«Υπάρχει μόνο μία διαφορά ανάμεσα σε έναν τρελό άνθρωπο και εμένα. Ο τρελός πιστεύει ότι είναι σώφρων. Εγώ το γνωρίζω ότι είμαι τρελός». Αρκεί μόνο μια φωτογραφία του Σαλβαντόρ Νταλί (1904-1989) για να αμφισβητήσει κανείς την περίφημη ρήση του. Αφενός γιατί ακόμα και η διαγνωσμένη ψυχική διαταραχή δεν εκδηλώνεται πάντα με δυο γουρλωμένα μάτια που κοιτάζουν τον κόσμο έτοιμα να τον καταβροχθίσουν. Αφετέρου γιατί – όπως μαρτυρεί μια έκθεση στο Μουσείο Νταλί στο Σεντ Πίτερσμπεργκ της Φλόριντα (ναι, υπάρχει Αγία Πετρούπολη και στις ΗΠΑ) – ο σουρεαλιστικότερος των σουρεαλιστών ζωγράφων, αν μη τι άλλο όσον αφορά και τον τρόπο ζωής του, είχε και στιγμές που ήταν απόλυτα «φυσιολογικός» όπως όλοι οι κοινοί θνητοί που δεν είχαν το σπάνιο ταλέντο του και την αυθεντική «τρέλα» του. Στην έκθεση «At Home with Dalí», η οποία εγκαινιάστηκε πρόσφατα και υποδέχεται το κοινό επ’ αόριστον, βλέπουμε έναν άλλον Νταλί, ήρεμο, εντελώς συγκροτημένο, σε απλές καθημερινές στιγμές της ζωής του στο ψαροχώρι Πορτ Λιγκάτ στην ακρογραμμή της Κόστα Μπράβα. Ως επί το πλείστον μαζί με τη σύζυγό του, Γκαλά, η οποία κι εκείνη με τη σειρά της δεν θυμίζει σε τίποτα τη γυναίκα που αγαπούσε να διοργανώνει μαζί του μεγαλοπρεπή και εκκεντρικά πάρτι στα οποία η θεματική αν και πάντα διαφορετική ήταν μονίμως προσανατολισμένη στην απύθμενη και ως εκ τούτου θρυλική υπερβολή.

Γιατί ως γνωστόν το όνομά τους έγινε συνώνυμο με τα εξωτικά και εξωπραγματικά σουαρέ στο σπίτι τους σε αυτή τη γωνιά της Ισπανίας όπου οι συγκεντρώσεις αποκτούσαν τη χροιά του μύθου και η ατμόσφαιρά τους έφτανε να αποτυπωθεί στους ίδιους τους πίνακες του Νταλί. Εξάλλου οι καλεσμένοι όπως και οι οικοδεσπότες φορούσαν πληθωρικά, θεατράλε κοστούμια ενώ ζώα (άγρια ζώα) περιφέρονταν ανάμεσά τους, ενδεχομένως λίγο σαστισμένα μέσα στο σπίτι της απόλυτης εξτραβαγκάνζας. Η Γκαλά λοιπόν, η οποία σε μια τέτοια γιορτή είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι καλυμμένο με βελούδο με την κεφαλή από μια στολή αλόγου να πλαισιώνει το όμορφο κεφάλι της καθώς γκαρσόνια της σέρβιραν φαγητό σε μια χρυσή… παντόφλα – σημειωτέον στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής εκδήλωσης αφιερωμένης σε πρόσφυγες -, παρουσιάζεται και εκείνη με τη σειρά της σε μια πολύ συνηθισμένη ανθρώπινη στιγμή: την ενατένιση ενός όμορφου τοπίου δίχως να κοιτάζει τον φωτογραφικό φακό προσπαθώντας να τον εντυπωσιάσει με την προσωπικότητά της.

Αυτή η εξαίρεση λογικά αποτελεί απλώς επιβεβαίωση του κανόνα, ότι δηλαδή το ζευγάρι με όλη την «τρέλα» του είχε και αναλαμπές «φυσιολογικότητας» και είχε επιτρέψει σε έναν μικρό αριθμό φωτογράφων να τις αιχμαλωτίσει σε όλο το απροσποίητο μεγαλείο τους. Ούτως ή άλλως το είχαμε υποψιαστεί αυτό, ότι δηλαδή o εκκεντρικός καλλιτέχνης, τον οποίο ο Αντρέ Μπρετόν είχε βαφτίσει «Avida Dollars» (άπληστος για δολάρια) κάνοντας έναν αναγραμματισμό του ονόματός του για να ασκήσει κριτική στο αμιγώς εμπορικό πνεύμα του το οποίο διείπε και τα προαναφερθέντα πάρτι, δεν κυκλοφορούσε πάντα σαρδόνια έκπληκτος, ούτε συντηρούσε αδιάλειπτα το μουστάκι του με τέτοιον τρόπο ώστε να αψηφά τους νόμους της βαρύτητας.

