Επειδή το να γράφει κανείς για τον Μάη του ’68 στην εποχή Πιερρακάκη φαίνεται γραφικό, γράφοντας ξανά και ξανά για τον Μάη θα επιμείνω, γιατί η νοημοσύνη μου μνημειώνεται και δεν «μειώνεται», όπως με ειδοποιεί ο νέος σκηνοθέτης που εκτιμώ, ο Χρήστος Πασσαλής, σε συνέντευξή του, προχθές, στο κυριακάτικο «Βήμα».
Επιπλέον, μου φαίνεται απαραίτητο να βρίσκω ακόμη τη δύναμη «να επινοώ ένα νέο κέφι και μια όρεξη για νέους παραλογισμούς». Αλλιώς, θα με καταπιεί η μελαγχολία και το γήρας, με προϊδεάζει ο Πασσαλής, λες και δεν το ξέραμε.
Λοιπόν, όταν ο Σαρλ ντε Γκωλ, στις 30 Μαΐου του ’68, διέλυσε την εθνοσυνέλευση και προκήρυξε εκλογές για τον Ιούνιο τερματίζοντας, υποτίθεται, την «κρίση», δεν γνώριζε ότι ο Μάης του ’68 δεν συνέβη.
Αυτό τουλάχιστον διατείνεται ο Ζιλ Ντελέζ σε άρθρο που συνυπογράφει με τον Φελίξ Γκουατταρί στο περιοδικό “Les Nouvelles Littéraires” τον Μάιο του ’84. Είκοσι περίπου χρόνια μετά, εξηγούν επαρκώς τους λόγους για τους οποίους ο Μάης δεν συνέβη.
Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, αυτό που μετράει είναι πως το συμβάν του Μαΐου αποτελεί μια διαδικασία αλήθειας, μια δοκιμαστική ταινία-test για τον υψηλό δείκτη ουρίας των κοινωνιών μας παρά τις πάνες και τ’ άσπρα σώβρακα.
Όλα αυτά, και άλλα πολλά σκέφτηκα συμφωνώντας με τον Βαγγέλη Βενιζέλο στο ότι η κοινωνία είναι μεν καχύποπτη διότι “αρνείται να αγοράσει κυρίαρχα πολιτικά αφηγήματα”, δεν είναι όμως, κατά τη γνώμη μου, διόλου καχύποπτη για τα παραπολιτικά αφηγήματα που της πλασάρουν, χώρια το Survivor.
Υποθέτω ότι οι προσκεκλημένοι του Βενιζέλου, στη συνάντησή τους αυτές τις μέρες, όπου θα ξανασκεφτούν την “Ελλάδα μετά” με βάση ένα “εθνικό σχέδιο δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας”, θα λάβουν υπόψη τους το μικρό κείμενο των Ντελέζ-Γκουατταρί.
Θα καταλάβουν άραγε ότι εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα και επειδή η νοημοσύνη μειώνεται, εάν δεν θέλουν να τους καταπιεί η μελαγχολία και το γήρας, μόνο προς την πλευρά της δημιουργίας θα πρέπει να στραφούν; Είναι, γράφουν οι Ντελέζ και Γκουατταρί, “αυτές οι δημιουργικές ανασυντάξεις που θα συνέβαλλαν στο να λυθεί η παρούσα κρίση και να συνεχιστεί ένας γενικευμένος Μάης του ’68, με μια απλοποιημένη διακλάδωση και διακύμανση”.
Και να μην ακούσω λέξη για ουτοπίες. Γράφει ο Πασσαλής: “Ο επαρχιωτισμός της χώρας αυτής θέλει πολύ δουλειά για να νικηθεί. Και παρά τις κρίσεις μεγαλείου, η Ελλάδα διατηρεί στο ακέραιο όλα τα χαρακτηριστικά ενός Βαλκανικού κράτους με ποσοστά διαφθοράς τραγικά, διεφθαρμένους και αμόρφωτους πολιτικούς, εργοστάσια που πέφτουν πάνω στους εργαζόμενους….”.
