Με τη συμμετοχή του στην παράσταση «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο» ο Γιάννης Ζουγανέλης μοιάζει να επιστρέφει σε έναν γενέθλιο τόπο, έστω κι αν αυτός είναι φτιαγμένος από τα υλικά ενός ιστορικού ονείρου. Η αναβίωση του εμβληματικού έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» δεν είναι για εκείνον μια ακόμα δουλειά ή απλώς μια τυπική θεατρική σύμβαση. Μοιάζει περισσότερο με προσωπική εκκρεμότητα που κλείνει, μια συνομιλία με τον έφηβο εαυτό του που ανδρώθηκε βίαια στα χρόνια της δικτατορίας.

Καθώς τον παρακολουθείς στη σκηνή να ενσαρκώνει τους αρχετυπικούς ήρωες της ελληνικής μοίρας, αντιλαμβάνεσαι πως ο Ζουγανέλης δεν υποκρίνεται. Θυμάται. Θυμάται τον εαυτό του να αναζητά οξυγόνο στις παραστάσεις του θιάσου Καρέζη-Καζάκου πίσω στο 1973, τότε που η τέχνη ήταν ο μόνος τρόπος να παραμείνεις ελεύθερος μέσα σε μια χώρα υπό ασφυκτική ομηρία.

Καθισμένος ανάμεσα στα σκηνικά που αναπαριστούν τη διαχρονική περιπέτεια αυτού του τόπου, με βλέμμα που ισορροπεί ανάμεσα στην παιδική περιέργεια και τη στωικότητα ενός ανθρώπου που τα είδε όλα, ο Γιάννης Ζουγανέλης ξετυλίγει το νήμα μιας ζωής που δεν χώρεσε ποτέ σε καλούπια.

Με την ορμή ενός δημιουργού που αρνείται να γεράσει πνευματικά –ενός «εκκολαπτόμενου συνθέτη», όπως τον είχε χαρακτηρίσει κάποτε ο Ανδρέας Εμπειρίκος– συνεχίζει να αναζητά την αρμονία του κόσμου στα πιο μικρά αλλά τελικά στα πιο σπουδαία: από το κελάϊδισμα μιας καρδερίνας ως την αλήθεια μιας νότας στο πεντάγραμμο.

© Σίσσυ Μόρφη

Είστε ένας άνθρωπος πολυπράγμων, με μια καλλιτεχνική διαδρομή πληθωρική, σχεδόν ακατάτακτη. Ποιον θεωρείτε πιο σημαντικό από όλους τους ρόλους σας;

Κοιτάξτε, το σημαντικό το ορίζω πρωτίστως με όρους αλήθειας. Νιώθω ότι οτιδήποτε κάνει ένας άνθρωπος έχει τη δική του βαρύτητα, τη δική του μοναδικότητα, αρκεί να μην είναι προσποιητό, να μην είναι προϊόν μιας κατασκευασμένης ανάγκης για προβολή. Βέβαια, επειδή μιλάμε για τέχνη, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: η ίδια η ζωή είναι το πιο διαδραστικό, το πιο καλλιτεχνικό πράγμα – η μεγαλύτερη τέχνη. Το βίωμά μας είναι η ζωή.

Η τέχνη δεν την ξεπερνά, αλλά τη θεμελιώνει. Την κάνει να ισορροπεί με την ευαισθησία, την αισθητική, το πνεύμα και την ποιότητα. Χωρίς αυτήν, η ζωή παραμένει μια στεγνή διαδικασία επιβίωσης, μια διεκπεραίωση αναγκών. Με την τέχνη, μετουσιώνεται σε ύπαρξη. Σημαντικό, λοιπόν, είναι ό,τι καταφέρνει να δώσει νόημα στην ανάσα μας.

