Πριν δέκα χρόνια, στις 10 Γενάρη 2016, έφυγε από τη ζωή ο David Bowie. Ένας καλλιτέχνης που συνέβαλε σημαντικά στην διαμόρφωση του σύγχρονου ποπ δημιουργού, αφήνοντας πίσω του ένα έργο γεμάτο αντιφάσεις και επανεκκινήσεις. Ένα έργο που, όπως δείχνουν και τα δημοσιεύματα της εποχής, δεν ήταν ποτέ τόσο «συνεπές» όσο ο μύθος που τον ακολούθησε.
Ο David Rober Jones αναδείχθηκε διεθνώς τη δεκαετία του ’70 μέσα από μια σειρά μεταμορφώσεων, με πιο καθοριστική εκείνη του Ziggy Stardust, μια σκηνική περσόνα που συνδύαζε γκλαμ ροκ αισθητική, με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας.
Η πορεία του χαρακτηρίστηκε από μετακινήσεις ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά είδη (art rock, soul, ηλεκτρονική), ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο, το θέατρο και τις εικαστικές τέχνες.

Ο David Bowie σε σκηνή της ταινίας «The Man Who Fell to Earth» (1976)
Σε μια φάση μετάβασης, μετά την εμπορική απογείωση και πριν από την κρίση των επόμενων χρόνων, «ΤΑ ΝΕΑ» της 18ης Νοεμβρίου 1984 έγραφαν, με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου του «Tonight»:
«Γεννημένος στο Μπρίξτον στις 8 Ιανουαρίου 1947, ο Ντέιβιντ Μπόουι […] εμφανίστηκε στο προσκήνιο στη δεκαετία της μουσικής κοσμογονίας του ’60, παίζοντας κιθάρα και σαξόφωνο. Στον κόσμο της επιτυχίας μπήκε το 1969 με τη μεγάλη επιτυχία του “Σπέης Όντιτι”».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η καλλιτεχνική του πορεία χαρακτηρίστηκε από διαρκείς μεταμορφώσεις, εμπορικές επιτυχίες, αλλά και περιόδους έντονης αμφισβήτησης.
Η εμπορική κορύφωση
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κατέκτησε τις Ηνωμένες Πολιτείες με το Let’s Dance:
»[…] δυο φορές πλατινένιο! Έγινε εξώφυλλο στο “Τάιμ”, στο “Ρόλινγκ Στόουν”, στο “Μιουζίσιαν” και στο “Ρέκορντ” και έδωσε εκείνο το ανεπανάληπτο ρεσιτάλ μπροστά σε ένα κοινό 250.000, που μόνο οι Ρόλινγκ Στόουνς είχαν δει μετά το αξεπέραστο “Γούντστοκ”».
Από την απογείωση στην αμφιβολία
Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, η εικόνα αυτή άρχισε να χάνει τη δυναμική της, οδηγώντας τον σε μια περίοδο καλλιτεχνικής αμφισβήτησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το 1989 σε μια χρονιά ιστορικής καμπής για την Ευρώπη και τον κόσμο – ο Ψυχρός Πόλεμος έμπαινε σε τελική ευθεία και το Τείχος του Βερολίνου θα έπεφτε λίγους μήνες αργότερα – ο David Bowie μιλά στo περιοδικό «Art in America».
«ΤΑ ΝΕΑ» της 1ης Σεπτεμβρίου 1989 αναδημοσιεύουν τη συνέντευξη μέσα από την οποία σκιαγραφείται ένας καλλιτέχνης που προσπαθεί να αποτινάξει τόσο τις εμπορικές αποτυχίες όσο και τις ιδεολογικές σκιές του παρελθόντος:
«Τα δυο τελευταία άλμπουμ ήταν αποτυχημένα, ακόμα και ο Μπάουι το παραδέχεται».
Η απάντηση σε αυτή την κρίση είναι οι Tin Machine. Ένα συγκρότημα που υποτίθεται πως καταργεί τον μύθο του μοναχικού σταρ. Ο Μπόουι παρουσιάζεται ως «ένας μουσικός ακριβώς σαν τα άλλα μέλη του συγκροτήματος».
