Μια κατοικία που έγινε μουσείο αλλά παραμένει ένα σπίτι. Μια Βιβλιοθήκη ανοιχτή στο κοινό όταν οι άλλες τηρούν την αυστηρότητα του ωραρίου τους. Ενας μυστικός κήπος σχεδιασμένος από τον ιταλό αρχιτέκτονα Κάρλο Σκάρπα και μια ισόγεια διαμόρφωση που επιτρέπει στο κανάλι να μπαίνει δειλά μέσα από «πύλες» νερού κατά μήκος των τοίχων του βενετσιάνικου παλάτσο. Να προσθέσουμε βεβαίως ορισμένα αριστουργηματικά έργα του 16ου, του 17ου, του 18ου αιώνα από ζωγράφους όπως ο Tζιοβάνι Μπελίνι (1430-1516), o Ντομένικο Τιντορέτο (1560-1635), o Kαναλέτο (1697-1768), ο Πιέτρο Λόνγκι (1701-1785) ή ο Γκαμπριέλε Μπέλα (1730-1799), οι δύο τελευταίοι με πίνακες που αναπαριστούν σκηνές από τη ζωή της Βενετίας (ο τελευταίος με ένα ολόκληρο δωμάτιο με έργα να καλύπτουν απ’ άκρη σε άκρη τους τοίχους του).

Το Palazzo Querini Stampalia στη Σάντα Μαρία Φορμόζα στο Καστέλο της Βενετίας της οικογένειας Κουερίνι, που κάποτε είχε στην κατοχή της την Αστυπάλαια, είναι ένα από τα πιο σημαντικά και καλύτερα διατηρημένα παραδείγματα μουσείου-σπιτιού στην Ευρώπη, με τα αυθεντικά έπιπλα, τους πίνακες, τα ανάγλυφα, τις τοιχογραφίες να προκαλούν την έκπληξη σε κάθε δωμάτιό του, κυρίως επειδή απουσιάζει η εξεζήτηση που θα περίμενε κανείς από ένα κτίριο το οποίο χαρακτηρίζεται παλάτσο, αλλά και επειδή οι Ιταλοί ξέρουν πώς να φέρνουν το παρελθόν τους σε αρμονική αντιπαράθεση με το παρόν. Ηδη στα τέλη της δεκαετίας του ’50 o βενετσιάνος αρχιτέκτονας Κάρλο Σκάρπα αναλάμβανε την εμβληματική ανακαίνιση του ισογείου και του κήπου, δημιουργώντας την ελαφρύτερη γέφυρα που συνδέει το κτίριο με την πλατεία όπως και τη μικρή πολυεπίπεδη δεξαμενή από χαλκό και ένα μικρό κανάλι με δύο μικρούς «λαβυρίνθους» σμιλεμένους από αλάβαστρο και πέτρα. Ο συνεργάτης του Βαλεριάνο Πάστορ έκανε καίριες παρεμβάσεις μεταξύ 1982 και 1997 προκειμένου να βελτιωθεί η σύνδεση των χώρων, ενώ το 1994 ο Ελβετός αλλά σπουδαγμένος στη Βενετία Μάριο Μπότα αναλάμβανε την ανακαίνιση και αναδιοργάνωση χώρων του.

Το κλασικό συναντά το σύγχρονο

Με αφορμή τη διοργάνωση της 59ης Μπιενάλε Βενετίας και χάρη στη συνεργασία του Fondazione Querini Stampalia με την γκαλερί «White Cube», στο κτίριο φιλοξενείται ένα πρότζεκτ σύγχρονης τέχνης σε διάλογο με τα κλασικά έργα και το ίδιο το παλάτσο. Πραγματοποιείται από τον δανο-βιετναμέζο εικαστικό Νταν Βο σε συνεπιμέλεια με την Κιάρα Μπερτόλα (επιμελήτρια του προγράμματος σύγχρονης τέχνης στο Fondazione Querini Stampalia και επικεφαλής της σειράς εκθέσεων σύγχρονης τέχνης «Conserving the Future» που διοργανώνονται από το 2004 – είχε μάλιστα φιλοξενήσει και την κύπρια εικαστικό Χάρι Επαμεινώνδα το 2014) και φέρνει στο παλάτσο τη δουλειά τη δική του όσο και εκείνη των Ισάμου Νογκούτσι και Παρκ Σέο-Μπο.

