Η απόρριψη της εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές πρόσθεσε ένα ακόμη επεισόδιο στο σίριαλ των κυβερνητικών αναντιστοιχιών. Η κυβέρνηση επέλεξε για άλλη μία φορά να οχυρωθεί πίσω από το φράγμα της απόλυτης πλειοψηφίας των 151 βουλευτών, προβάλλοντας αυτή τη φορά ως επιχείρημα ότι το ζήτημα των παρακολουθήσεων αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη το πώς είχε προσεγγίσει το συγκεκριμένο θέμα μέχρι σήμερα.
Και αυτό γιατί από το 2022, η ίδια υπόθεση αντιμετωπίζεται με κάθε επισημότητα ως μια δραστηριότητα ιδιωτών, θέση που τελικώς οδήγησε την εισαγγελία του Αρείου Πάγου στην αρχειοθέτησή της. Μόνο που με τη χθεσινή της στάση, η κυβερνητική πλειοψηφία, πέρα από την αυτοακύρωσή της στην προσπάθεια να κλείσει το θέμα, έπληξε εκ των πραγμάτων και την ουσιαστική κρίση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Τζαβέλλα ότι δε συντρέχουν λόγοι για την ανάσυρση των υποκλοπών από το αρχείο.
Παράλληλα, η τροπή αυτή γεννά μια σειρά από εύλογα ερωτήματα: Εφόσον πρόκειται για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα που άπτεται της εθνικής ασφάλειας, πώς δικαιολογείται η αδράνεια των προηγούμενων τεσσάρων ετών, η οποία προκαλεί έντονο προβληματισμό και, αν μην τι άλλο, αμηχανία; Γιατί κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, παρότι τεκμηριωμένα βρέθηκαν στο στόχαστρο του Predator, απέφυγαν επιμελώς την προσφυγή στη Δικαιοσύνη; Και πώς συμβαδίζει το γεγονός ότι ουκ ολίγες φορές αντιμετώπισαν το θέμα υποτιμητικά, ως ήσσονος σημασίας και ως σημείο των καιρών, με τη χθεσινή, εσπευσμένη αναβάθμισή του;
Έτσι, η όψιμη επίκληση της εθνικής ασφάλειας εμφανίζεται πλέον ως ένας βολικός ελιγμός για την αποφυγή του κοινοβουλευτικού ελέγχου, που όμως δεν πείθει, αφού η ίδια η κυβέρνηση με τη μέχρι πρότινος στάση της διέψευσε τον εαυτό της.





