Όπως σε κάθε τομέα της μυστηριώδους αλλά και τόσο ενδιαφέρουσας ζωής του, έτσι και στον κινηματογράφο, ο David Bowie έκανε πάντοτε αυτό που ακριβώς ήθελε, έτσι ακριβώς όπως ήθελε να το κάνει. Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο.
Η εξαιρετικά περιορισμένη κινηματογραφική του φιλμογραφία το αποδεικνύει, ενώ καμία ταινία του με την εξαίρεση της πρώτης του «Ο άνθρωπος που έπεσε στη γη» (The man who fell to earth, 1976) δεν μπορεί να ταυτιστεί με κάποια από τις περσόνες του στον χώρο της μουσικής.
Ο Bowie, εκείνη την εποχή, με το Ziggy Stardust στα ντουζένια του, θύμιζε όντως κάτι σαν… εξωγήινο ον που για κάποιο είχε βρεθεί ανάμεσά μας στη γη. Και διόλου τυχαία, ίσως, φωτογραφίες από την παραγωγή αυτής της ταινίας χρησιμοποιήθηκαν αργότερα ως εξώφυλλα σε δύο άλμπουμ του Bowie – το «Station to Station», παραγωγή της ίδιας χρονιάς και το «Low» του 1977.
Γούσταρε να κάνει σινεμά
Δεν είναι βεβαίως σπουδαίες και οι 23 μεγάλου μήκους ταινίες μυθοπλασίας στις οποίες έπαιξε, μετά το ντεμπούτο του στην σάτιρα «The Virgin Soldiers» (1969), όπου όμως εκεί το όνομά του δεν αναφέρεται στους τίτλους
Αλλά ακόμα και οι μέτριες, όπως το «The Linguini Incident» (1991) όπου υποδύεται έναν υπάλληλο εστιατορίου ο οποίος αποφασίζει (μαζί με την Rosanna Arquette) να κλέψει τον εργοδότη του, πρώτον έχουν όπως λέμε «κάτι» και δεύτερον σου δίνουν την εντύπωση ότι ο Bowie βρίσκεται μέσα τους, απλώς επειδή ο ίδιος το γούσταρε.
Ακόμα και όταν έπαιζε τον… εαυτό του όπως έκανε στην κλασική ταινία του Uli Edel «Κριστάν Φ.: Πόρνη στα 12 για τα ναρκωτικά» (Christiane F.: Wir Kinder vom Bahnhof Zoo, 1981), ή το «Zoolander : Ο άρχοντας της πασαρέλας» (2001) του Ben Stiller.
Ένα κλασικό παράδειγμα αποτελεί η συμμετοχή του Bowie σε ένα εντελώς ξεχασμένο γουέστερν του 1991, το «Il mio West» (όπου συμπρωταγωνιστεί ο Harvey Keitel), που κατά βάση, υπήρξε ένα ομάζ του Ιταλού σκηνοθέτη Giovanni Veronesi στα ιταλικά σπαγγέτι γουέστερν των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Οταν ο Veronezi πρότεινε στον Bowie να συμμετάσχει στην ταινία του και μάλιστα σε 48 ώρες από την στιγμή που του το είπε, ο Bowie του απάντησε «είσαι τρελός που μου προτείνεις να παίξω σε αυτή την ταινία, αλλά εγώ είμαι ακόμα πιο τρελός επειδή δέχομαι». Η μόνη προϋπόθεση του Bowie ήταν το κατάλυμά του να βρίσκεται σε ένα σημείο χωρίς γαβγίσματα σκύλων σε ακτίνα τριών χιλιομέτρων, οπότε η παραγωγή αναγκάστηκε να κάνει ένα είδος …επιδρομής στην ύπαιθρο μαζεύοντας ότι αδέσποτο σκυλί υπήρχε εκεί. Μάλιστα, ο ίδιος ο Veronezi υιοθέτησε μερικά από αυτά τα σκυλιά.
Πρωταγωνιστής λόγω κόμμωσης
Ίσως δηλαδή ακόμα και το γεγονός ότι στον «Λαβύρινθο» (Labyrinth, 1986) του Jim Henson (σε παραγωγή George Lucas) ο Bowie εμφανίζεται με την πιο εκκεντρική και οριακά αστεία κόμμωση που μπορεί κανείς να φανταστεί. O λόγος συμμετοχής του στην ταινία; Αυτή ακριβώς η γελοία κόμμωση!

«Λαβύρινθος»
Το συγκεκριμένο παιδικό παραμύθι φαντασίας έχει ένα πολύ χαριτωμένο παρασκήνιο διότι για τον ρόλο του Jareth, του «κακού» Βασιλιά των Γκόμπλιν, ο Henson, ο δημιουργός των περίφημων κουκλών Μάπετ και του «The Muppet Show», σκεφτόταν άλλες διασημότητες της ποπ όπως ο Michael Jackon, ο Prince και ο Mick Jagger. Ιδιαίτερη προτίμησή του ήταν ο Sting αλλά, παρόλα αυτά, λέγεται ότι τα παιδιά του Henson ήταν που τελικά έπεισαν τον πατέρα τους ότι ο… David Bowie θα ήταν ο καταλληλότερος για τον ρόλο.
Το σπουδαίο «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λώρενς»
Μεταφέροντας στον κινηματογράφο το βιβλίο του Sir Laurens van der Post «The Seed and the Sower», ο Nagisa Oshima Ναγκίσα Όσιμα με την ταινία «Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λώρενς» («Merry Christmas. Mr. Lawrence», 1983) πυροδότησε μια αξέχαστη μάχη ανάμεσα στον δυτικό και τον ιαπωνικό πολιτισμό, ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες και δύο εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους συστήματα αξιών.

«Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λώρενς»
Tο έκανε φέρνοντας σε αντιπαράθεση τον κατάξανθο, θαρραλέο, cool Βρετανό ταγματάρχη Celliers του David Bowie, με τον άκαμπτο διοικητή του ιαπωνικού στρατοπέδου αιχμαλώτων στο οποίο ο πρώτος κρατείται, τον συνταγματάρχη Yonoi του Ryuichi Sakamoto, έναν πατριώτη που νιώθει απογοητευμένος από την αποτυχία του στρατιωτικού κινήματος του 1936.
Όμως η σχέση ανάμεσα στους δύο άνδρες δεν θα σταματήσει εκεί αφού ο Yonoi, μέσα στο μίσος που τρέφει για τον Celliers, άθελά του τον ερωτεύεται. Και έτσι, στην τελευταία ίσως μεγάλη του δημιουργία, ο Oshima σχολιάζει την σκοτεινή διάσταση του πολέμου, τον πόθο που μπορεί να εκραγεί μέσα στην επιθετικότητα, την ομοφυλοφιλία και την ανδρική φιλία.
Η χρυσή εποχή του Bowie στο σινεμά
Νομίζω ότι τα eighties ήταν η χρυσή περίοδος του Bowie στον κινηματογράφο, ίσως και λόγω ηλικίας. Λίγο πριν μπει στην δεκαετία των σαράντα έδειχνε έτοιμος και ορεξάτος για αυτό το παιχνίδι του κινηματογράφου. Ήταν ένα θαυμάσιο βαμπίρ στην ταινία «Αίμα και πάθος» (The hunger, 1983) του Tony Scott και έκλεψε την παράσταση παίζοντας τον μικρό ρόλο ενός δολοφόνου στην cult ταινία του John Landis «Κυνηγητό μέσα στη νύχτα» (Into the night, 1985).

«Αίμα και πάθος»
Bρέθηκε στο στοιχείο του, το τραγούδι, την μουσική και τον χορό στο νοσταλγικό «Οι αρχάριοι» (Absolute beginners, 1986) του Julien Temple (για το οποίο έγραψε και τη μουσική), ενώ με το πέρασμά του από τον «Τελευταίο πειρασμό» (The last temptation, 1988) του Martin Scorsese μάς είπε ότι ο Πόντιος Πιλάτος μπορεί να ήταν ένας κομψός, καλλιεργημένος, ακόμα και νάρκισσος δανδής, απόφαση αρκετά ανατρεπτική, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Ρωμαίος που δίκασε τον Ιησού Χριστό είχε πάντα μια κάπως μπρουτάλ όψη στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση (ο Rod Steiger στην σειρά «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ», ο Teli Savalas στην «Ωραιότερη ιστορία του κόσμου»).
Οι συνεργασίες με Nolan και Lynch
Ένα ενδιαφέρον σημείο στην φιλμογραφία του Bowie ως ηθοποιού, είναι η προσέγγισή του πάνω σε πραγματικά πρόσωπα της Ιστορίας. Ο Nikola Tesla του λειτουργεί ως καταλύτης στην πολύ ενδιαφέρουσα ταινία «The Prestige» (2006) του Christopher Nolan και με ένα περίεργο τρόπο, οι σκηνές του, σε κάποιους έχουν αποτυπωθεί περισσότερο έντονα από κάθε τι άλλο στην ταινία.

«The Prestige»
Τέλος, ο Andy Warhol, τον οποίο ο Bowie απέδωσε στο βιογραφικό δράμα «Basquiat» (1996) του Julian Schnabel Τζούλιαν Σνάμπελ, προσδίδει χάρη και «τρέλα» σε μια γενικώς στενάχωρη ταινία.
Μια συνεργασία του Bowie με έναν κινηματογραφικό σκηνοθέτη που του ταίριαζε πολύ αλλά για κάποιο λόγο σεν είχε τα αποτελέσματα που όλοι θα θέλαμε, ήταν αυτή με τον David Lynch. Ο Bowie κράτησε έναν μικρό ρόλο στην κινηματογραφική εκδοχή της μνημειώδους σειράς της τηλεόρασης «Twin Peaks», όμως η εκδοχή αυτή, με τίτλο «Ο ύποπτος κόσμος του Twin Peaks» (Twin Peaks: Fire Walk with Me, 1992) περισσότερο απογοήτευσε παρά ενθουσίασε τους φανατικούς υποστηρικτές της πρώτης.
Η μοίρα το θέλησε ο Bowie να ξαναβρεθεί σε ταινία του Lynch, προερχόμενη από την ίδια πηγή: η ταινία «Twin Peaks: The Missing Pieces» είναι μια παραγωγή του 2014 και η τελευταία κινηματογραφική στιγμή του Bowie, ο οποίος πέθανε δύο χρόνια αργότερα.