O 47χρονος Bo, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τη Δανία στην Mπιενάλε Βενετίας το 2015, έχει δημιουργήσει εφήμερες διαδρομές με πάνελ όπου έχει αναρτήσει πορτρέτα λουλουδιών από τον κήπο του στο Γκίλντενχοφ, εκεί όπου βρίσκονται το εργαστήριό του και η φάρμα του, στο βόρειο Βερολίνο, τραβηγμένα με το κινητό του, αλλά και από κήπους στη Δανία, στην Ιταλία και στην Ισπανία. Με τα λατινικά τους ονόματα γραμμένα με μολύβι, θυμίζουν σελίδες από εγκυκλοπαίδεια βοτανολογίας, σαν να την έχει αποσπάσει από τη Βιβλιοθήκη του Fondazione και να έχει σπείρει σελίδες της στα δωμάτια. Οι παρεμβάσεις πάντως του Βο στους χώρους παραείναι διακριτικές ή το κτίριο και το περιεχόμενό του παραείναι εντυπωσιακά ώστε τα έργα είναι δύσκολο να αποσπάσουν την προσοχή από τα τεκμήρια της ιστορίας του παλάτσο.

Απεναντίας, τα χάρτινα φωτιστικά γλυπτά του αμερικανο-ιάπωνα Ισάμου Νογκούτσι (1904-1988) από τη σειρά «Akari» (στα ιαπωνικά θα πει «φως»), είναι πολύ ευδιάκριτα και ιδιαίτερα γνώριμα μέσα από τις απομιμήσεις τους. Είναι τα έργα που πρωτοεμπνεύστηκε το 1951, όταν βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Χιροσίμα και επισκέφθηκε την πόλη Γκίφου, που έχει μια παράδοση τριακοσίων χρόνων στα ιαπωνικά φαναράκια chochin από σκελετό μπαμπού και χαρτί ή μετάξι, στα οποία εκείνος προσάρμοσε μια πιο χαλαρή, μινιμαλιστική αισθητική αμερικανικού τύπου, προσπαθώντας για άλλη μια φορά να γεφυρώσει την Ανατολή και τη Δύση της καταγωγής του. Ο Νογκούτσι είχε εκπροσωπήσει τις ΗΠΑ στην Μπιενάλε Βενετίας του 1986 και ήταν η πρώτη φορά που το περίπτερο είχε δοθεί σε έναν και μόνο καλλιτέχνη, στο οποίο εκείνος τοποθέτησε ένα γλυπτό 120 τόνων από ιταλικό μάρμαρο. Στο παλάτσο της Βενετίας τα «ποιητικά, εφήμερα και εύθραυστα» Akari γλυπτά, όπως τα χαρακτήριζε ο δημιουργός τους, συνυπάρχουν με τους πίνακες, τα γλυπτά της οικογένειας Κουερίνι ή και τα έργα του κορεάτη ζωγράφου Παρκ Σέο-Μπο (1931-) από τη σειρά «Ecriture», στα οποία ωστόσο έχει δοθεί ένας ξεχωριστός, «καθαρός» χώρος για να αναδειχθεί η επίπονη απλότητά τους.

Ο Παρκ Σέο-Μπο θεωρείται ο «πατέρας» της κορεατικής αφαίρεσης, αν θέλουμε να ανατρέξουμε στη γενεαλογία του είδους στην ασιατική χώρα όπου το ιδίωμα αυτό λέγεται Dansaekhwa και αναδύθηκε στη Νότια Κορέα τη δεκαετία του ’70. Ο Σέο-Μπο απομακρύνθηκε από την αναπαράσταση και στράφηκε στην αφαίρεση δίχως να αποκόψει πλήρως τους δεσμούς με την ιστορία, διατηρώντας μια χαλαρή επαφή με την καλλιγραφία αλλά και με πρακτικές όπως τα φιλοσοφικά συστήματα του κομφουκιανισμού ή ο ταοϊσμός και εν συνεχεία χρησιμοποιώντας hanji, το χειροποίητο κορεατικό χαρτί από φλοιό μουριάς, το οποίο κολλάει στην επιφάνεια του καμβά και «σμιλεύει» με χρώμα ή με γύψο.

