Σίγουρα δεν ήταν χαρισματικός επικοινωνιακά. Ούτε βεβαίως δεινός ρήτορας. Ο Κώστας Σημίτης ωστόσο υπήρξε επικοινωνιακά αποτελεσματικός διότι ήταν μεθοδικός και οργανωτικός με σαφείς στόχους και σαφές σχέδιο για να τους πετύχει.
Η επικοινωνιακή του στρατηγική απέρρεε από το πολιτικό του πρόταγμα και ήταν σταθερή σε βάθος χρόνου. Το εκσυγχρονιστικό του σχέδιο ταυτίστηκε με τον εξευρωπαϊσμό της χώρας και συνδέθηκε με δύο στόχους: την είσοδο στο ευρώ (τότε ΟΝΕ) και τη «σύγκλιση» με την ΕΕ και τα ευρωπαϊκά επίπεδα διαβίωσης. Και οι δύο στόχοι προωθήθηκαν υπό την επικοινωνιακή ομπρέλα του σλόγκαν «Ισχυρή Ελλάδα», το οποίο συμβόλιζε τη διακυβέρνησή του.
Στην πρώτη του θητεία ο στόχος της ΟΝΕ ήταν σαφής και ικανός να κινητοποιήσει την κοινή γνώμη. Στο πλαίσιο αυτό υλοποιήθηκαν, παρά τις αντιδράσεις, πολιτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης, σταδιακών αποκρατικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων σε Παιδεία και αυτοδιοίκηση (Καποδίστριας). Eξ ου και ο Σημίτης επανεξελέγη πρωθυπουργός το 2000 λαμβάνοντας υψηλότερο ποσοστό από το 1996 για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση.
Tη δεύτερη τετραετία όμως ο στόχος της σύγκλισης έμοιαζε λιγότερο σαφής, λιγότερο «χειροπιαστός» και περισσότερο πολιτικά επώδυνος. Προϋπέθετε ριζικές μεταρρυθμίσεις φιλελεύθερου προσανατολισμού που ακουμπούσαν τις εσωτερικές δομές του κράτους και της οικονομίας. Οι αντιστάσεις αποδείχθηκαν μεγαλύτερες με συνέπεια οι πρωτοβουλίες να βαλτώσουν όπως συνέβη στα εργασιακά, την υγεία και βεβαίως το ασφαλιστικό. Γενικώς ο στόχος της «σύγκλισης» δεν κινητοποιούσε τους πολίτες το ίδιο. Όπως είχε αναφέρει στο γράφοντα ο Νίκος Θέμελης, «η λέξη σύγκλιση, με όποιον όρο και αν την ντύσετε δεν συγκινεί κανέναν».
Παράλληλα, η επικοινωνιακή προσέγγιση Σημίτη ήταν προσαρμοσμένη στο προσωπικό και πολιτικό του προφίλ. Ήταν καθηγητής πανεπιστημίου, χρησιμοποιούσε «μπλοκάκι» προκειμένου να ελέγχει συστηματικά το κυβερνητικό έργο και να συντονίζει αποδοτικά τους υπουργούς του. Επιχείρησε έτσι να φιλοτεχνήσει την εικόνα ενός σοβαρού, μεθοδικού, εργατικού και αποτελεσματικού πρωθυπουργού. Το διαρκές προβάδισμα στο δείκτη της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία το επιβεβαιώνει, αν και στο τέλος δεν ήταν αρκετό για μια τρίτη θητεία.
Η εικόνα του υποστηριζόταν και από τον επιμερισμό των δημοσίων εμφανίσεών του. Πραγματοποιούσε συχνά ομιλίες σε ειδικά ακροατήρια και περιοδείες ανά την επικράτεια για την προβολή του κυβερνητικού έργου και ειδικότερα μεγαλύτερων ή μικρότερων έργων υποδομής. Το προφίλ του «αποτελεσματικού» πρωθυπουργού ήταν συνυφασμένο με την προβολή των «αποτελεσμάτων». Παράλληλα προτιμούσε να επικοινωνεί τα μηνύματά του σε ένα δoμημένο επικοινωνιακό περιβάλλον. Είτε αυτό αφορούσε το Κοινοβούλιο και ειδικότερα την «Ώρα του Πρωθυπουργού» που προβάλλονταν «ζωντανά» από τα ΜΜΕ, είτε συνεντεύξεις Τύπου, μεταξύ αυτών και δύο διακαναλικές σε δίκτυα εθνικής εμβέλειας (1997, 2002) καθώς και δύο τηλεοπτικά debates πολιτικών αρχηγών (1996, 2000). Στο «νεωτερικό» επικοινωνιακό τοπίο της εποχής του άλλωστε, κυριαρχούσε η ιδιωτική τηλεόραση. Όπως έχει σημειώσει ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος, το 1996 διεξήχθησαν οι «πρώτες τηλεοπτικές εκλογές» της Μεταπολίτευσης.
