Στην καταληκτική αποστροφή του πρωθυπουργικού τηλεοπτικού μηνύματος, με το οποίο ανακοινώθηκε η έναρξη εθνικού διαλόγου για την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ευχήθηκε η σχετική διαδικασία «να αποτελέσει μια απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική περιχαράκωση που διακρίνει το πολιτικό μας σύστημα».
Σύμφωνα, εξάλλου, με τον πρωθυπουργό, «το ίδιο το Σύνταγμα μάς επιβάλλει να αναζητήσουμε συναινέσεις αν θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται ο καταστατικός μας χάρτης». Τούτων δοθέντων εύλογα διερωτάται κάθε καλόπιστος πολίτης για το κατά πόσο η συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ανακίνησης της Συνταγματικής Αναθεώρησης είναι η κατάλληλη για να ανοίξει μια τόσο σοβαρή διαδικασία για τη λειτουργία του Πολιτεύματος.
Με τη χώρα να βρίσκεται σε οιωνεί προεκλογική περίοδο είναι απορίας άξιο πως μπορεί να ελπίζει κάποιος ότι μπορεί να δημιουργηθούν οι απαιτούμενες συναινετικές συνθήκες. Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται ο κοινοβουλευτικός διάλογος από τις βουλευτικές εκλογές του 2023 και εφεξής -με ευθύνη που το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να επιμεριστεί μόνο σε μια πτέρυγα της Βουλής- δεν αφήνει πολλά περιθώρια για να πιστέψει κανείς ότι θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας από το πολιτικό προσκήνιο η τοξικότητα και η στείρα κομματική περιχαράκωση.
Η αλήθεια είναι ότι και στις περισσότερες από τις προηγούμενες αναθεωρητικές διαδικασίες της μεταπολιτευτικής περιόδου οι αλλαγές που κατέστη δυνατό να γίνουν στον καταστατικό χάρτη της ελληνικής Πολιτείας δεν προέκυψαν σε κλίμα συναδέλφωσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Ποτέ δεν έλειψαν οι -σκόπιμες ή μη- διαφωνίες, οι -ειλικρινείς ή προσχηματικές- εντάσεις και οι σκληρές -ιδεολογικές αλλά και διαδικαστικές- συγκρούσεις.
Άλλωστε, ακόμη και στην Α΄Αναθεωρητική Βουλή, η οποία κατήρτισε το αρχικό κείμενο του Συντάγματος που τέθηκε σε εφαρμογή το 1975, όλα τα άρθρα του νέου καταστατικού χάρτη ψηφίστηκαν μόνον από την κυβερνητική πλειοψηφία της εποχής. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, παρότι είχαν συμβάλει στη διαμόρφωση αρκετών από τις διατάξεις, κατά την ψηφοφορία επέλεξαν το «παρών» ή καταψήφισαν. Ενδεχομένως να το έκαναν και εκ του ασφαλούς, αφού η τότε κυβερνητική παράταξη διέθετε την αριθμητική δύναμη για να «περάσει» μόνη της όλα τα άρθρα.
Κακά τα ψέματα, οι σκοπιμότητες υπήρξαν πάντοτε μέρος του πολιτικού παιγνίου. Είναι, δίχως αμφιβολία, στην ιδιοσυστασία των πολιτικών δυνάμεων να εκμεταλλεύονται τις καταστάσεις και να επιχειρούν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη των κινήσεων και πρωτοβουλιών τους. Υπό την προϋπόθεση φυσικά να γίνονται με την τήρηση κάποιου μέτρου. Και, προπαντός, να μην υποτάσσονται τα πάντα αποκλειστικά και μόνο στο βωμό της «εργαλειοποίησης» μιας διαδικασίας η οποία, κατά γενική ομολογία, απαιτεί στοιχειώδη συνεννόηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Τι νόημα, για παράδειγμα, έχει η προαναγγελία του πρωθυπουργού ότι είναι στις προθέσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας να προστεθεί στο αναθεωρημένο Σύνταγμα διάταξη που «να προβλέπει δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού»;
Μπορεί λαϊκισμός να είναι το να τάζεις τα πάντα στους πάντες, εξίσου, όμως, λαϊκίστικο, αν όχι και ακόμη περισσότερο, είναι να ισχυρίζεσαι ότι θα τον καταργήσεις με μια διάταξη που θα περιλάβεις στο Σύνταγμα και η οποία θα προβλέπει… απαγόρευση των προεκλογικών υποσχέσεων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αρκούντως εύπεπτο ένα «αφήγημα» του τύπου «απαγορεύεται να τάζουν προεκλογικά οι υποψήφιοι και τα κόμματα… λαγούς με πετραχήλια».
