Είναι Μάιος, μέρα μεσημέρι, και κόσμος πολύς έχει μαζευτεί εκεί που εξελίσσονται τα γυρίσματα της ταινίας, μιας ταινίας «με φυσικά χρώματα σε σινεμασκόπ». Γυναίκες και άντρες, θαυμάστριες και θαυμαστές, διαγκωνίζονται πίσω από το προστατευτικό σχοινί, «τέντωναν τα χέρια τους προσπαθώντας να έρθουν λίγο πιο κοντά μου, γελούσαν, φώναζαν και με επευφημούσαν για να τραβήξουν την προσοχή μου».

Αυτός είναι ο Μίζουνο Γιούτακα και, όπως έχετε ήδη ψυλλιαστεί, εξαιτίας του έχει συγκεντρωθεί στον δρόμο το ενθουσιασμένο πλήθος. Σπρώχνονται οι άνθρωποι υστερικά μεταξύ τους, φορώντας μάλιστα μια «στολή» που έχει λανσάρει ο ίδιος (βρισκόμαστε, βεβαίως, στις δεκαετίες του 1950 και του 1960). Λοιπόν, αυτό που θέλουν όλοι να γίνουν, το πρότυπό τους, λέει ο ηθοποιός, «είμαι εγώ».

Ο αφηγητής ετούτης της ιστορίας είναι όμορφος και σαγηνευτικός, ανερχόμενος αστέρας του κινηματογράφου, δημοφιλέστατος πρωταγωνιστής. Πλην όμως, μην προτρέχετε σε βιαστικά συμπεράσματα, περιμένετε λίγο, πέραν της έξωθεν υπάρχει και η έσωθεν μαρτυρία, ο Μίζουνο Γιούτακα συνεχίζει να περιγράφει την κατάστασή του. Αναφερόμαστε σε κατάσταση, όχι σε εαυτό, διόλου τυχαία, έχουμε τις επιφυλάξεις μας.

«Είμαι εικοσι τριών, ηλικία στην οποία όλα είναι εφικτά. Τους τελευταίους έξι μήνες εργάζομαι νυχθημερόν, σχεδόν χωρίς ύπνο∙ η νιότη μου γρήγορα γέρνει προς τη δύση της, το ξέρω πολύ καλά». Ξέρει και κάτι ακόμα. Οτι δεν έχει πλέον το δικαίωμα να ονειρεύεται επειδή, τρόπον τινά, ενσαρκώνει το όνειρο των άλλων, του κοινού. Ο Μίζουνο Γιούτακα είναι σταρ. Αναμφισβήτητα. Τι σημαίνει, ωστόσο, μια τέτοια παραδοχή; Ποιες συνέπειες τη συνοδεύουν;

Ενα αντιφατικό σύμπαν

Ο Ιάπωνας Γιούκιο Μισίμα (1925-1970), πολυδιαβασμένος στην Ελλάδα, πρόλαβε να δώσει ορισμένες πειστικές απαντήσεις μέσω της συγκεκριμένης, σύντομης νουβέλας (αν και το κείμενο στο βιβλίο Σταρ, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αγρα, για πρώτη φορά στα ελληνικά, θα μπορούσαμε ασφαλώς να το χαρακτηρίσουμε και εκτεταμένο διήγημα). Είναι απολύτως σαφές και πανθομολογούμενο ότι δεν πρόκειται για κάποιο μείζον έργο του Μισίμα, όπως οι περίφημες και αυτοβιογραφικές Εξομολογήσεις μιας μάσκας (1949), μυθιστόρημα που αναμεταφράστηκε και είναι ξανά διαθέσιμο στη γλώσσα μας από το 2023.

Πάντως, το Σταρ δημιουργεί ατμόσφαιρα, διαθέτει αν μη τι άλλο κάποιες λαμπρές σελίδες (εσωστρεφείς, στοχαστικές) και αποτελεί, σίγουρα, μια ωραία ευκαιρία να επισκεφθούμε πάλι το αντιφατικό σύμπαν ενός θρυλικού πεζογράφου (θρυλικού όντως, όσο λίγοι) του 20ού αιώνα σε διεθνές επίπεδο.

Λοιπόν, ο Μίζουνο Γιούτακα υποδύεται έναν «νεαρό γιάκουζα», έναν μαφιόζο δηλαδή, και αντιμετωπίζει μικροπροβλήματα με τον σκηνοθέτη του, τον Τακαχαμά, ο οποίος, εντάξει, προσπαθεί να ενσταλάξει και λίγη τέχνη σε μια, κατά τα φαινόμενα, λαϊκή και εμπορική ταινία (που, στην κοινότοπη πλοκή της, περιλαμβάνει δοκιμασμένες συνταγές – υπόκοσμο, βία, εκδίκηση, έρωτα).

