Στις 9 Μαρτίου 2026, το αργό πετρέλαιο άγγιξε τα 119 δολάρια το βαρέλι. Σαράντα οκτώ ώρες αργότερα ήταν στα 87. Ο πόλεμος συνεχιζόταν, τα Στενά παρέμεναν επικίνδυνα. Τι είχε αλλάξει στα αλήθεια; Μόνο δύο πράγματα. Από την μια ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι σκέφτεται να καταλάβει τα στενά με στρατιωτικά μέσα και από την άλλη ο IEA διέρρευσε ότι ετοίμαζε -και εν συνεχεία πραγματοποίησε- μαζική αποδέσμευση αποθεμάτων. Μια δήλωση (από τις πολλές του Αμερικάνου Προέδρου) και μια φήμη δηλαδή, αυτά ήταν αρκετά για να αλλάξει το «συναίσθημα» της αγοράς.
Αυτή είναι η οικονομία του κινδύνου. Δεν κινητοποιείται απαραίτητα από γεγονότα αλλά εξίσου από την αντίληψη των γεγονότων, αυτό που στη χρηματοικονομική θεωρία ονομάζεται αντίληψη του κινδύνου. Και στα Στενά του Ορμούζ τον Μάρτιο του 2026, η αντίληψη είχε ήδη κλείσει το πέρασμα πολύ πριν το κάνει οποιοσδήποτε πύραυλος ή drone.
Το πέρασμα ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν δεν έκλεισε επίσημα. Δεν υπήρξε ανακοίνωση, δεν υπήρξε αποκλεισμός. Και όμως η ναυτιλιακή δραστηριότητα σχεδόν παρέλυσε και όχι γιατί κάποιος απαγόρευσε τη διέλευση de jure αλλά επειδή σταδιακά έπαψε να ασφαλίζεται και όταν ασφαλιζόταν το κόστος ήταν οικονομικά ασύμφορο. Όταν οι διεθνείς ασφαλιστικές αγορές αποφάσισαν ότι ο κίνδυνος είχε γίνει μη αποτιμήσιμος, οι καλύψεις αποσύρθηκαν και χωρίς την ασφάλιση στο τραπέζι δεν υπάρχει εμπόριο. Τα Στενά δεν χρειάστηκε να κλείσουν με πυραύλους έγιναν μη ασφαλίσιμα, στην πράξη δεν υπάρχει διαφορά για το παραγόμενο αποτέλεσμα.
Βλέπουμε λοιπόν ότι στην ουσία της η οικονομία του κινδύνου προοικονομεί και δημιουργεί γεγονότα.
Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές δύο δεξαμενόπλοια (το ένα Ελληνικών συμφερόντων) και ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων έχουν χτυπηθεί.
Αν όμως αυτή ήταν η προοικονόμηση, υπάρχει και η «δημιουργία» πραγματικοτήτων, η άλλη διάσταση δηλαδή, που αξίζει να εξεταστεί. Οι ασφαλιστικές αγορές δεν είναι παθητικοί αποτιμητές κινδύνου , στην πραγματικότητα είναι συνδιαμορφωτές του. Όταν αποσύρουν κάλυψη, τα πλοία αποφεύγουν τη διαδρομή. Η μείωση της ναυτιλιακής κίνησης ενισχύει την εικόνα της επικινδυνότητας και έτσι ο κίνδυνος αποκτά υλική υπόσταση επειδή αρκετοί παράγοντες έκριναν πως είναι επιχειρησιακά δεσμευτικός και υπαρκτός. Ποιος ελέγχει αυτή τη δυναμική; Η απάντηση είναι μάλλον κανείς και αυτό είναι το πρόβλημα.
Αυτό αλλάζει και τον τρόπο που πρέπει να σκεφτόμαστε την ενεργειακή ασφάλεια. Δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα στρατιωτικής παρουσίας ή διπλωματικών συμμαχιών. Είναι ζήτημα ασφαλισιμότητας. Ο εχθρός δεν είναι πλέον μόνο αυτός που έχει πυραύλους – είναι και η αβεβαιότητα που κάνει τις αγορές να αποχωρούν. Και ενάντια σε αυτόν τον εχθρό, κανένας στρατός δεν είναι αρκετός.
Τις δεκαετίες που ακολούθησαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκοσμιοποίηση στηρίχθηκε σε μια υπόθεση που ποτέ δεν ειπώθηκε δυνατά, ότι οι εμπορικοί δρόμοι είναι δεδομένοι. Αυτή η υπόθεση δεν ήταν αφελής καθώς για δεκαετίες βασιζόταν σε ένα σιωπηρό συμβόλαιο και λειτουργούσε. Ήταν όμως εύθραυστη. Και η εύθραυστη σταθερότητα έχει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα, δεν φαίνεται πόσο εύθραυστη είναι μέχρι να σπάσει.
Αν κάτι μας επιβεβαίωσε η τωρινή περίοδος είναι πως οι δυνάμεις της αγοράς επηρεάζουν -πολλές φορές με τρόπους αδιόρατους στο ευρύ κοινό- τις εξελίξεις. Δεν το κάνουν με συγκεκριμένο σχέδιο, δεν υπάρχει κάποια «συνωμοσία», είναι η συνισταμένη των αποφάσεων και των γεγονότων. Αρκεί ένα κρίσιμο επίπεδο αβεβαιότητας και ένας underwriter που θα αποφασίσει ότι δεν υπογράφει.
Ακριβώς για όλα αυτά, θα είχε ενδιαφέρον να κάνουμε ένα μικρό βήμα πίσω, να δούμε την ευρύτερη εικόνα, εκείνη που περιλαμβάνει παγκοσμιοποιημένες οικονομικές και εμπορικές διαδικασίες, αλλά έναν πολιτικό κόσμο που (σε πολλά κράτη και φυσικά στις ΗΠΑ) τα τελευταία χρόνια ,σχεδόν ομφαλοσκοπώντας, δηλώνει πως θέλει να ξαναγυρίσει σε εθνικές πολιτικές και να εγκαταλείψει την διεθνή συνεργασία. Αν κάποιος αναρωτιέται ποιος από τους δύο κόσμους τελικά επηρεάζει περισσότερο την πραγματικότητα που βιώνουμε, ο Μάρτιος μας έδωσε μια πρώτη απάντηση.
*Η Ειρήνη Bόλη είναι Ναυτιλιακή Οικονομολόγος






