Βαρύ πλήγμα στο αναπτυξιακό αφήγημα της κυβέρνησης αποτελεί η πρόσφατη παραίτηση του Σπύρου Αρταβάνη-Τσάκωνα από τη θέση του Προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Ερευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας (ΕΣΕΤΕΚ), η οποία συνοδεύτηκε και από την παραίτηση του μέλους του ΕΣΕΤΕΚ Αγγελου Χανιώτη.

Και όμως όλα είχαν αρχίσει με τον καλύτερο τρόπο! Τον Νοέμβριο του 2020 η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξέπληξε ευχάριστα την ελληνική επιστημονική κοινότητα αλλά και τον επιχειρηματικό κόσμο καταφέρνοντας να πείσει τον διεθνούς φήμης καθηγητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Σπύρο Αρταβάνη-Τσάκωνα να αναλάβει επικεφαλής του ΕΣΕΤΕΚ, δηλαδή του ανώτατου γνωμοδοτικού οργάνου της χώρας για τους κρίσιμους τομείς της έρευνας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας.

Από τη μεριά της κυβέρνησης επρόκειτο για κίνηση ΜΑΤ: είχε προηγηθεί, τον Αύγουστο του 2020, η παραίτηση του προηγουμένου προέδρου του ΕΣΕΤΕΚ, καθηγητή γενετικής του Πανεπιστημίου της Γενεύης Μανώλη Δερμιτζάκη. Ο Δερμιτζάκης παραιτήθηκε εξ αιτίας της απροθυμίας της κυβέρνησης να υποστηρίξει την βασική έρευνα, αλλά και του «διακοσμητικού», όπως είπε, ρόλου που επεφύλασσε στο ΕΣΕΤΕΚ.

Αντικαθιστώντας τον νεαρότερο και έχοντα διατρέξει λιγότερα επιστημονικά χιλιόμετρα Δερμιτζάκη με έναν από τους κορυφαίους της Βιοτεχνολογίας διεθνώς, η κυβέρνηση έστελνε το μήνυμα ότι έπαιρνε την έρευνα πολύ σοβαρά, αλλά και ότι κατανοούσε τον ρόλο της στην ανάπτυξη της χώρας.

Περιττό να πούμε ότι η αποδοχή του Αρταβάνη-Τσάκωνα ήταν καθολική από την επιστημονική κοινότητα που είδε στο πρόσωπό του ένα παράδειγμα προς μίμηση. Οι περγαμηνές του είναι τόσες πολλές που θα χρειαζόταν πολύ μελάνι για πλήρη περιγραφή. Θα αρκεστούμε εδώ σε δυο-τρία σημαντικά: σε αυτόν χρωστούμε τη διαλεύκανση του ρόλου του γονιδίου Notch στην ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και την εμπλοκή του σε νευροεκφυλιστικά νοσήματα (πράγμα που φέρνει το όνομά του στα φαβορί κάθε Οκτώβριο που αρχίζουν τα «στοιχήματα» για τα βραβεία Νομπέλ). Αλλά ο Αρταβάνης Τσάκωνας έχει υπάρξει και συνιδρυτής τριών εταιρειών βιοτεχνολογίας. Ανήκει, δηλαδή, σε εκείνη την κατηγορία επιστημόνων που γνωρίζουν από πρώτο χέρι πως να μετατρέψουν σε προϊόν τους καρπούς της βασικής έρευνας.

Προφανώς λοιπόν, ο Αρταβάνης-Τσάκωνας ήταν η άριστη επιλογή για την θέση του επικεφαλής του ΕΣΕΤΕΚ μιας κυβέρνησης που διατυμπάνιζε την πρόθεσή της να οδηγήσει τη χώρα στον δρόμο της ανάπτυξης και η οποία, προς επίρρωση των λόγων της, είχε περάσει το χαρτοφυλάκιο της έρευνας από το υπουργείο Παιδείας (όπου ανήκε επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) στο υπουργείο Ανάπτυξης.