Ο Μίζουνο Γιούτακα έχει μια βοηθό, μεγαλύτερή του, την Κάγιο, η οποία είναι πάντα δίπλα του (και, ενίοτε, στο κρεβάτι του). Μια τύπισσα χύμα και άσχημη, με «δύο ασημένια μπροστινά δόντια», όμως δραστήρια, υποστηρικτική και έμπιστη, «συνένοχος και σύντροφός μου σ’ αυτή την εξαπάτηση». Η Κάγιο, τα βράδια, μετά την εξαντλητική δουλειά του ηθοποιού, απολαμβάνει είτε να του διαβάζει τα γράμματα που στέλνουν όσες και όσοι τον λατρεύουν (μια χήρα που μοιράζεται τη σεξουαλική της φαντασίωση μαζί του, μια έφηβη που αυνανίζεται με μια φωτογραφία του, ένας άλλος μεσήλικος που «ζητούσε απελπισμένα το εσώρουχό μου») είτε, διότι τέτοια είναι η Κάγιο, να κοροϊδεύει τις συμπρωταγωνίστριές του, να τις καθιστά καρικατούρες και να προκαλεί το ασυγκράτητο γέλιο του.

Ο Μίζουνο Γιούτακα, παρά την ηλικία του, έχει αρκετή επίγνωση της συνθήκης εντός της οποίας πορεύεται. Γνωρίζει ότι δεν είναι «κανονικός άνθρωπος», ότι δεν ανήκει στον «πραγματικό κόσμο», ότι έχει ξεκόψει εντελώς από δαύτον. Ζει μέσα σε ένα «κατάφωρο ψέμα», σε κάτι «επιφανειακό» και «φτιαχτό». Και το πλέον κρίσιμο ζήτημα τώρα: την έχει αποδεχτεί, την προτιμά αυτή την «πλάνη».

Χρόνος, εαυτός, μάσκες

Ο Μίζουνο Γιούτακα αισθάνεται περισσότερη ελευθερία να αναζητήσει τις αλήθειες που ορίζουν τη δική του ύπαρξη μέσα στο «ρεύμα του φανταστικού χρόνου», μέσα στον χρόνο των ρόλων που παίζει. Εν όψει των γενεθλίων του, και μιας ομήγυρης στο σπίτι, δεν σκοπεύει να πάει, αφήνει απλώς τους υπόλοιπους με την εντύπωση ότι θα αργήσει.

«Αν η προσμονή της άφιξής μου είναι μέρος της γιορτής, τότε και η απουσία μου είναι αναμφίβολα μέρος της γιορτής. Σωστά. Είναι προτιμότερο για έναν σταρ να είναι πάντα απών. Δεν έχει σημασία πόσο σοβαρή μπορεί να είναι η υποχρέωση, ένας σταρ είναι πολύ πιο σταρ αν δεν παρευρίσκεται. Η απουσία είναι το ατού του. Η απορία για το αν θα εμφανιστεί η όχι προσδίδει στην εκδήλωση μια υπέροχη αίσθηση αγωνίας, που συνεχώς υποβόσκει. Ο πραγματικός σταρ δεν έρχεται ποτέ».

Στο βιβλίο του Μισίμα δύο παράξενα περιστατικά, δύο ασυνήθιστες εμπειρίες που καταργούν τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη μυθοπλασία, εξωθούν τον ήρωα να σκεφτεί, διαδοχικά, τον θάνατο (σαν διάσταση) και την αυτοκτονία (ως προοπτική). Κι όταν αποφασίζει να εκθέσει στην Κάγιο αυτά που κλωθογυρίζει στο μυαλό του, εκείνη, σαν έτοιμη από καιρό, του αντιγυρίζει διάφορα.

«Φυσικά και θέλεις να πεθάνεις, ποιος δεν θα ‘θελε με μια ζωή σαν τη δική σου; Αντε, λοιπόν, τράβα να πεθάνεις. Ομως πρόσεξε, πρέπει να είναι ατύχημα, κάτι απρόβλεπτο, ακούσιο. Αν οι άλλοι καταλάβουν, έστω κατ’ ελάχιστο, τον λόγο που θέλεις να πεθάνεις, καλύτερα να μην το κάνεις». Η Κάγιο, με μια σκληρή πλην διαυγέστατη φόρα, αναπτύσσει συντριπτικούς συλλογισμούς που σχετίζονται με την «εξουσία» και «το βλέμμα» των άλλων προκειμένου, ακριβώς, να πλησιάσει στη νευραλγική ουσία του σταρ και, κάπως, να την εξηγήσει. «Επομένως», επισημαίνει λίγο προτού κλείσει το στόμα της, «η ανάγκη για νέες μάσκες δεν τελειώνει ποτέ».

Η πορεία του κειμένου

Η νουβέλα Σταρ δημοσιεύτηκε σε λογοτεχνικό περιοδικό το 1960 και ακολούθως, το 1961, συμπεριλήφθηκε σε μια συλλογή ιστοριών με τον ίδιο τίτλο (μαζί με τον «Πατριωτισμό» και κάποια άλλα διηγήματα). Ο Μισίμα την έγραψε ενόσω (και κατόπιν, ενδεχομένως) συνεργαζόταν ως ηθοποιός με τον κινηματογραφικό σκηνοθέτη Γιασούζο Μασουμούρα, πρωτοπόρο του νέου κύματος στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Κάτι που δεν κύλησε καθόλου ομαλά. Το Σταρ είναι μια σπουδή πάνω στη φήμη και στην «απέραντη μοναξιά» που την επισκιάζει. Στην εποχή μας, της ψηφιακής σαβούρας, των αδηφάγων μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αυτή η ιστορία φαντάζει, παραδόξως, ακόμα και ρομαντική.