Σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού και ουσίας, η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε σήμερα, ανήμερα της τέταρτης επετείου από την εισβολή στην Ουκρανία, τη διεύρυνση της λίστας των κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Το νέο πακέτο μέτρων, το οποίο χαρακτηρίζεται ως το εκτενέστερο από τους πρώτους μήνες του πολέμου, στοχεύει 300 επιπλέον οντότητες, πλοία και πρόσωπα, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των κυρώσεων σε περισσότερες από 3.000.

Στο επίκεντρο των περιορισμών τίθεται ο ενεργειακός κλάδος, με την κρατική εταιρεία διαχείρισης αγωγών Transneft να αποτελεί τον κύριο στόχο, καθώς διακινεί το 80% των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου. Παράλληλα, οι κυρώσεις πλήττουν το «δίκτυο λαθρεμπορίας» της Μόσχας, στοχεύοντας 175 εταιρείες που συνδέονται με τον ρωσικό «σκιώδη στόλο». Η υπουργός Εξωτερικών, Ιβέτ Κούπερ, από το Κίεβο όπου πραγματοποιεί επίσκεψη, υπογράμμισε ότι τα μέτρα αυτά έχουν ως στόχο να διακόψουν τη χρηματοδότηση και τον στρατιωτικό εξοπλισμό που τροφοδοτούν τη ρωσική επιθετικότητα.

Η απόφαση του Λονδίνου έρχεται σε μια χρονική συγκυρία όπου στοιχεία του Centre for Research on Energy and Clean Air καταδεικνύουν την ανθεκτικότητα της ρωσικής οικονομίας, με τις εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα, την Ινδία και την Τουρκία να υπερβαίνουν τα προπολεμικά επίπεδα. Πέραν του ενεργειακού και του στρατιωτικού τομέα, οι κυρώσεις επεκτείνονται στο ρωσικό πυρηνικό πρόγραμμα για μη στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και σε μέσα ενημέρωσης της Γεωργίας (Imedi TV και POSTV), τα οποία κατηγορούνται για τη διασπορά φιλορωσικής προπαγάνδας. Από την πλευρά τους, οι θιγόμενοι τηλεοπτικοί σταθμοί αντέδρασαν με απαξίωση στις ανακοινώσεις, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα ως στερούμενα ουσίας.