Όπως ήταν φυσικό, το επιστημονικό εκτόπισμα του Αρταβάνη-Τσάκωνα υπήρξε πόλος έλξης και για άλλους κορυφαίους επιστήμονες του εξωτερικού (όπως, παραδείγματος χάριν, ο ιστορικός του Ινστιτούτου Προηγμένων Μελετών του Πανεπιστημίου Πρίνστον των ΗΠΑ, Αγγελος Χανιώτης, ή η Ελευθερία Ζεγγίνη, η οποία διευθύνει το Ινστιτούτο Μεταφραστικής Γενετικής στο Helmholtz Zentrum του Μονάχου) να προσφέρουν το κύρος και την εμπειρία τους στο ΕΣΕΤΕΚ. Αυτή η επιστημονική dream team εργάστηκε σκληρά για το όραμα μιας Ελλάδας που θα βασίζει την ανάπτυξή της στο άριστο επιστημονικό δυναμικό της, ενώ παράλληλα υλοποιούσε και το τιτάνιο έργο της κρίσης των ερευνητικών ιδρυμάτων της χώρας.

Το όραμα αυτό δεν είναι ανέφικτο ακόμη και για μικρές χώρες. Δεν είναι αιθεροβάμονες οι επιστήμονες του ΕΣΕΤΕΚ. Το έχουν δει να συμβαίνει. Αλλού! Ακόμη ηχούν στα αυτιά μου, τα λόγια του αείμνηστου Φώτη Καφάτου (ο οποίος μεταξύ άλλων οραματίσθηκε και υλοποίησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας, ERC) να μου περιγράφει το πώς από τη συστηματική επένδυση στην έρευνα στη Φιλανδία γεννήθηκαν εταιρείες όπως η Nokia που αύξησαν κατακόρυφα τα εισοδήματα της χώρας από τις παγκόσμιες εξαγωγές. Αντίστοιχη πορεία είχε αργότερα η- παραλίγο πτωχευμένη- Ιρλανδία, ενώ στον ίδιο δρόμο βαδίζει τώρα και η Πορτογαλία, οι ερευνητικές υποδομές της οποίας είναι αξιοζήλευτες και έλκουν πίσω στην πατρίδα τους ερευνητές του εξωτερικού.

Όμως ο ρόλος του ΕΣΕΤΕΚ είναι γνωμοδοτικός και συμβουλευτικός. Με άλλα λόγια, το ΕΣΕΤΕΚ οραματίζεται αλλά για την υλοποίηση του οράματος απαιτείται η πολιτική βούληση για συστηματική επένδυση στη βασική έρευνα. Η οποία, όλα δείχνουν, ότι δεν υπήρξε ποτέ. Βεβαίως, η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και μια κυβέρνηση δεν είναι πάντοτε δυνατόν να υλοποιήσει όλα όσα της εισηγούνται. Φαίνεται όμως ότι η παρούσα κυβέρνηση δεν έπραξε ούτε το ελάχιστο. Αντιθέτως, επέλεξε για καίριες πολιτικές θέσεις ανθρώπους άσχετους με το αντικείμενο της έρευνας και με βασικό προσόν την κομματική τους ιδιότητα και αρκέστηκε να κινεί τα νήματα (προς λάθος κατεύθυνση) από του Μαξίμου.

Οι παροικούντες την ερευνητική Ιερουσαλήμ μιλούν για αδυναμία κατανόησης της σημασίας της βασικής έρευνας και για απαξίωση του ΕΣΕΤΕΚ, επιβεβαιώνοντας τον «διακοσμητικό» ρόλο του. Εξ ου και οι πρόσφατες παραιτήσεις των Αρταβάνη-Τσάκωνα και Χανιώτη (τις οποίες αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλες).

Για άλλη μια φορά η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με όρους επικοινωνιακούς αδιαφορώντας για την ουσία. Όμως το θέμα της έρευνας είναι εξόχως ουσιαστικό και, δυστυχώς, τον λογαριασμό της κυβερνητικής αδράνειας θα τον πληρώσει η χώρα. Δηλαδή, εμείς όλοι.