«Δουλειά, γιατροί, φροντιστήρια, ψώνια, συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών. Οι μαμάδες νιώθουμε ένα τεράστιο βάρος καθημερινά και είναι εξουθενωτικό», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Γεωργία, μητέρα τριάντα δύο ετών.
Οι μητέρες βιώνουν καθημερινά μια απαιτητική πραγματικότητα, καθώς επιφορτίζονται με το μεγαλύτερο μερίδιο των γονεϊκών καθηκόντων και ταυτόχρονα έρχονται αντιμέτωπες με έμφυλες ανισότητες στον εργασιακό χώρο.
Παρά τις θεσμικές παρεμβάσεις και την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης, τα δεδομένα από διεθνείς οργανισμούς καταδεικνύουν τα δυσανάλογα βάρη που κουβαλούν οι μητέρες.
Η εύθραυστη υγεία των μητέρων
Μια μητέρα αντιμετωπίζει υψηλό κίνδυνο της μητρικής θνησιμότητας κατά την γέννα ή τον τοκετό, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της UNICEF.
Οι αριθμοί φέρνουν στην επιφάνεια το μέγεθος του ζητήματος. Περίπου 260.000 γυναίκες έχασαν τη ζωή τους παγκοσμίως λόγω επιπλοκών που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη και τον τοκετό το 2023. Αυτό σημαίνει ότι περισσότερες από 700 γυναίκες πεθαίνουν κάθε μέρα, δηλαδή μία μητέρα κάθε δύο λεπτά.
Οι περισσότεροι θάνατοι μητέρων σημειώνονται σε χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και της νότιας Ασίας.
Ο ΟΗΕ έθεσε ως Στόχο Βιώσιμης Ανάπτυξης το να μειωθούν οι θάνατοι σε 70 ανά 100.000 γεννήσεις ως το 2030, κάτι το οποίο μοιάζει πολύ μακρινό σενάριο.
Η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη στις χώρες όπου βρίσκονται εν εξελίξει πολεμικές συγκρούσεις. Σε αυτές τις χώρες οι θάνατοι είναι υπερπενταπλάσιοι σε σχέση με σταθερότερα περιβάλλοντα. Το 61% των παγκόσμων μητρικών θανάτων σημειώθηκε σε μόλις 37 χώρες που βρίσκονται σε καθεστώς κρίσης.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι περισσότεροι θάνατοι θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί. Η σοβαρή αιμορραγία μετά τον τοκετό, οι λοιμώξεις, η υψηλή αρτηριακή πίεση, οι επιπλοκές από τον τοκετό και οι μη ασφαλείς αμβλώσεις αποτελούν το 75% των περιπτώσεων. Η πρόσβαση σε εξειδικευμένο υγειονομικό προσωπικό θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τη θνησιμότητα. Στις πιο εύρωστες οικονομικά χώρες το 99% των τοκετών υποστηρίζεται από επαγγελματίες υγείας, ενώ στις χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα το ποσοστό αυτό περιορίζεται στο 73%.
Η «Ποινή» της Μητρότητας στον χώρο της εργασίας
Σε ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης και της Αμερικής, η κυριότερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι μητέρες είναι η συστηματική οικονομική και επαγγελματική υποβάθμιση, γνωστή ως «ποινή της μητρότητας». Με αυτή την φράση περιγράφεται το καθεστώς των μικρότερων αποδοχών και των εμποδίων επαγγελματικής ανέλιξης που βιώνουν οι γυναίκες μετά την απόκτηση παιδιών, σε αντίθεση με τους άνδρες που απολαμβάνουν προνομιακότερη μεταχείριση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Bankrate, οι εργαζόμενες μητέρες πλήρους απασχόλησης με παιδιά κάτω των 18 ετών λαμβάνουν κατά μέσο όρο 35% λιγότερα χρήματα συγκριτικά με τους πατέρες.
Ενώ οι γυναίκες χωρίς παιδιά βρίσκονται πιο κοντά με τους άνδρες, καθώς κερδίζουν 93 σεντς για κάθε δολάριο, η γέννηση ενός παιδιού διευρύνει το χάσμα, με τις μητέρες να κερδίζουν τελικά 74 σεντς για κάθε δολάριο που κερδίζει ένας πατέρας.
Φαίνεται πως λειτουργούν τα πράγματα αντιστρόφως ανάλογα. Ενώ οι οικονομικές ανάγκες μιας μητέρας μεγαλώνουν, οι απολαβές της μειώνονται.