Είναι, όμως, εφικτό να απαγορευτούν οι υποσχέσεις; Και αν κάποιος πολιτικός υποσχεθεί -διόλου πρωτότυπο- κάτι παραπάνω από όσα μπορεί, τι θα γίνει; Ποια θα είναι η συνέπεια που θα υποστεί; Θα τιμωρηθεί με κάποιον τρόπο; Και μέχρι ποίου σημείου φθάνει η απαγόρευση; Θα αφορά μόνον τις δημοσιονομικού χαρακτήρα υπερβάσεις; Ή θα περιλαμβάνει και τις κάθε είδους υποσχέσεις;
Δεν ξέρω ειλικρινά τι νόημα έχουν τέτοιου είδους εξαγγελίες. Ενθυμούμαι, για παράδειγμα, με αυτή την ευκαιρία, τη συνταγματική απαγόρευση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών που καθιερώθηκε στην Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001 επειδή επικράτησε η λαϊκίστικη αντίληψη ότι τα μέλη της Εθνικής Αντιπροσωπείας πρέπει να είναι αφοσιωμένοι αποκλειστικά και μόνον στα βουλευτικά τους καθήκοντα. Και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να ασκούν οποιουδήποτε είδους επαγγελματική δραστηριότητα.
Παρότι η ρύθμιση για την καθιέρωση του επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών υπερψηφίστηκε από την ειδική αυξημένη πλειοψηφία που προβλέπεται για τις συνταγματικές ρυθμίσεις, όταν ήρθε η ώρα να ψηφιστεί ο εφαρμοστικός νόμος δεν συγκεντρώθηκε ούτε καν η απλή πλειοψηφία για την έγκριση νομοσχεδίων. Και έτσι το συνταγματικό ασυμβίβαστο κατέστη ανεφάρμοστο και η ρύθμιση αναιρέθηκε στην επόμενη αναθεωρητική διαδικασία που ολοκληρώθηκε επτά χρόνια αργότερα.
Προσεκτικοί παρατηρητές των όσων ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης την περασμένη Δευτέρα επεσήμαναν την αναδίπλωσή του στο ζήτημα της άρσης της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων που ο ίδιος είχε ανοίξει πριν από μερικούς μήνες. Αυτή τη φορά εμφανίστηκε πιο μετριοπαθής. Μίλησε μεν για την προσήλωσή του «στη μάχη με το “βαθύ κράτος”», έσπευσε, ωστόσο, να επισημάνει την ανάγκη για «διαρκή αξιολόγηση» που μπορεί «να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση».
Είναι βέβαιο ότι ο δημόσιος διάλογος που αναπτύχθηκε μετά τις αρχικές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού επηρέασε και τη δική του -μάλλον ακραία- προσέγγιση που παρέπεμπε σε εποχές της «Πλατείας Κλαυθμώνος». Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι η συζήτηση που θα ακολουθήσει μετά τις πρόσφατες ανακοινώσεις του κ. Μητσοτάκη θα είναι εξίσου χρήσιμες. Και, προπαντός, θα περιορίσουν τις βολονταριστικές αντιλήψεις της περασμένης Δευτέρας που ανέδυαν μια διάθεση να εγκλωβιστεί η αντιπολίτευση στους σχεδιασμούς της κυβέρνησης να εμφανιστεί ως η μόνη δύναμη που ακολουθεί τη μεταρρυθμιστική λογική και εξασφαλίζει την πολιτική σταθερότητα.
Σε κάθε περίπτωση, η «εργαλειοποίηση» των θεσμικών διαδικασιών δεν είναι καλός σύμμαχος και σίγουρα δεν επιφυλάσσει πολιτικά κέρδη, κυρίως όταν γίνεται απροκάλυπτα.