Ας πάμε λίγο πίσω, στα παιδικά χρόνια σας στον Άγιο Νικόλαο. Η μουσική πώς μπήκε κατ’ αρχάς στη ζωή σας; Ήταν εσωτερικό καταφύγιο; Ανάγκη επικοινωνίας με το περιβάλλον;

Ασχολήθηκα από μωρό με τη μουσική, σχεδόν οργανικά. Στο Δημοτικό, παράλληλα με το αλφαβητάριο, μάθαινα και διάβαζα τις βυζαντινές νότες. Κατάλαβα από νωρίς τη σχέση του αλφαβήτου με τον ήχο, ότι οι λέξεις έχουν δικό τους τονικό ύψος. Θυμάμαι στην Αχαρνών που μεγάλωσα με εντυπωσίαζαν οι ήχοι της καθημερινότητας: οι καμπάνες, το τρένο. Πάντοτε έφτιαχνα ρυθμούς μέσα.

Ήμουν τυχερός γιατί οι γονείς μου, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, είχαν μια τρομερή διανοητική αρχοντιά. Ο πατέρας μου ήταν τεχνίτης οικοδόμος. Ποτέ δεν είπα «δούλευε στην οικοδομή», έλεγα πάντα ότι «εργαζόταν», γιατί η δουλειά του ήταν μια μορφή τέχνης. Έβλεπα μια γεωμετρία, μια μουσικότητα στον τρόπο που έχτιζε, μια αρμονία στον τρόπο που τοποθετούσε το τούβλο. Η μητέρα μου ήταν μοδίστρα, μια γυναίκα με τρομερό ένστικτο.

© Σίσσυ Μόρφη

Σκεφτείτε ότι το 1966 με πήρε από το χέρι και πήγαμε να δούμε «Μήδεια» στην Επίδαυρο. Φανταστείτε, μια γυναίκα λαϊκή, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, που όμως ένιωθε ότι κάτι συνέβαινε εκεί, κάτι που την υπερέβαινε. Έπαιρνε μια χάρη από αυτό, σαν να εκκλησιαζόταν. Αυτά ήταν τα δώρα των γονιών μου που με καθόρισαν.

«Αν χάσουμε την ευγένεια, σημαίνει ότι χάσαμε τον πολιτισμό μας»

Μιλώντας για καθοριστικούς ανθρώπους, ποιος θα λέγατε πως έγινε ο «φάρος» στην καλλιτεχνική διαδρομή σας;

Ο Νίκος Μαμαγκάκης ήταν ο άνθρωπος που διαμόρφωσε όλη τη στάση μου απέναντι στη ζωή. Ήταν ο πιο καθοριστικός. Φανταστείτε ένα παιδί από μια λαϊκή γειτονιά που ξαφνικά συναντά μια τέτοια προσωπικότητα και βρίσκεται ανάμεσα στον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο, τον Ρίτσο. Είχα την τύχη να καταλάβω από πολύ μικρός τι σημαίνει να έρχεσαι κοντά στη γνώση.

Θυμάμαι έντονα τον Εμπειρίκο. Όταν βγήκε ο «Μεγάλος Ανατολικός», μου έγραψε μια αφιέρωση: «Στον εκκολαπτόμενο συνθέτη». Εγώ είχα βγάλει μόλις έναν δίσκο τότε. Δεν το πήρα με έπαρση, αλλά ανέλαβα την ευθύνη αυτού του χαρακτηρισμού. Εκείνη την ώρα ένιωθα ότι κάτι μυστήριο, κάτι ιερό συνέβαινε, παρόλο που δεν μπορούσα τότε να το ερμηνεύσω πλήρως.

Ο Μαμαγκάκης, από τη μεριά του, μου δίδαξε ότι η μουσική δεν είναι απλώς νότες, είναι στάση ζωής. Είναι ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι στον άλλον.

Κύριε Ζουγανέλη, αναρωτιέμαι εάν νιώθετε καθόλου αδικημένος από τον τρόπο που σας έχουμε αποκρυσταλλώσει στη συλλογική μνήμη. Σαν το μουσικό σας έργο να επισκιάζεται ενίοτε από τη δημόσια εικόνα σας.

