Δύο ακόμη μετρήσεις της κοινής γνώμης -της Metron Analysis για το Mega και της MRB για το Open- ήρθαν να επιβεβαιώσουν δύο στοιχεία τα οποία διεφάνησαν από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησαν οι αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν: Πρώτον, ότι η ελληνική κοινωνία, όπως και άλλες κοινωνίες διεθνώς, θεωρούν αδικαιολόγητες τις πολεμικές επιχειρήσεις. Και δεύτερον, ότι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός αποκομίζουν δημοσκοπικά κέρδη, κάτι που καταγράφεται και στις έρευνες που γίνονται σε άλλες χώρες.
Μένοντας στην εικόνα του εγχώριου πολιτικού σκηνικού, έχει αξία να επισημάνει κανείς ότι για πρώτη φορά εδώ και πάνω από δύο χρόνια, η Νέα Δημοκρατία επιτυγχάνει να περάσει πάνω από τον ψυχολογικό «πήχη» του 30% στην εκτίμηση ψήφου. Στην πρόθεση ψήφου η μεν Metron Analysis βρήκε την απήχηση του κυβερνώντος κόμματος στο 23,8%, η δε MRB στο 24,9%. Και μόνον με τις αναγωγές επί των εγκύρων οι δύο εταιρίες συμπίπτουν στην εκτίμηση ότι η δύναμη της «γαλάζιας» παράταξης φθάνει στο 31,1%, που αναμφίβολα απέχει σημαντικά από τον στόχο της αυτοδυναμίας.
Αντίστοιχη βελτίωση καταγράφεται και στην αξιολόγηση της κυβέρνησης, αλλά και του πρωθυπουργού. Τα σχετικά ευρήματα δείχνουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αυξάνει τις θετικές γνώμες προς το πρόσωπό του και να μειώνει τις αρνητικές, διευρύνοντας, έτσι, την ούτως ή άλλως μεγάλη απόσταση που τον χωρίζει από τους εν δυνάμει αντιπάλους του. Στην καταλληλότητα, ωστόσο, για την πρωθυπουργία, η μεν Metron Analysis δίνει στον κ. Μητσοτάκη 28%, η δε MRB 24,6%, με τον «κανένα» να πρωτεύει, συγκεντρώνοντας 31% και 25% αντίστοιχα.
Με δεδομένο, πάντως, ότι το αίτημα για πολιτική αλλαγή παραμένει πλειοψηφικό -τουλάχιστον έξι στους δέκα- σε σχέση με την ανάγκη για σταθερότητα -περίπου τρεις στους δέκα- που επικαλείται η κυβέρνηση, είναι σαφές ότι η αναμενόμενη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» (rally around the flag, κατά τους αγγλοσάξωνες) έδωσε ανάσες στην κυβέρνηση. Χωρίς, όμως, να ανατρέψει το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί από τις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2024. Η κυβερνητική παράταξη ήταν και παραμένει αδιαμφισβήτητα πρώτη αλλά δίχως τα «πυρομαχικά» που θα της εξασφάλιζαν μια τρίτη αυτοδύναμη θητεία.
Υπό αυτή τη συνθήκη, είναι μάλλον ανέφικτο να επιχειρήσει κανείς να αξιολογήσει τα μέχρι στιγμής «πολεμικά» κέρδη που αποκομίζουν η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός. Είναι πρόσκαιρα και συγκυριακά; Ή θα αποκτήσουν μονιμότερο χαρακτήρα και θα προστεθούν σε αυτά και άλλα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι εύκολο να δοθεί στην παρούσα συγκυρία. Εξαρτάται, όπως και πολλά άλλα πράγματα, από τη διάρκεια που θα έχει αυτός ο πόλεμος. Και κυρίως από τις συνέπειες που θα έχει για τις ζωές όλων μας.