Ωστόσο, αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή με το πιο «αμήχανο» σημείο του κειμένου όταν ο αρθρογράφος περνά στην ερμηνεία των απαντήσεων του καλλιτέχνη που αφορούν την πολιτική, φέρνοντας στην επιφάνεια ατυχείς δηλώσεις του καλλιτέχνη:
»Ο σημερινός Ντέηβιντ είναι ένας δημοκράτης που του αρέσει να μιλάει για την Κίνα –“τρομακτικό, απολυτως τρομακτικό” – και για τη Ρωσία.
“Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει δημοκρατία στη Ρωσία. Νομίζω ότι υπάρχει ένας πολύ έξυπνος ηγέτης που μαθαίνει να κυριαρχεί στο στρατό και να χειρίζεται τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα. Παρουσιάζει τον κομμουνισμό μ’ έναν πολύ εκλεπτυσμένο τρόπο. Πολυμαθής και λόγιος. Δεν πρέπει να υποτιμάμε και τη γυναίκα του”.
“Είναι μια αληθινότερη μορφή σοσιαλισμού. Τα τελευταία εξήντα χρόνια ήταν στην πραγματικότητα δε… δεσ… δεσποτ… δεσποτισμός”.
«Το φλερτ με τον αυταρχισμό»
»Η δυσκολία του να προφέρει αυτή τη λέξη σου φέρνει τρία πράγματα στο μυαλό. Πρώτον, το μακρόχρονο, πλούσιο ιστορικό του στο να “ρίχνει” τους ισάξιους συναδέλφους του. Κι αυτό, παρόλο που λέει σήμερα ότι “δεν μπορώ να φανταστώ πολλούς ανθρώπους που να δουλεύουν όπως εγώ στα στούντιο. Από το ‘Station to Station’ και μετά, ό,τι έχω κάνει ήταν πειραματισμός με άλλους μουσικούς”.
»Δεύτερον, το φλερτ του με τον αυταρχισμό. “Πιστεύω πολύ στο φασισμό”, είχε πει το 1974. Κι έπειτα, την εποχή που θα κυκλοφορούσε το “Station to Station”, είχε καυχηθεί με απόλυτη σοβαρότητα: “Είμαι η μόνη εναλλακτική λύση για την πρωθυπουργία της Αγγλίας”. Ήταν τότε που έβλεπε έξη με εφτά UFO κάθε νύχτα. Ένα παράδειγμα για το τι μπορεί να προκαλέσει στον άνθρωπο η υπερβολική κοκαΐνη.
»Τρίτον, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει το “Image” του. Έτσι, παρόλο που το σύνθημα της Καμπάνιας του Ανανεωμένου Ντέηβιντ Μπάουι είναι η δημοκρατία, συχνά είναι συσκευασμένη με κάπως δικτατορικό τρόπο. Για παράδειγμα, απαγορεύονται οι σόλο συνεντεύξεις.
»Η γραμμή είναι η ακόλουθη: ο Ντέηβιντ Μπάουι έχει αποφασίσει αυθόρμητα (χωρίς δηλαδή να τον έχουν επηρεάσει τα δύο τελευταία του άλμπουμ ή η περιοδεία του) να επιστρέψει στις “ρίζες”, να γίνει μέλος ενός “πραγματικού” συγκροτήματος και να συμβάλλει στην προώθηση της ροκ εντ ρολ των Tin Machine».

Tin Machine (Reeves Gabrels, Tony Fox Sales, Hunt Sales, David Bowie)
Τα ναρκωτικά, η Νέα Υόρκη και οι Tin Machine
Οι αντιφάσεις αυτές δεν μπορούν να αποκοπούν από το ευρύτερο πλαίσιο της εποχής μέσα στην οποία αναδείχθηκε ο Bowie. Η χρήση ουσιών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κόσμο των καλλιτεχνών, αποτελώντας μια πραγματική μάστιγα που κόστισε τη ζωή σε πολλούς δημοφιλείς δημιουργούς. Επρόκειτο για μια περίοδο διαρκούς αποσταθεροποίησης, η οποία, αναπόφευκτα, επηρέαζε τον δημόσιο λόγο και τη στάση των καλλιτεχνών.
Όταν η συζήτηση μεταφέρεται στο εγχείρημα των Tin Machine, ο ίδιος ο Bowie περιγράφει το κλίμα της νυχτερινής Νέας Υόρκης του ’89, μιλώντας με απόλυτη φυσικότητα για τους κινδύνους και τις συνθήκες που τη χαρακτήριζαν:
»Με τον κιθαρίστα Reeves Gabrels είχε ήδη συνεργαστεί στη συναυλία που είχε δώσει πέρσι στο Λονδίνο με το καναδικό χορευτικό συγκρότημα La La Human steps και με τους άλλους δυο είχε γνωριστεί όταν έπαιζε κήμπορντς για τον Ίγκυ Ποπ».

