«Το πνεύμα της Μεγάλης Κυβέρνησης επιστρέφει στην πληγείσα από τον ιό Ιταλία», γράφει ο αρθρογράφος του Bloomberg Τζον Φόλεν. Και δεν αναφέρεται βέβαια στο «μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα» που όλοι οι νεοεκλεγέντες πρωθυπουργοί (οι Ελληνες τουλάχιστον) εξαγγέλλουν μέχρι να ανακοινώσουν τα μέλη μιας, εν τέλει, πολυπληθούς κυβέρνησης. Αναφέρεται στο μακρύ χέρι του κράτους στην οικονομία, στη βαριά σκιά της κυβέρνησης στον κόσμο της εργασίας και του επιχειρείν.  

Ο βρετανός αρθρογράφος θέλει να στηλιτεύσει την επιστροφή των κρατικοποιήσεων. «Σχεδόν τρεις δεκαετίες αφότου ξεκίνησε η Ιταλία να ιδιωτικοποιεί τις μεγαλύτερες βιομηχανικές της μονάδες, ο πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε θέλει να εξασφαλίσει βαριά θωράκιση στις εγχώριες επιχειρήσεις», γράφει ο Φόλεν.

Και εξηγεί ότι ο Κόντε προσπαθεί να επανεκκινήσει την παραλυμένη από την πανδημία του κορωνοϊού ιταλική οικονομία εγείροντας όλο και πιο αυστηρά βέτο σε ξένες επενδύσεις, προχωρώντας ακόμα και σε κρατικοποιήσεις με όπλο τα δάνεια και τις εγγυήσεις των 209 δισ. ευρώ που εξασφάλισε η κυβέρνησή του από την ΕΕ και της επιπλέον δανειοδότησης της χώρας με 100 δισ. ευρώ.  

«Τα πλάνα του ανατρέπουν την κληρονομιά του πρώην προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, που ως γενικός γραμματέας του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών χάραξε και διηύθυνε το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων της Ιταλίας τη δεκαετία του 1990», σημειώνει ο βρετανός αρθρογράφος. Και παραθέτει δήλωση που έκανε στο Bloomberg ο καθηγητής Επιχειρηματικής Στρατηγικής στο ιδιωτικό Πανεπιστήμιο Bocconi του Μιλάνου Κάρλο Αλμπέρτο Καρνεβάλε Μάφε: 

«Ο Κόντε ακολουθεί τα κελεύσματα των βασικών κυβερνητικών εταίρων, του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και του Δημοκρατικού Κόμματος, οι οποίοι απαιτούν πολιτικές για την επανακατάληψη της οικονομίας. Αλλά ο κίνδυνος να τρομάξουν τους ξένους επενδυτές τη στιγμή που τους χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο, είναι μεγάλος». 

Έλεγχος παντού 

Δεν είναι λίγοι οι τομείς της οικονομίας και των επιχειρήσεων που προσπαθεί να ελέγξει η ιταλική κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε. Στις τηλεπικοινωνίες προωθεί τη δημιουργία μιας ενιαίας εταιρείας δικτύων ευρέως φάσματος κατ’ απαίτηση του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, που ξεκίνησε εξάλλου και γιγαντώθηκε διαδικτυακώς. Μέσα στο καλοκαίρι η κυβέρνηση της Ρώμης ανέστειλε την πώληση μειοψηφικού μεριδίου της Telecom Italia και επιχειρεί να δημουργήσει μονοπωλιακό τηλεπικοινωνιακό δίκτυο που θα ελέγχεται από το (κρατικό βεβαίως) ιταλικό Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. 

  

Αναφέρει ο αρθρογράφος τα προσκόμματα που εγείρει η Ρώμη στη βρετανική εταιρεία CDP, η οποία από κοινού με το Euronext NV επιθυμεί να αποκτήσει τον έλεγχο της Borsa Italiana, της εταιρείας που «τρέχει» το Χρηματιστήριο του Μιλάνου. Αναφέρει τις μεθοδεύσεις για να ακυρώσει την ιδιωτικοποίηση μεριδίου της τράπεζας Banca Monte Dei Paschi di Siena (έτος ιδρύσεως 1472) έως τα τέλη του 2021, όπως απαιτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η ιστορική τράπεζα (έτος ιδρύσεως 1472) ελέγχεται κατά 68% από το ιταλικό κράτος. 