Και να ‘ταν μόνο τα εργοστάσια που πέφτουν στο κεφάλι μας; Πέφτουν και οι καλές ή οι κακές μας προθέσεις “πριν” και “μετά”.
Ιδού ολόκληρο το κείμενο από το βιβλίο Δύο καθεστώτα τρελών, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Μπουντά (εκδόσεις Εκκρεμές, 2026):
«Σε ιστορικά φαινόμενα όπως η επανάσταση του 1789, η Κομμούνα, η επανάσταση του 1917, υπάρχει πάντα μια πλευρά του συμβάντος που δεν μπορεί να αναχθεί σε κοινωνικούς προκαθορισμούς και σε αιτιακές σειρές. Στους ιστοριογράφους αυτό το πράγμα δεν αρέσει πάντα πολύ: κατόπιν εορτής, θα αποκαταστήσουν την αιτιότητα.
Εντούτοις το ίδιο το συμβάν σηματοδοτεί μια απαγκίστρωση και μια ρήξη με τις αιτιότητες: Το συμβάν διακλαδώνεται, παρεκκλίνει από τον νόμο, είναι μια ασταθής κατάσταση που εγκαινιάζει έναν χώρο δυνατοτήτων. Ο Πριγκόζιν [Prigogine] έχει μιλήσει γι’ αυτές τις καταστάσεις όπου, ακόμα και στη φυσική, οι μικρές διαφορές διαχέονται αντί να μηδενιστούν και όπου φαινόμενα εντελώς ανεξάρτητα αρχίζουν να συνηχούν και να συμπλέκονται.
Έτσι, είναι κάθε φορά δυνατό για ένα συμβάν να συναντήσει εχθρότητα, να κριθεί αυστηρά, να εναντιωθεί ή και να προδοθεί. Αλλά δεν παύει ποτέ να μιλά για κάτι το αξεπέραστο. Είναι οι αποστάτες που λένε: έχει ξεπεραστεί. Αλλά το συμβάν το ίδιο μπορεί ασφαλώς να είναι παλιό, αλλά δεν προσφέρεται στο ξεπέρασμα. Είναι άνοιγμα στο καινούργιο. Περνά στο εσωτερικό των ατόμων και στο σύνολο της κοινωνίας. Και επιπλέον, τα ιστορικά φαινόμενα που αναφέραμε συνοδεύονταν από προκαθορισμούς και αιτιότητες, έστω και αν ανήκαν σε μια άλλη φύση.
Ο Μάης του ’68 ανήκει στην τάξη των καθαυτό συμβάντων, απαλλαγμένος από κάθε συνηθισμένη και νομοθετική αιτιότητα. Η ιστορία του είναι μια «διαδοχή ασταθειών και έντονων διακυμάνσεων». Χαρακτηρίζεται από κάθε λογής ταραχές, χειρονομίες, λόγια, ανοησίες, ψευδαισθήσεις, αυταπάτες για το ’68 ‒ αλλά δεν είναι αυτά που στ’ αλήθεια μετρούν.
Αυτό που μετράει είναι ότι ο Μάης αποτέλεσε ένα φαινόμενο διορατικότητας [voyance] ‒ είναι σαν η κοινωνία να είδε μεμιάς και να συνειδητοποίησε το ανυπόφορο που περιείχε και ταυτόχρονα τη δυνατότητα για κάτι διαφορετικό. Είναι ένα συλλογικό φαινόμενο του τύπου: «το δυνατό [possible], γιατί αλλιώς ασφυκτιώ». H δυνατότητα δεν προϋπάρχει του συμβάντος, δημιουργείται από το συμβάν. Είναι θέμα ζωής.