Έτσι έφτασε ο Μπάουι στο World, το κλαμπ όπου οι Tin Machine έδωσαν την πρώτη τους συναυλία. Ένα πρώην χορευτικό κλαμπ, συχνά στα όρια της νομιμότητας, που είχε εξελιχθεί σε ένα από τα πρώτα αυθεντικά πολυφυλετικά στέκια της Νέας Υόρκης.
«”Μια από τις γυναίκες στην πόρτα πυροβολήθηκε μια μέρα. Δεν ήταν όμως και πολύ σοβαρό, η σφαίρα τη βρήκε στο πόδι. Οι νύχτες της χιπ – χοπ είναι πραγματικά βίαιες. Κάποια στιγμή αναγκάστηκα να οχυρωθώ πίσω από τον θάλαμο του DJ […] Από την έκσταση περάσαμε έτσι στο κρακ. Τώρα είναι πραγματικά επικίνδυνα στην πίστα. Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου γυναίκες, μόνο ντήλερς και αγοραστές ναρκωτικών” […]
Πυροβολισμοί, ναρκωτικά και μια καθημερινότητα που, όπως λέει και ο ίδιος ο Μπόουι, είχε μετατρέψει την περιοχή σε «Crack City»:
»Περπατούσα στο πάρκο και μόνο στην είσοδο μάζευα 70 φιάλες του κρακ. Αρχισα να φοβάμαι να περπατάω στο δρόμο μου και να μαζεύω τις φιάλες. Αργότερα έμαθα ότι τα παιδιά αντάλλασσαν χρησιμοποιημένες φιάλες με περισσότερη ντόπα”.
Η ωρίμανση
Από αυτή τη σκοτεινή αστική πραγματικότητα, η συζήτηση επιστρέφει αναπόφευκτα στον χρόνο και στη σχέση του David Bowie με την ηλικία και την ωρίμανση:
»Κάποτε ήταν οπαδός του δόγματος “ελπίζω να πεθάνω πριν γεράσω”. Σήμερα έχει αλλάξει.
»“Εκείνη την εποχή είμασταν πεισμένοι. Ήταν πολύ σημαντικό για τον έφηβο να πιστεύει ότι ήταν η δύναμη προσωποποιημένη, ότι ήταν ο μόνος που είχε κάτι να πει. Αυτή όμως είναι κατάσταση του τηνέητζερ. Είναι απόλυτα πεισμένος ότι γνωρίζει όλες τις απαντήσεις, γνωρίζει όλες τις ερωτήσεις κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σιγά – σιγά όμως μεγαλώνεις. Και όταν συνειδητοποιείς ότι εξακολουθεί να σου αρέσει η μουσική αισθάνεσαι περίφημα. Στην ηλικία μου, εξακολουθώ να απολαμβάνω το πήδημα και εξακολουθώ να απολαμβάνω το ροκ εντ ρολ”.
– Μ’ αυτή τη σειρά;
Χαμογελάει. “Τα ανακατεύω λιγάκι… Στο ίδιο δωμάτιο”».
Ο Bowie του τέλους της δεκαετίας του ’80 μοιάζει πιο πρόθυμος να μιλήσει για εκείνα τα χρόνια ως «προσωπικές κακές εποχές», χωρίς όμως να τα διαγράφει πλήρως από τον μύθο του.
»“Όλα τα άλμπουμ μου της δεκαετίας του ’70 προήλθαν από προσωπικές κακές εποχές” – δεν θέλει να παραδεχθεί ότι έχει πραγματικά αλλάξει. “Απλώς ξέρω πώς λειτουργώ. Είμαι πιο τίμιος με τον εαυτό μου. Είμαι πρόθυμος να αντιμετωπίσω το εσωτερικό μου μακιγιάρισμα πολύ καθαρότερα απ’ ό,τι μπορούσα κάποτε. Γνωρίζω πολύ καλύτερα τις αδυναμίες μου, καθώς και αυτά που θεωρούσα προσόντα μου. Όλα αυτά έρχονται όσο μεγαλώνεις”».



