ΤΟ ΒΗΜΑ logo

Η νοσταλγία του να σταματάς ταξί στον δρόμο 1

Το ταξί που σταματούσες με το χέρι ήταν πάντα κάτι περισσότερο από μεταφορά. Ήταν πιθανότητα. Μπορούσε να έχει οδηγό φιλόσοφο, συνωμοσιολόγο ή άνθρωπο που άκουγε μόνο λαϊκά του ’90. Δεν ήξερες ποτέ.

ΑΠΟ ΕΦΗ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Πολλά χρόνια πριν, ανακαλύπτοντας τον κόσμο, στην πρώτη μου επίσκεψη στη Ρώμη, μόνη μου, μικρούλα και ενθουσιασμένη, αναζητούσα τρόπο μετακίνησης πέριξ του Τραστέβερε εφαρμόζοντας το κλασικό, ελληνικό στυλ καλέσματος: Σήκωνα το χέρι, ισορροπούσα στο ένα πόδι στο έδαφος ενώ το άλλο κρατούσε αντίβαρο στον αέρα και φώναζα «ταξί, ταξί, ταξί!» στο ριπίτ, κάτι ανάμεσα σε «είμαι κουλ» και «σε παρακαλώ».

Τα λευκά οχήματα με προσπερνούσαν μεγαλοπρεπώς χωρίς ούτε ένα «Ho finito di lavorare, ragazza!», να ξέρω κι εγώ τι μου γίνεται.

Με τα πολλά ένας ευγενικός κι αναγεννησιακός στην όψη signore, με μπούκλα στην κόμη και φαρδύ κοστούμι σε στυλ Armani, με πλησίασε και μου είπε: «δε θα σταματήσει κανένα ταξί στη μέση του δρόμου, πρέπει να πας στην πιάτσα. Μόνο από εκεί επιτρέπεται να πάρεις ταξί».

Κατάλαβα. Υπήρχαν κανόνες.

Κάποια χρόνια μετά βρέθηκα στη Νέα Υόρκη και πήρα το αίμα μου πίσω. Τα κίτρινα ταξί, ασορτί με αυτά της Αθήνας, δεν σταματούσαν απλώς, εμφανίζονταν λες και πατούσες summon σε video game σε όποιο σημείο του δρόμου να ’ναι.

Ένας ταξιτζής, για παράδειγμα, έξω από το Μητροπολιτικό Μουσείο, διέσχισε τρεις λωρίδες σχεδόν διαγώνια σαν κάβουρας για να φρενάρει με αυτοπεποίθηση μπροστά σε μένα και την παρέα μου, ξαναγράφοντας τον αμερικανικό Κ.Ο.Κ.

Και φτάνουμε στο σήμερα, όταν χρειάστηκε ξανά να μετακινηθώ με ταξί στην πόλη μας, της γης το δαχτυλίδι, αφού άφησα εκτάκτως το αυτοκίνητο στο συνεργείο. Σαν γνήσια εκπρόσωπος της Gen X -και κατά βάση αυτοκινούμενη- αρνούμαι να εγκαταστήσω αντίστοιχο app, οπότε και ήρθα αντιμέτωπη με τη μεγάλη, αφοπλιστική απόρριψη των διερχόμενων καναρινί, κροκί και λεμονί οχημάτων.

«Δεν δουλεύω στον δρόμο, εξαίρεση κάνω με σας. Για καφέ είχα σταματήσει» μου ξεκαθαρίζει ο καλός άνθρωπος που δέχτηκε να με μεταφέρει μέχρι τη δουλειά -προφανώς βλέποντας την απόγνωση στο βλέμμα μου.

«Καλά, γιατί δεν καλέσατε με το κινητό σας;» με ρωτάει.

«Γιατί είμαι μελό» του απαντάω.

Το app δεν επιτρέπει θεατρικότητα. Η Όντρεϊ Χέπμπορν δεν έκανε «confirm pickup» κι αν η Κάρι Μπράντσο έβλεπε το «ο οδηγός σας φτάνει σε 3 λεπτά» θα έχανε το μισό στιλιστικό της δράμα.

Το app είναι αποτελεσματικό αλλά στερείται μύθου. Δεν υπάρχει το σασπένς του «θα σταματήσει;». Υπάρχει μόνο «ETA: 3 minutes». Δεν υπάρχει η μαγεία του να κοιτάς μακριά και να βλέπεις τη φωτεινή ταμπέλα «TAXI» σαν φάρο σωτηρίας μετά από ένα αποτυχημένο ραντεβού ή μια υπαρξιακή κρίση έξω από ένα μπαρ.