Έχω ένα παράπονο, ναι. Κανείς από τους παρουσιαστές ή τους κριτικούς δεν μπήκε στη λογική της αλήθειας του έργου μου. Δεν είναι ζήτημα μετριοφροσύνης, ξέρω τι έχω παράγει. Έχω ξεπεράσει τα 103 προσωπικά CD. Και στο θέατρο έκανα μεγάλες επιτυχίες –στο Μινώα, στο Ακροπόλ– με πρωτότυπη λογική, εξαιρετικούς ηθοποιούς και μουσικούς, παραγωγές υψηλών προδιαγραφών. Γινόταν το αδιαχώρητο, αλλά κι αυτές κανείς δεν τις ανέλυσε στην ουσία τους.

«Δεν πιστεύω στη σύγκριση, πιστεύω στη μοναδικότητα. Δεν είμαι καλύτερος από εσένα, ούτε χειρότερος»

Προσπάθησα επανειλημμένα να παίξω τη μουσική μου στο Φεστιβάλ Αθηνών –τη μουσική που παίζω σε μεγάλες αίθουσες στη Γερμανία και σε άλλες χώρες του εξωτερικού – και η απάντηση ήταν «άστο να το δούμε».

Αισθάνομαι «αποτυχημένος» στο ότι δεν έπεισα όσο θα ήθελα για την ποιότητα που πρεσβεύω. Υπάρχει ένα έλλειμμα στη «σύσταση» του ποιος είμαι.

Ο κόσμος με αγαπάει, το νιώθω στο βλέμμα τους, αλλά μερικές φορές νιώθω «λίγος» μπροστά σε αυτή την αγάπη, ακριβώς γιατί το βάθος της δουλειάς μου παραμένει αχαρτογράφητο για τους πολλούς.

© Σίσσυ Μόρφη

Ας έρθουμε στο «Μεγάλο Μας Τσίρκο». Αν έχω διαβάσει σωστά, είχατε παρακολουθήσει το πρώτο, ιστορικό ανέβασμά του, το 1973. Τι αποτύπωμα άφησε μέσα σας εκείνη η εμπειρία;

Ήμουν 17 χρονών τότε, αλλά ένιωθα ήδη μεγάλος. Με πιάσανε στα επεισόδια του Πολυτεχνείου και φυλακίστηκα. Ξέρετε, όταν σου στερούν την ελευθερία, αλλάζει η λογική σου. Το σώμα μπορεί να είναι κάτω, αλλά το μυαλό απελευθερώνεται.

Όταν βγήκα από τη φυλακή, η παρακολούθηση του «Μεγάλου μας Τσίρκου» του Καμπανέλλη ήταν λυτρωτική.

Το είδα δύο φορές, με τη μουσική του Ξαρχάκου, με τον Ξυλούρη, την Καρέζη, τον Καζάκο, τον Παπαγιαννόπουλο. Πιστεύω ότι αυτό το έργο συνέβαλε στην πτώση της Χούντας· ήταν ένας ύμνος στην ελευθερία.

Ο Καμπανέλλης περιέγραψε τη φρικτή επανάληψη της ελληνικής μοίρας από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα. Είναι επίκαιρος γιατί, δυστυχώς, δεν έχουμε πάει καθόλου μπροστά. Παραμένουμε δέσμιοι των ίδιων παθογενειών.

Ελπίδα διακρίνετε σήμερα, στο 2026;

Η ζωή προχωρά από τις εξαιρέσεις, όχι από τη «μάζα» – που, μην το ξεχνάτε, στα αρχαία σημαίνει πολτός. Δεν πιστεύω στο μαζικό κίνημα, πιστεύω στο κίνημα των συνειδητοποιημένων μονάδων. Σήμερα βλέπω έναν στυγνό ατομισμό, μόνο καριερίστες, ακόμα και στη Βουλή.

Νιώθω ότι η χώρα γίνεται «χώρος». Βλέπω τα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό και είναι σαν να φεύγει η άνοιξη από τις εποχές.