Τα συμβάντα δημιουργούν μια νέα ύπαρξη, παράγουν μια νέα υποκειμενικότητα (καινούργιες σχέσεις με το σώμα, με τον χρόνο, τη σεξουαλικότητα, το περιβάλλον, την κουλτούρα, τη δουλειά…). Κάθε φορά που έχουμε μια κοινωνική μετάπλαση, δεν αρκεί να ιχνηλατούμε αποτελέσματα και τα εφέ της, σύμφωνα με τις οικονομικές και πολιτικές γραμμές της αιτιότητας.
Η κοινωνία πρέπει να είναι έτοιμη να δημιουργήσει συλλογικά συμπιλήματα, τα οποία να ανταποκρίνονται στην καινούργια υποκειμενικότητα, έτσι ώστε να φανεί ότι η κοινωνία αυτή καλωσορίζει τη μετάπλαση. Αυτή είναι η ακριβής σημασία της «αντίστροφης υλοποίησης».
Το αμερικανικό New Deal και η ιαπωνική ανάπτυξη ήταν παραδείγματα, πολύ διαφορετικά, υποκειμενικής αντίστροφης υλοποίησης, με όλων των ειδών τις αμφισημίες και αντιδραστικές δομές, αλλά επίσης και με το μέρος της πρωτοβουλίας και της δημιουργίας που συγκροτούσε μια νέα κοινωνική κατάσταση ικανή να απαντήσει στις απαιτήσεις του συμβάντος.
Στη Γαλλία, αντιθέτως, μετά το ’68 οι εξουσίες δεν έπαψαν να ζουν με την ιδέα ότι η κατάσταση «θα ηρεμήσει». Και όντως αυτή η κατάσταση ηρέμησε, αλλά υπό συνθήκες που ήταν καταστροφικές. Ο Μάης του ’68 δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας κρίσης ή της αντίδρασης σε μια κρίση. Είναι μάλλον το αντίστροφο. Είναι η παρούσα κρίση, είναι τα αδιέξοδα της παρούσας κρίσης στη Γαλλία που εκπορεύονται απευθείας από την ανικανότητα της γαλλικής κοινωνίας να αφομοιώσει τον Μάη του ’68.
Η γαλλική κοινωνία έδειξε μια σοβαρή αδυναμία να επεξεργαστεί μια υποκειμενική αντίστροφη υλοποίηση στο συλλογικό επίπεδο, όπως το ’68 το απαιτούσε: Κατόπιν αυτού, πώς θα μπορούσε να πραγματοποιήσει σήμερα μια οικονομική αντίστροφη υλοποίηση, σε συνθήκες «αριστερισμού»; Δεν είχε τίποτα να προτείνει στους ανθρώπους. Ούτε στον χώρο του σχολείου, ούτε στον χώρο της δουλειάς. Καθετί καινούργιο έχει περιθωριοποιηθεί ή έχει γελοιοποιηθεί.
Βλέπουμε σήμερα τους κατοίκους του Λονγκουί να κρέμονται από τον χάλυβά τους, τους παραγωγούς γάλακτος από το γάλα τους, κτλ. Τι άλλο να έκαναν, αφού κάθε συμπίλημα μιας καινούργιας ύπαρξης, μιας καινούργιας συλλογικής υποκειμενικότητας είναι εκ των προτέρων κατεστραμμένο από την αντίδραση στο ’68, στην αριστερά όπως και στη δεξιά; Ακόμα και τα ελεύθερα ραδιόφωνα. Σε κάθε περίπτωση, το δυνατό [possible] ξαναφιμώθηκε.
Τα παιδιά του Μάη του ’68 τα ξαναβρίσκουμε σχεδόν παντού, τα ίδια δεν το γνωρίζουν και η κάθε χώρα τα παράγει με τον δικό της τρόπο. Η κατάστασή τους δεν είναι ζηλευτή. Δεν αποτελούν νέα στελέχη. Είναι κατά περίεργο τρόπο αδιάφορα και εντούτοις πολύ ενημερωμένα. Έπαψαν να είναι απαιτητικά ή ναρκισσιστικά, αλλά γνωρίζουν καλά ότι τίποτα δεν ανταποκρίνεται σήμερα στην υποκειμενικότητά τους, στην ενεργητική τους ικανότητα.