Συνολικά ο Σημίτης, για τα δεδομένα της εποχής του, λειτουργούσε σε συνθήκες διαρκούς (προ)εκλογικής εκστρατείας προκειμένου να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τη δημοτικότητά του. Κάτι που αποτυπωνόταν σε τρεις ακόμα διαστάσεις.
Πρώτον παρακολουθούσε συστηματικά τις δημοσκοπήσεις. Τόσο τις ποσοτικές όσο και τις ποιοτικές που διεξάγονταν συστηματικά για την κυβέρνηση του. Η ανάλυσή τους βεβαίως δεν επηρέαζε τόσο το περιεχόμενο της πολιτικής του. Επηρέαζε όμως την πολιτική της διαχείριση. Σε αυτές βασίστηκε, μεταξύ άλλων, για την επιλογή υποψηφίων για τις αυτοδιοικητικές εκλογές, την πραγματοποίηση ανασχηματισμών καθώς και την απόφαση να αποχωρήσει από την ηγεσία του ΠαΣοΚ το 2004 για να ανοίξει ο δρόμος της διαδοχής.
Δεύτερον, στο επικοινωνιακό του επιτελείο, εκτός από έμπειρα πολιτικά στελέχη (Πανταγιάς, Ρέππας, Λαλιώτης, Πρωτόπαπας, Χυτήρης, Πασχαλίδης) και διανοούμενους της πολιτικής (Θέμελης), συμμετείχαν κι επαγγελματίες των δημοσκοπήσεων και της επικοινωνίας (Φαναράς, Κουσούλης). Στοιχείο που παραπέμπει στην τάση της «επαγγελματοποίησης» της πολιτικής επικοινωνίας η οποία ενισχύθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν από τους διαδόχους του στην πρωθυπουργία.
Τρίτον ο Σημίτης επέλεξε να ενισχύσει τις επικοινωνιακές δομές του Μεγάρου Μαξίμου. Θεσμοθέτησε για πρώτη φορά Γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού, δομή διακριτή από το τότε υπουργείο Τύπου & ΜΜΕ και τη θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου. Επιλογή η οποία έγινε στο πλαίσιο ενός «αποκεντρωμένου» μοντέλου ηγεσίας που επέτρεπε αυξημένο βαθμό αυτονομίας στους υπουργούς, συγκριτικά με ότι συνέβαινε επί Ανδρέα Παπανδρέου. Ταυτοχρόνως επέτρεπε στο Σημίτη να τηρεί «αποστάσεις» επικοινωνιακά τόσο από την κυβέρνηση όσο και το κόμμα του, δεδομένου ότι είχε σταθερά απέναντί μια ευδιάκριτη εσωκομματική αντιπολίτευση. Εκ των υστέρων πάντως η ενίσχυση των δομών επικοινωνιακής πολιτικής του Γραφείου του Πρωθυπουργού, συνέβαλε στην ενδυνάμωση ενός «πρωθυπουργο-κεντρικού» μοντέλου ηγεσίας που αποτυπώθηκε αρχικά την περίοδο του Κώστα Καραμανλή και βρίσκεται στο αποκορύφωμά του στην τρέχουσα διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Συμπερασματικά, αν προκύπτει ένα δίδαγμα από την πολιτική επικοινωνία του Κώστα Σημίτη, αυτό αφορά τρία σημεία: τον εκσυγχρονισμό των θεσμικών δομών επικοινωνιακής πολιτικής, την επαγγελματοποίηση της επικοινωνιακής στρατηγικής και τη συστηματική διαμόρφωση ενός ισχυρού πολιτικού προφίλ προσαρμοσμένου στην προσωπικότητα του και τα δεδομένα της εποχής του.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο ΕΑΠ. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Πρωθυπουργοί σε διαρκή εκλογική εκστρατεία: Κ. Σημίτης, Κ. Καραμανλής, Γ. Παπανδρέου» (Εκδόσεις: Επίκεντρο).





