Στην προς τα κάτω αναθεώρηση των προβλέψεών της για την πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2026 προχώρησε η Τράπεζα της Ελλάδος, λόγω της εν εξελίξει σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Κατά την ομιλία του στη γενική συνέλευση των μετόχων της εγχώριας νομισματικής αρχής τη Δευτέρα, ο διοικητής της Γιάννης Στουρνάρας σημείωσε πώς σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης αύξησης της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα.

Με βάση την αμέσως προηγούμενη εκτίμηση της κεντρικής τράπεζας, η μεγέθυνση του πραγματικού ΑΕΠ θα έφτανε εφέτος το 2,1%. Αντίστοιχα, σημαντική επιβράδυνση προβλέπεται και για την οικονομία της ευρωζώνης.

Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται

Συγκεκριμένα, ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται πως θα υποχωρήσει στο 0,9% από 1,4% το 2025, λόγω της επίδρασης του πολέμου στη Μέση Ανατολή, της αυξημένης αβεβαιότητας και των διαταραχών στην αγορά ενέργειας, οι οποίες ενισχύουν τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.

Τα αντίβαρα

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, «παρά τον μετριασμό του ρυθμού μεγέθυνσης, η ελληνική οικονομία αναμένεται να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από ό,τι η ζώνη του ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ενισχυμένη ανθεκτικότητά της και συνεχίζοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης».

Κι αυτό διότι, όπως είπε oι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.

Ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης

Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την άνοδο της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και με κάπως ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Όσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας στο 8,2%.

Ο πληθωρισμός

Από την άλλη πλευρά, τόνισε πως η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα ανακοπεί το 2026, εξαιτίας της αναζωπύρωσης των εξωγενών πιέσεων στο κόστος από τις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Αντίθετα, ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται, υποχωρώντας στο 3,0%, ως αποτέλεσμα της σταδιακής επιβράδυνσης του πληθωρισμού των υπηρεσιών.

Η ευπάθεια

Εξάλλου, χαρακτήρισε ως μοναδική ευπάθεια αυτή τη στιγμή για τη χώρα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Όπως είπε, δεν αναμένεται να βελτιωθεί περαιτέρω το 2026, καθώς θα επηρεαστεί από αντίρροπες δυνάμεις στο εξωτερικό περιβάλλον.

Ειδικότερα, σημείωσε τα εξής:

Από τη μια πλευρά, οι εξαγωγές αγαθών, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, οι εισροές ευρωπαϊκών πόρων και οι ξένες άμεσες επενδύσεις αναμένεται να στηρίξουν τη συνολική εξωτερική θέση της οικονομίας.

Από την άλλη πλευρά, η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας, η αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων αναμένεται να επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο.

Οι προοπτικές του εξωτερικού ισοζυγίου εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διάρκεια και την ένταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, καθώς και από την επίδρασή τους στην παγκόσμια ζήτηση, στον τουρισμό και στις διεθνείς τιμές της ενέργειας.

Σε κάθε περίπτωση, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει η βασική πηγή ευπάθειας για την ελληνική οικονομία και το 2026.
Δημοσιονομική υγεία

Ως προς το δημοσιονομικό τομέα υποστήριξε πως η ισχυρή διαρθρωτική θέση της χώρας παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της νέας κρίσης, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.

Ο κ. Στουρνάρας σημείωσε τα εξής κατά την ομιλία του:

Η σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή των προηγούμενων ετών, σε συνδυασμό με τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους, έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.

Τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα λειτουργούν ως πρόσθετη ασπίδα απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές συνθήκες.

«Τα δημοσιονομικά μεγέθη προβλέπεται να παραμείνουν σε υγιή επίπεδα και το 2026, με διατήρηση υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος (περίπου 3,2% του ΑΕΠ) και οριακά πλεονασματικό συνολικό αποτέλεσμα, ενώ η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους αναμένεται να συνεχιστεί», κατέληξε σχετικά.