Γνωρίζουν μάλιστα ότι όλες οι τωρινές μεταρρυθμίσεις στρέφονται μάλλον εναντίον τους. Είναι αποφασισμένα να ασχοληθούν με τις δικές τους υποθέσεις, στον βαθμό που το μπορούν. Κρατούν ένα άνοιγμα, κάτι το δυνατό. Το ρομαντικό πορτρέτο τους είναι φτιαγμένο από τον Francis Ford Coppola στον Rumble Fish.
O ηθοποιός Mickey Rourke εξηγεί: «Είναι ένας χαρακτήρας που γι’ αυτόν ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι, που βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στο χείλος του γκρεμού. Δεν ανήκει στο γένος των Hell’s Angels. Έχει μυαλό ή, μάλλον, κοινή λογική. Διαθέτει ένα μείγμα κουλτούρας που έρχεται από τον δρόμο κι από το πανεπιστήμιο. Και είναι αυτός ο συνδυασμός που τον τρέλανε. Δεν βλέπει τίποτα, ξέρει πως δεν υπάρχει καμιά δουλειά γι’ αυτόν γιατί είναι πιο ξύπνιος απ’ αυτόν που θα ήθελε να τον προσλάβει…» (Libération, 15 Φεβρουαρίου 1984).
Αυτό αληθεύει για όλον τον κόσμο. Αυτό που έκαναν θεσμό, στην ανεργία, στη σύνταξη ή στο σχολείο, είναι «καταστάσεις εγκατάλειψης» που ελέγχονται με τους αναπήρους σαν μοντέλο. Οι μόνες παροντικές υποκειμενικές αντίστροφες υλοποιήσεις σε συλλογικό επίπεδο είναι αυτές του άγριου καπιταλισμού αλά αμερικανικά ή ακόμα ενός μουσουλμανικού φονταμενταλισμού όπως στο Iran, και των αφροαμερικανικών θρησκειών, όπως στη Brazil: Είναι οι αντίθετες μορφές ενός νέου φονταμενταλισμού. (Θα έπρεπε να προσθέσουμε σ’ αυτά έναν ευρωπαϊκό νεοπαπισμό.)
Η Ευρώπη δεν έχει τίποτα να προτείνει και η France δεν φαίνεται πια να έχει άλλη φιλοδοξία από το να ηγεμονεύει σε μια αμερικανοποιημένη και υπεροπλισμένη Ευρώπη, που θα υλοποιεί αφ’ υψηλού την αναγκαία αντίστροφη οικονομική αναδιάρθρωση.
Το πεδίο των δυνατών είναι παρά ταύτα αλλού: Σύμφωνα με τον άξονα Δύση-Ανατολή, ο ειρηνισμός, καθώς προσφέρεται να θρυμματίσει τις σχέσεις της αντιπαράθεσης, των υπερεξοπλισμών, αλλά επίσης και της συμπαιγνίας και του καταμερισμού μεταξύ United States και Soviet Union.
Σύμφωνα με τον άξονα Βορράς-Νότος, ένας καινούργιος διεθνισμός, ο οποίος δεν εδράζεται πια μόνο σε μια συμμαχία με τον Τρίτο Κόσμο, αλλά στα φαινόμενα τριτοκοσμοποίησης στις ίδιες τις πλούσιες χώρες (παραδείγματος χάριν, η εξέλιξη της μητρόπολης, ο υποβιβασμός του κέντρου των πόλεων, η άνοδος του τρίτου ευρωπαϊκού κόσμου, όπως ο Paul Virilio τα αναλύει).
Η μόνη λύση είναι η δημιουργία. Είναι αυτές οι δημιουργικές ανασυντάξεις που θα συνέβαλλαν στο να λυθεί η παρούσα κρίση και να συνεχιστεί ένας γενικευμένος Μάης του ’68, με μια απλοποιημένη διακλάδωση και διακύμανση.»