Αυτές οι έμφυλες ανισότητες βασίζονται σε αντιλήψεις πως οι μητέρες αδυνατούν να εκπληρώσουν επαρκώς τα επαγγελματικά τους καθήκοντα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το 31,7% των εργαζόμενων γυναικών με παιδιά εργαζόταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης, έναντι 19,1% των γυναικών χωρίς παιδιά. Αντίθετα, μόνο το 5% των πατέρων εργάζεται με μερική απασχόληση, ποσοστό μικρότερο ακόμη και από εκείνο των ανδρών χωρίς παιδιά (7,3%). Σε χώρες όπως η Αυστρία, η Ολλανδία και η Γερμανία, περισσότερο από το 65% των μητέρων εργάζεται με μειωμένο ωράριο, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές τους αποδοχές και την οικονομική τους αυτονομία.
Το αόρατο φορτίο που κουβαλούν οι μητέρες
Μια από τις λιγότερο ορατές, αλλά πιο εξουθενωτικές προκλήσεις για τις μητέρες είναι το πνευματικό φορτίο που καλούνται να φέρουν. Πρόκειται για την έντονη γνωστική εργασία που απαιτείται για τη διαχείριση ενός νοικοκυριού, όπως ο προγραμματισμός, η οργάνωση, η πρόβλεψη των αναγκών και η συναισθηματική υποστήριξη των μελών της οικογένειας.
Έρευνες δείχνουν πως οι μητέρες αναλαμβάνουν δυσανάλογα το βάρος αυτής της εργασίας, ακόμη και ενώ βρίσκονται σε πλήρη εργασιακή απασχόληση. Στις ΗΠΑ, το 67% των εργαζόμενων μητέρων αναφέρει ότι νιώθει τεράστια πίεση να επικεντρωθεί στις υποχρεώσεις του σπιτιού, έναντι 45% των πατέρων. Αυτό το φορτίο περιλαμβάνει από την παρακολούθηση των ιατρικών ραντεβού και των σχολικών εργασιών μέχρι τη διαχείριση των καθημερινών γευμάτων και των αναγκών των παιδιών κατά τη διάρκεια της νύχτας. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Gender Equality Index, στην Ελλάδα, το 65% των γυναικών ασχολείται καθημερινά με οικιακές εργασίες, έναντι μόλις 28% των ανδρών.
Αυτή η «αόρατη» εργασία έχει άμεσο αντίκτυπο στην επαγγελματική ζωή των γυναικών, καθώς τα ανισομερώς κατανεμημένα γονεϊκά καθήκοντα τις εξουθενώνουν.
1 στις 5 μητέρες εμφανίζει ψυχικές διαταραχές
Οι μητέρες αναλαμβάνουν τη φροντίδα όλου του περιβάλλοντός τους. Συχνά, όμως αμελούμε την ανάγκη φροντίδας που έχουν και οι ίδιες ως φροντίστριες όλων.
Ειδικά η ψυχική υγεία των μητέρων είναι ένας τομέας που συχνά παραμελείται.
Περίπου το 20% των μητέρων στις ΗΠΑ εμφανίζει διαταραχές ψυχικής υγείας, όπως επιλόχειο κατάθλιψη.
Παρά τη συχνότητα αυτών των διαταραχών, το 75% των γυναικών δεν λαμβάνει ποτέ τη θεραπεία που χρειάζεται. Σχεδόν οι μισές περιπτώσεις δεν εντοπίζονται κατά τη διάγνωση από επαγγελματίες ψυχικής υγείας.
Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες είναι εμφανείς και εδώ. Οι γυναίκες που ζουν σε συνθήκες φτώχειας εμφανίζουν επιλόχειο κατάθλιψη σε διπλάσιο ποσοστό από τις γυναίκες με υψηλότερο εισόδημα. Επιπλέον, οι μητέρες από μειονοτικές ομάδες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση σε κατάλληλη φροντίδα, με αποτέλεσμα να διαγιγνώσκονται σπανιότερα και να λαμβάνουν ακόμα λιγότερη υποστήριξη.
Το Οικονομικό Βάρος της Παιδικής Φροντίδας
Η πρόσβαση σε προσιτή και ποιοτική παιδική φροντίδα είναι ο καθοριστικός παράγοντας που επιτρέπει στις μητέρες να παραμείνουν στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, το κόστος των παιδικών σταθμών έχει αυξηθεί με ρυθμούς ταχύτερους από τον πληθωρισμό σε πολλές χώρες. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι οικογένειες σε πολλές χώρες δαπανούν ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους για τη φροντίδα των παιδιών, παρά τις κρατικές επιδοτήσεις. Στην Ελλάδα, αν και το καθαρό κόστος για τις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος παραμένει σχετικά χαμηλό (κοντά στο 6% του εισοδήματος για ορισμένες κατηγορίες), η έλλειψη διαθέσιμων θέσεων και η ποιότητα των υπηρεσιών παραμένουν προκλήσεις.
Η αδυναμία πρόσβασης σε παιδική φροντίδα ωθεί το 29,6% των γυναικών στην ΕΕ στη μερική απασχόληση, γεγονός που δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο οικονομικής εξάρτησης και μειωμένων απολαβών.








