσμένους φαν του Μάικ Τάισον να σκέφτονται πόση δύναμη ψυχής κρύβει αυτός ο άνδρας που από τις συμμορίες του Μπρούκλιν έφτασε να γίνει ένας πολυβραβευμένος αθλητής (και τώρα προσπαθεί να ξεριζώσει τις καρωτίδες του Χοσέ Ριμπάλτα).

Εμένα μου φαίνεται ότι ο αθλητισμός, πέρα από τα σωματικά οφέλη του – που αφορούν αποκλειστικά τον αθλούμενο –, δεν έχει κανένα συλλογικό όφελος εκτός του αρχετυπικού θεάματος. Και αυτό που κάνει το θέαμα τόσο ζωτικό όσο τον άρτο είναι, βεβαίως, ένα: η βία. Ο αθλητισμός είναι η τέχνη τού να είσαι βίαιος. Δεν αναφέρομαι μόνο σε εκ των πραγμάτων βίαια αθλήματα, όπως τα διάφορα είδη πάλης, το αμερικάνικο ράγκμπι, το πόλο, ή στα φαινόμενα που πηγάζουν από αυτή την υποδόρια μεταδόσιμη βιαιότητα και τον ανταγωνισμό, όπως την οπαδική βία. Αναφέρομαι στην άθληση γενικά.

Ο αθλητισμός, ακόμα και στις πιο εξευγενισμένες και αισθητικά εξυμνημένες μορφές του, παραμένει θεμελιωδώς ένας μηχανισμός οργανωμένης βίας – όχι κατ’ ανάγκην της θεαματικής βίας της σύγκρουσης ή της αιματοχυσίας, αλλά μιας πιο σιωπηλής, μεταφυσικής βίας που ασκείται πάνω στο σώμα μέσω της πειθαρχίας, της επανάληψης, της ποσοτικοποίησης. Ο κολυμβητής που σκίζει το χλωριωμένο νερό, ο δρομέας που διαβρώνει τους χόνδρους του πάνω σε χιλιόμετρα ασφάλτου, ο γυμναστής που εξαναγκάζει στην επίτευξη μιας κομψότητας αναδυόμενης μέσα από μικροκατάγματα και εξάντληση: όλοι συμμετέχουν σε μια τελετουργική επίθεση εναντίον του ίδιου του οργανισμού και της ενστικτώδους τάσης του προς αυτοσυντήρηση.

Αυτό που εξωτερικά εμφανίζεται ως υγεία ή αρμονία αποκρύπτει μια βαθύτερη λογική εξαναγκασμού, όπου το σώμα υποχρεώνεται διαρκώς να υπερβαίνει τα όριά του μέσα από καθεστώτα πόνου που η κοινωνία έχει αναγάγει σε αρετή. Ο σύγχρονος αθλητισμός δεν καταργεί τη βία, την αισθητικοποιεί και τη γραφειοκρατικοποιεί. Το χρονόμετρο, η διαδρομή, η μετρική του «προσωπικού ρεκόρ» μετατρέπουν την επιθετικότητα σε αφαίρεση, μεταφράζοντας τη σωματική φθορά σε αριθμητικό επίτευγμα. Aρα, ακόμα και οι πιο σιωπηλές και μοναχικές αθλητικές πράξεις διατηρούν τη δομή της μάχης – όχι απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό, αλλά απέναντι στην ίδια την αντίσταση, την ευθραυστότητα και τη θνητότητα του σώματος.

Ο αθλητής καθίσταται ταυτόχρονα δήμιος και θύμα, εγκλωβισμένος σε μια κοινωνικά εξαγιασμένη μορφή αυτοπαραβίασης, της οποίας η βαρβαρότητα αποκρύπτεται ακριβώς επειδή έχει κανονικοποιηθεί ως αρετή.

Ο φανταστικός ψυχοθεραπευτής μου θα έλεγε τώρα ότι σκαρφίζομαι φιλοσοφικά σενάρια για να μην αντιμετωπίσω το πραγματικό πρόβλημα: Χρειάζομαι δίαιτα και γυμναστική αλλά θα αντισταθώ μέχρι τέλους επειδή είμαι σνομπ, φυγόπονη και εθισμένη στα ντόνατς. Που ισχύει. Αλλά ισχύει εξίσου και το ότι αντιπαθώ τη βία. Oχι επειδή είμαι καλός άνθρωπος, αλλά επειδή είμαι άνθρωπος. Και η βία μού φαίνεται ότι ανήκει στα ζώα. Πολύ παρωχημένη για αυτό που θέλουμε να νομίζουμε ότι έχουμε όταν μιλάμε για πολιτισμό.

Ποτέ δεν κατάλαβα τι βρίσκουν οι άνθρωποι στο να παίζουν ξύλο. Οι καμουφλαρισμένες μορφές βίας (ψυχολογική βία, λεκτική βία…) δεν είναι «αθωότερες», αλλά μάλλον πιο καταστροφικές – ωστόσο πρέπει να τους αναγνωρίσει κανείς ότι προϋποθέτουν κάποια πνευματική ρώμη για να είναι αποτελεσματικές. Η σωματική βία είναι απλό πισωγύρισμα στην κατάσταση του ζώου.

Η διαπροσωπική βία της καθημερινότητας (το χυδαίο θέαμα σωμάτων που χτυπούν άλλα σώματα σε δρόμους, σπίτια, σχολεία, μπαρ) δεν αποκαλύπτει ρώμη, αλλά τη σύνθλιψη της λογικής από το ένστικτο. Κάθε παρορμητική έκρηξη σωματικής κυριαρχίας είναι υπόλειμμα μιας ζωώδους λογικής που ο πολιτισμός απέτυχε να εξαλείψει, το πρωτόγονο αντανακλαστικό της επίλυσης της συμβολικής προσβολής μέσω της σάρκας. Μια τέτοια βία δεν είναι μόνο βάρβαρη, αλλά και βαθιά γελοία: μια γκροτέσκα παλινδρόμηση, κατά την οποία η γλώσσα, η διάνοια και η αυτοσυνειδησία αποσυντίθενται στιγμιαία, μετατρέποντας τον άνθρωπο σε έναν βιολογικό οργανισμό που αντιδρά μηχανικά στην απειλή, την ταπείνωση ή την πληγωμένη υπερηφάνεια.

Το σώμα που μάχεται καθίσταται γελοίο ακριβώς επειδή εγκαταλείπει εκείνες τις ικανότητες που διακρίνουν τον άνθρωπο από το ζώο, ανταλλάσσοντας τη σκέψη με την πρόσκρουση, τη συνείδηση με το αντανακλαστικό. Δεν είναι ξένη προς τον άνθρωπο η βία, ούτε πάντοτε ανούσια. Μόνο για εκείνον, όμως, απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα, έχει υποβαθμιστεί πια σε επιλογή. Κι όπου υπάρχει μια επιλογή, πάντα υπάρχει και μια καλύτερη.