Ο τραπεζικός τομέας

Αναφορικά με τις προοπτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε τα ακόλουθα:

Η τραπεζική χρηματοδότηση της οικονομίας αναμένεται να διατηρήσει την ανοδική της πορεία, με στήριξη από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, το σχετικά ευνοϊκότερο περιβάλλον επιτοκίων και τη συνεχιζόμενη αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη στεγαστική πίστη. Ωστόσο, η αυξημένη αβεβαιότητα και τυχόν αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών ενδέχεται να μετριάσουν τη δυναμική αυτή.
Οι καταθέσεις αναμένεται επίσης να συνεχίσουν να αυξάνονται, ακολουθώντας την πορεία της οικονομίας, της αγοράς εργασίας και του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Παρ’ όλα αυτά, τα πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων περιορίζουν την ελκυστικότητά τους και ενισχύουν τη μετατόπιση αποταμιευτικών πόρων προς εναλλακτικές τοποθετήσεις.
Όσον αφορά τις τράπεζες, οι προοπτικές παραμένουν θετικές, καθώς οι ισχυρές επιδόσεις του 2025 δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας, της κερδοφορίας και της κεφαλαιακής τους βάσης. Ωστόσο, η τρέχουσα γεωπολιτική αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κόστος χρηματοδότησης, την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και τη δυναμική της πιστωτικής επέκτασης.
Τα επιτόκια στην Ευρωζώνη

Όσον αφορά τις προοπτικές για τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ το 2026, ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε πως χαρακτηρίζονται από αυξημένη αβεβαιότητα, αλλά και ανάγκη διατήρησης υψηλού βαθμού ευελιξίας.

Όπως είπε, «οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και οι διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας καθιστούν πλέον λιγότερο προβλέψιμη την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής δραστηριότητας».

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, εξήγησε, «το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα αξιολογήσει κατά πόσον οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας κινδυνεύουν να μετατραπούν σε πιο γενικευμένες και επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, μέσω των προσδοκιών, των μισθολογικών εξελίξεων και του ευρύτερου μηχανισμού διαμόρφωσης των τιμών».

Κατά τον ίδιο, η κατάλληλη αντίδραση της νομισματικής πολιτικής θα εξαρτηθεί από τη φύση, το μέγεθος και την επιμονή της διαταραχής.

Συγκεκριμένα, αν οι πιέσεις από το ενεργειακό κόστος αποδειχθούν πρόσκαιρες, η ανάγκη προσαρμογής της νομισματικής πολιτικής θα είναι περιορισμένη.

«Αν όμως αποδειχθούν εντονότερες και πιο επίμονες, επηρεάζοντας τις μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες και τις μισθολογικές εξελίξεις, τότε αναμένεται αυστηρότερη κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής», πρόσθεσε ο διοικητής της ΤτΕ.

Σημείωσε δε πως «ιδιαίτερη σημασία θα έχει και η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής: στοχευμένα και προσωρινά μέτρα μπορούν να αμβλύνουν τις επιπτώσεις της διαταραχής, ενώ γενικευμένες και μόνιμες παρεμβάσεις ενδέχεται να ενισχύσουν τη ζήτηση και να δυσχεράνουν το έργο της νομισματικής πολιτικής».

Υπό αυτές τις συνθήκες, κατέληξε, «η ΕΚΤ αναμένεται να συνεχίσει να ασκεί τη νομισματική πολιτική της με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και την αξιολόγηση των εξελίξεων σε κάθε συνεδρίαση, παραμένοντας έτοιμη, εφόσον κριθεί σκόπιμο, να προσαρμόσει τη στάση της ανά πάσα στιγμή».

Κλειδί η πολιτική σταθερότητα

Κλείνοντας την ομιλία του, ο κ. Στουρνάρας επισήμανε πως σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας.

Όπως είπε, «η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων».

Ειδικότερα, συμπλήρωσε πως «σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου σωρεύονται νέες αβεβαιότητες, η υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων αποτελεί προϋπόθεση για την ενίσχυση της ευημερίας».

Κατά τον ίδιο, τα οφέλη των μεταρρυθμίσεων είναι πλέον ορατά και μετρήσιμα, τόσο στις επιδόσεις της οικονομίας όσο και στη βελτίωση της αξιοπιστίας της χώρας.

Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε πως «η διατήρηση της πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή αξιόπιστων μεταρρυθμιστικών πολιτικών είναι το κλειδί για να μετατρέψουμε τις κρίσεις σε ευκαιρίες και να διαμορφώσουμε μια σύγχρονη, βιώσιμη, εξωστρεφή και ανταγωνιστική οικονομία».

Πηγή: OT.gr