«Έφυγε» σήμερα από την ζωή ο δημοσιογράφος Σπύρος Λογαράς.

Ήταν μέλος της ΕΣΗΕΑ και επί σειρά ετών διευθυντικό στέλεχος της ΕΡΤ, με σημαντική διαδρομή και έντονη παρουσία σε πολιτικούς, κοινωνικούς αγώνες και αναμετρήσεις από πολύ νεαρή ηλικία.

Είναι ο δημοσιογράφος ,ο οποίος το 1981 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση της ελεύθερης πρωινής ενημερωτικής ζώνης της ΕΡΤ, έχοντας στη συνέχεια την ευθύνη ζωντανής καθημερινής τετράωρης ραδιοφωνικής εκπομπής, γεγονός που σηματοδότησε το πρώτο άνοιγμα της ΕΡΤ στην κοινωνία.

Βιογραφικό

Γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα με καταγωγή από την Κεφαλονιά.

Ήταν ιδρυτικό μέλος του ΠΑΣΟΚ στις οργανώσεις βάσης της Αθήνας και ειδικά στην Κυψέλη όπου μεγάλωσε.

Δραστηριοποιήθηκε από νωρίς στο συνδικαλιστικό κίνημα στο χώρο των μικρομεσαίων και στον τομέα της κλαδικής ενημέρωσης των επαγγελματοβιοτεχνών, ενώ διετέλεσε και υπεύθυνος του περιοδικού του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών

Ξεκίνησε την δημοσιογραφική του πορεία από τις αθλητικές εφημερίδες.

Όπως αναφέρει ο Πάνος Γεραμάνης σε σημείωμα του, το 1999 στα ΝΕΑ ο Σπύρος Λογαράς συμμετείχε στην ομάδα συντακτών που με επικεφαλής τον Κώστα Σισμάνη, το Νίκο Αγά, τον Στ. Απέργη, τον Θ. Σγουρδαίο, τον Γ. Διακογιάννη, τον Μάκη Παπαζήση, και άλλους δημοσιογράφους εξέδωσαν το Νοέμβριο του 1967 την εφημερίδα «Το Πρωτάθλημα».

Αργότερα εργάστηκε σε εβδομαδιαία έντυπα και σε πολιτικές εφημερίδες όπως ο «Δημοκρατικός Λόγος» και η «Νίκη» ως οικονομικός συντάκτης με ειδίκευση σε θέματα εμπορίου βιομηχανίας και ενέργειας, ενώ είχε καθημερινή εκπομπή στο Ρ/Σ «Ράδιο Αθήνα».

Ο Σπύρος Λογαράς στην ΕΡΤ μετά την πρωινή ζώνη διετέλεσε αρχισυντάκτης, υπεύθυνος ενημερωτικών εκπομπών και διευθυντικό στέλεχος στη διεύθυνση ειδήσεων της ΕΡΑ (Πρώτο Πρόγραμμα, ΕΡΑ 5, ΕΡΑ –Σπορ).

διαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του, ως υπευθύνου έκδοσης του εντύπου «Ανοιχτά Χαρτιά» της Κίνησης Επαγγελματιών Δημοσιογράφων και παράλληλα συνέβαλε καθοριστικά στην διαμόρφωση και υλοποίηση των ΣΣΕ των δημοσιογράφων της ΕΡΤ και κυρίως στην αποκατάσταση των συμβασιούχων, που επί δεκαετίες δούλευαν ως όμηροι με το μπλοκάκι.