Πολλά χρόνια πριν, ανακαλύπτοντας τον κόσμο, στην πρώτη μου επίσκεψη στη Ρώμη, μόνη μου, μικρούλα και ενθουσιασμένη, αναζητούσα τρόπο μετακίνησης πέριξ του Τραστέβερε εφαρμόζοντας το κλασικό, ελληνικό στυλ καλέσματος: Σήκωνα το χέρι, ισορροπούσα στο ένα πόδι στο έδαφος ενώ το άλλο κρατούσε αντίβαρο στον αέρα και φώναζα «ταξί, ταξί, ταξί!» στο ριπίτ, κάτι ανάμεσα σε «είμαι κουλ» και «σε παρακαλώ».
Τα λευκά οχήματα με προσπερνούσαν μεγαλοπρεπώς χωρίς ούτε ένα «Ho finito di lavorare, ragazza!», να ξέρω κι εγώ τι μου γίνεται.
Με τα πολλά ένας ευγενικός κι αναγεννησιακός στην όψη signore, με μπούκλα στην κόμη και φαρδύ κοστούμι σε στυλ Armani, με πλησίασε και μου είπε: «δε θα σταματήσει κανένα ταξί στη μέση του δρόμου, πρέπει να πας στην πιάτσα. Μόνο από εκεί επιτρέπεται να πάρεις ταξί».
Κατάλαβα. Υπήρχαν κανόνες.
Κάποια χρόνια μετά βρέθηκα στη Νέα Υόρκη και πήρα το αίμα μου πίσω. Τα κίτρινα ταξί, ασορτί με αυτά της Αθήνας, δεν σταματούσαν απλώς, εμφανίζονταν λες και πατούσες summon σε video game σε όποιο σημείο του δρόμου να ’ναι.