© Σίσσυ Μόρφη

Υπήρξατε μέλος εμβληματικών ομάδων, όπως λόγου χάρη το «Αχ Μαρία». Η συλλογικότητα είναι για εσάς το αντίδοτο και στην τέχνη, εκτός από τη ζωή;

Στο «Αχ Μαρία» ζήσαμε δέκα χρόνια απίστευτης συνύπαρξης. Εκεί κατάλαβα ότι η τέχνη είναι διάλογος. Δεν αντέχω τη μοναξιά, ούτε να φάω μόνος μου δεν μπορώ! Θέλω μόνιμα συντροφιά.

Ακόμα και στο θέατρο, απέφευγα τους μονολόγους – ήθελα πάντα έναν άλλον άνθρωπο στη σκηνή για να μην είμαι μόνος. Η συνύπαρξη είναι για μένα η απάντηση εκτός από τη μοναξιά και στην επιθετικότητα.

«Μερικές φορές νιώθω λίγος μπροστά στην αγάπη του κόσμου, γιατί το βάθος της δουλειάς μου παραμένει αχαρτογράφητο για τους πολλούς»

Με τη συνύπαρξη με την τεχνολογία πώς τα πηγαίνετε; Είστε από εκείνους που συνομιλούν, για παράδειγμα, με το Chat GPT;

Μιλάω με το Chat GPT, ναι. Το ρώτησα πώς μια παρτιτούρα μου μπορεί να γίνει πιο συμφωνική. Ανατρέχει σε όλη τη γνώση και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, αλλά πρέπει να παιχτεί η μουσική για να τη νιώσεις. Άκουσα τη φωνή μου επεξεργασμένη από AI. Αυτό που άκουγα ήταν «καλύτερο» από μένα, αλλά δεν μπόρεσα να το αποδεχτώ. Έλειπε η ανάσα, η ατέλεια που κάνει τον άνθρωπο μοναδικό.

Είναι σπουδαίο εργαλείο επικοινωνίας η τεχνολογία, αλλά με τρομάζει η εξέλιξη αν δεν την ελέγχουμε εμείς. Διαβάζω για περιπτώσεις που το AI ώθησε ανθρώπους στην αυτοκτονία – αυτό είναι εφιαλτικό.

Ηθοποιός, συνθέτης, καθηγητής. Αν έπρεπε να κρατήσετε μόνο μια ιδιότητα, ποια θα ήταν αυτή που σας ορίζει στον πυρήνα σας;

Είμαι όλα αυτά. Περισσότερο όμως νιώθω μουσικός. Η μουσική είναι η μητέρα όλων. Σπουδάζω και διδάσκω την απελευθέρωση των εκφραστικών μέσων.

Η τέχνη δεν θέλει υποκρισία. Δεν πιστεύω στη σύγκριση, πιστεύω στη μοναδικότητα. Δεν είμαι καλύτερος από εσένα, Κώστα, ούτε χειρότερος. Μπορούμε να συγκριθούμε μόνο στην επίδοση, στους πνευματικούς αγώνες που καθένας μας δίνει.

© Σίσσυ Μόρφη

Ποια είναι η μικρή καθημερινή ιεροτελεστία που σας επιστρέφει στην ισορροπία σας όταν κλείνουν τα φώτα;

Η καθημερινότητα για μένα είναι το παν. Η δική μου ιεροτελεστία είναι τα πουλιά μου, τα καναρίνια και οι καρδερίνες μου. Κάθε πρωί, η πρώτη μου δουλειά είναι να τα φροντίσω και να τα ακούσω. Υπάρχει μια απίστευτη αλήθεια και μουσικότητα στο κελάιδισμα τους που με γειώνει, με βγάζει από τον ανθρώπινο εγωισμό.

Η κοινωνία μας σήμερα νοσεί γιατί χάσαμε την αρμονία με τη φύση και τον εαυτό μας. Η καθημερινότητα πρέπει να είναι μια άσκηση ευγένειας. Αν χάσουμε την ευγένεια, σημαίνει ότι χάσαμε τον πολιτισμό μας.

Info: «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο» σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια ανεβαίνει στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού Ελληνικός Κόσμος. Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση από το inTickets.