Το app δεν επιτρέπει θεατρικότητα. Η Όντρεϊ Χέπμπορν δεν έκανε «confirm pickup» κι αν η Κάρι Μπράντσο έβλεπε το «ο οδηγός σας φτάνει σε 3 λεπτά» θα έχανε το μισό στιλιστικό της δράμα.

Και κάτι ακόμα που χάθηκε για πάντα; Η κοινωνική ισότητα της στιγμής.

Να το πούμε με ένα παράδειγμα: Έστω ότι παρακολουθούμε την πρώτη σκηνή από μια ταινία αναρτημένων με τεχνητή νοημοσύνη αναμνήσεων μας. Εμείς, λίγο βρεγμένες, λίγο ερωτευμένες, λίγο χαμένες, στεκόμαστε στη γωνία Πανεπιστημίου και Βασιλίσσης Σοφίας και σηκώνουμε το χέρι. Όχι για να χαιρετήσουμε το άγνωστο. Για να σταματήσουμε ένα ταξί. Το κίτρινο αυτοκίνητο πλησιάζει σαν υπόσχεση. Ο οδηγός μάς κοιτάζει για ένα δευτερόλεπτο -εκείνο το μικρό, ανθρώπινο δευτερόλεπτο αξιολόγησης- και είτε φρενάρει είτε συνεχίζει. Όλη η αστική ζωή συνοψισμένη σε μια μικρή πράξη αμοιβαίας κρίσης.

Σήμερα το ταξί έρχεται αθόρυβα, σαν ντελιβεράς αλγοριθμικής μοίρας.

Οι αληθινοί γνώστες ήξεραν ότι η γωνία είχε σημασία. Γνωρίζαμε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας μας ευνοούσε, πότε να κάνουμε μισό βήμα προς τον δρόμο, πότε να υποκριθούμε ότι δεν σε νοιάζει καθόλου για να δεχθούμε τα παρακάλια του ταξιτζή ενώ είχε ήδη δύο πελάτες φορτωμένους -«που πας; Θες ταξί; Έλα, έλα, έλα!».

Το ταξί του δρόμου ήταν τζόγος. Δεν ήξερες ποιος θα είναι μέσα. Θα ήταν κάποιος που μύριζε βαριά ανδρική κολόνια από εκείνο το αξεπέραστο μπουκάλι-κουκουνάρι -ενίοτε μαζί με μπόχα- και θα είχε κρεμασμένο κομποσκοίνι στον καθρέφτη; Κάποιος που θα σου έλεγε τη γνώμη του για τη γεωπολιτική των Βαλκανίων χωρίς να το ζητήσεις; Ή εκείνος ο σπάνιος, σχεδόν μυθολογικός οδηγός, που άκουγε jazz και μιλούσε για τον Ταρκόφσκι λες και ήταν ξάδερφός του;

Σήμερα το ταξί έρχεται αθόρυβα, σαν ντελιβεράς αλγοριθμικής μοίρας.

Η πόλη έχασε, σαφώς, μια από τις τελευταίες αυθόρμητες μικρο-παραστάσεις της. Τριβή, τυχαίες συναντήσεις, μικρές διαπραγματεύσεις. Όπως τότε που αγοράζαμε εφημερίδα από το περίπτερο Κυριακή πρωί. Μικρές πράξεις που δεν ήταν μόνο λειτουργικές, ήταν αισθητικές.

Τώρα όλα συμβαίνουν αθόρυβα. Το app δεν σε αγνοεί προσωπικά, απλώς «δεν υπάρχει διαθέσιμο όχημα». Η απόρριψη έγινε εταιρική. Αποστειρωμένη. Σχεδόν ευγενική. Το app εξάλειψε την τυχαιότητα.

Επιμύθιο: Ίσως τελικά αυτό να μας λείπει περισσότερο. Η αίσθηση ότι η πόλη μπορούσε ακόμη να σε εκπλήξει. Ευχάριστα ή δυσάρεστα, δεν έχει σημασία.


Η μαύρη Ωραία Ελένη, ο ορισμός της ομορφιάς και το beauty trend που δεν αντέχουμε άλλο

Στο σημερινό επεισόδιο η Έλενα και η Δέσποινα μιλούν για το πώς -κι αν- ορίζεται η ομορφιά στη σύγχρονη εποχή.


READ MORE

Cookies