Το Ιδρυμα, οι Κουερίνι και η Αστυπάλαια

Η ιστορία του Fondazione Querini Stampalia, ενός από τα πιο παλιά της Βενετίας, είναι συνώνυμη με εκείνη της αριστοκρατικής οικογένειας Κουερίνι που έζησε σε αυτό το παλάτσο για αιώνες, δίχως βεβαίως να παραλείψει να συλλέξει πληθώρα αντικειμένων: έπιπλα, βιβλία και έργα τέχνης. Θεωρείται ότι είναι μια από τις οικογένειες που ίδρυσαν τη Βενετία και κάπου εκεί στα τέλη του 13ου αιώνα ήταν και μια από τις πλουσιότερες της πόλης, με ενεργή συμμετοχή στην πολιτική, καλλιτεχνική και οικονομική ζωή της. Για παράδειγμα, ο Αντρέα Κουερίνι, πολιτικός και πάτρονας του κωμωδιογράφου Κάρλο Γκολντόνι (1707-1793), ο οποίος του αφιέρωσε και μια κωμωδία, ήταν εκείνος που ανέθεσε στον Πιέτρο Λόνγκι να ζωγραφίσει τον κύκλο πινάκων «The Seven Sacraments» για την κρεβατοκάμαρά του και οι οποίοι βρίσκονται στο παλάτσο μέχρι σήμερα.

Η εμπλοκή της οικογένειας Κουερίνι στην απόπειρα ανατροπής του δόγη Πιέτρο Γκραντενίγκο είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη δυνατότητα να γίνουν οι ίδιοι δόγηδες. Συμμετείχαν ωστόσο στην ενετική διοίκηση της Ελλάδας και τον 14ο αιώνα (σύμφωνα με άλλες πηγές, τον 13o αιώνα) απέκτησαν την Αστυπάλαια, η οποία παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρις ότου την κατέλαβαν οι Οθωμανοί (επίσημα το 1540). Το Stampalia, η λατινική ονομασία του νησιού, προστέθηκε στο όνομά τους από τον Αλβίζε Κουερίνι, πρεσβευτή της Βενετίας στο Παρίσι το 1797, o οποίος ήθελε να διαφοροποιηθεί από έναν συνονόματο Κουερίνι της αυλής του Ναπολέοντα στο Μιλάνο. Από τότε το όνομα της οικογένειας και του Ιδρύματος βεβαίως είναι διπλό και δηλωτικό της παλιάς εκείνης ιδιοκτησίας στο Αιγαίο.

Ο τελευταίος απόγονος της οικογένειας, ο Τζιοβάνι Κουερίνι Σταμπάλια (1799-1869), δώρισε την περιουσία του στην πόλη της Βενετίας με την προϋπόθεση να είναι προσβάσιμη στους πολίτες, να προάγει τον πολιτισμό και να είναι ανοιχτή όσο περισσότερο γίνεται, ιδίως όταν οι βιβλιοθήκες ήταν κλειστές. Ετσι δημιουργήθηκε το Fondazione Querini Stampalia το 1869 και η Βιβλιοθήκη του προσφέρει πρόσβαση σε περίπου 32.000 βιβλία και περισσότερα από 350 περιοδικά και εφημερίδες, τοπικές και διεθνείς, σε καθημερινή βάση. Παραμένει δε ανοιχτή από τις 10 το πρωί ως τις 12 το βράδυ, αλλά και τις Κυριακές και τις αργίες (10 π.μ. – 7 μ.μ.), πιστή στο πνεύμα και στην επιθυμία του Τζιοβάνι Κουερίνι, όπως και η γενικότερη κατεύθυνση του Ιδρύματος, το οποίο φροντίζει να δημιουργεί «μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που τροφοδοτεί τη μάθηση και την ανταλλαγή απόψεων».

INFO

«Dahn Vo, Isamu Noguchi, Park Seo-Bo»: Fondazione Querini Stampalia, Βενετία, ως τις 27 Νοεμβρίου.