 

Το δικό του, προσωπικό ησυχαστήριο

Φωτογράφοι λοιπόν όπως ο Χορστ Π. Χορστ, ο Ρικάρντο Σανς, o Μελί Καζάλς, ή ο Ρομπέρ Ντεσάρν, ο οποίος τελούσε και χρέη γραμματέα του Νταλί, τον απαθανάτισαν τη δεκαετία του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στον ιδιωτικό του κόσμο και παράδεισο στο Πορτ Λιγκάτ και στην κοντινή Φιγκέρες, την πόλη όπου είχε γεννηθεί, να κάνει τα αυτονόητα: να ξεκουράζεται, να ατενίζει ήρεμα το πέλαγος, να μιλάει με φίλους στο σπίτι, να περπατά στα βράχια της Κόστα Μπράβα μαζί με την Γκαλά ή να την τραβάει φωτογραφίες μέσα σε έναν ελαιώνα. Και η αλήθεια είναι ότι παραδόξως αυτά τα ενσταντανέ προκαλούν μεγαλύτερη έκπληξη και εντύπωση σε σχέση με τις απεικονίσεις του μέσα στον φαντασμαγορικό κόσμο με τον οποίο τον έχουμε συνδέσει.

Το ίδιο το σπίτι στο Πορτ Λιγκάτ σήμερα στεγάζει το ίδρυμα Οικία-Μουσείο Σαλβαντόρ Νταλί (Salvador Dalí House-Museum) και είχε μεγάλη συναισθηματική αξία για τον καλλιτέχνη, κάτι που εξηγεί εν μέρει το πόσο φυσικές και απροσποίητες είναι αυτές οι φωτογραφίες. Αυτή ήταν η βασική κατοικία στην οποία έζησε και εργάστηκε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του από το 1930 ως το 1982, εκτός από τα χρόνια που έζησε στις ΗΠΑ. O καλλιτέχνης είχε στήσει το «σπιτικό» του στην καλύβα ενός ψαρά καθώς τον είχε γοητεύσει το ερημικό τοπίο και το ιδιαίτερο φως, δύο συστατικά που χρησιμοποίησε ευρέως στους πίνακές του. «Είναι το ιδανικό μέρος για τη δουλειά μου. Ολα είναι ιδανικά: ο χρόνος περνάει πιο αργά και κάθε ώρα έχει τις δικές της διαστάσεις. Υπάρχει μια γεωλογική ηρεμία: αποτελεί μια μοναδική, πλανητική περίπτωση» είχε δηλώσει.

Από το ησυχαστήριο αυτό μπορούσε να αφήνει τη φαντασία του να οργιάζει και να καλλιεργεί ακόμα περισσότερο την έμφυτη κλίση του να αποκλίνει από τις συμβάσεις. Κάπως έτσι, σταδιακά έγινε ένα καταφύγιο, ένα μέρος χαλάρωσης γεμάτο αναμνήσεις, πλουμιστά χαλιά και βελούδινα μαξιλάρια, αποξηραμένα λουλούδια και έπιπλα-αντίκες που συνέθεταν το μοναδικό σύμπαν του Νταλί και της Γκαλά, τουλάχιστον μέχρι να της αγοράσει το κάστρο στην Πουμπόλ της Ισπανίας το 1968, το οποίο ο ίδιος μπορούσε να επισκεφθεί μόνο έπειτα από πρόσκληση της πυργοδέσποινας. Iσως είχε μεγαλώσει πολύ τότε και δεν μπορούσε πια να μπαίνει στο αγαπημένο του τζάκι, όπως τον έχει φωτογραφίσει το 1950 ο Ρικάρντο Σανς, και να ζωγραφίζει κουλουριασμένος ή να γράφει σαν ένα μικρό παιδί που αναζητεί την ασφάλεια της αγαπημένης του κρυψώνας.