Ο Τζον Φόλεν του Bloomberg ισχυρίζεται επίσης ότι ο πρωθυπουργός Κόντε αποθάρρυνε την εταιρεία συμμετοχών Atlantia της οικογένειας Μπένετον να πουλήσει σε ξένους επενδυτές (μεταξύ των οποίων και στην CDP) το μερίδιο 88% που κατέχει στην εταιρεία των ιταλικών αυτοκινητοδρόμων Autostrade per lItalia SpA.  

Αναφέρει ότι η κυβέρνηση Κόντε έχει εδώ και καιρό εγκλωβιστεί σε άκαρπες συζητήσεις για το μέλλον της θυγατρικής της χαλυβουργίας ArcelorMittal στο Τάραντο της νότιας Ιταλίας. Τον Ιούλιο ο Κόντε αποκάλυψε ότι μελετά παρέμβαση της κυβέρνησής του για να εγγυηθεί τις θέσεις εργασίας των εργαζομένων, καθώς απέρριψε σχέδιο της ArcelorMittal που προβλέπει 5.000 απολύσεις – η θυγατρική στο Τάραντο είναι η μεγαλύτερη σε παραγωγή μονάδα της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο εταιρείας. 

Υπενθυμίζει, τέλος, ο αρθρογράφος την έκτακτη κρατική βοήθεια των 3 δισ. ευρώ που χορήγησε η κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας για να κρατήσει στη ζωή την «χρεοκοπημένη αεροπορική εταιρεία Alitalia», η οποία «προτού ακόμα ξεσπάσει η πανδημία είχε κοστήσει στον Ιταλό φορολογούμενο περισσότερα από 2 δισ. ευρώ».  

Τον λίθον βαλέτω 

«Η ΕΕ και η αρμόδια επίτροπος Μαργκρέτε Βεστάγκερ τα παρακολουθούν όλα αυτά και σιωπούν», υπογραμμίζει ο Φόλεν. Και τι να λέγανε όμως; Ότι επιτρέπεται η κρατική βοήθεια στη Luftnansa, στην Air France, ακόμα και στην απολύτως ιδιωτική British Airways, αλλά απαγορεύεται στην Alitalia; Ότι πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί η Banca Monte dei Paschi και όχι οι… 1.700 και βάλε γερμανικές τράπεζες που ελέγχονται από τα κρατίδια και από συνεταιρισμούς και οι οποίες χρηματοδοτούνται απευθείας από τον «Γερμανό φορολογούμενο» και μάλιστα ανεξέλεγκτα αφού δεν υπόκεινται ούτε καν στην εποπτεία της ΕΚΤ;  

Να μιλήσουν η ΕΕ και η Βεστάγκερ για τους περίφημους «εθνικούς πρωταθλητές» της Ευρώπης, που προστατεύονταν από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών έναντι των «ξένων που τις ορέγονταν» (ακόμα κι αν ήταν Ευρωπαίοι εταίροι) όχι μόνο εν καιρώ κρίσεων και πανδημιών που ο κόσμος χάνεται αλλά και σε περιόδους ανάπτυξης και ευημερίας;  

«Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», θα μπορούσουν να απαντήσουν οι Βρυξέλλες στο βρετανό αρθρογράφο. Διότι η υποκρισία εν προκειμένω περισσεύει. Πάμπολλοι πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές, εξάλλου, παρατηρούν ότι ο κορωνοϊός σκότωσε την παγκοσμιοποίηση «έτσι όπως την ξέραμε» (ακόμα και την παγκοσμιοποίηση των άλλων, την αποδεκτή ως πολιτικά ανέξοδη δηλαδή). Και ότι επαναφέρει στο προσκήνιο τον προστατευτισμό «δικαιώνοντας» την εσωστρέφεια των εθνικιστών και των λαϊκιστών, όπως αναμφίβολα είναι το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και το ακροδεξιό κόμμα του Ματέο Σαλβίνι. Αλλά και ο πλανητάρχης (και του προστατευτισμού) Ντόναλντ Τραμπ πόσο άραγε διαφέρει από τους σύγχρονους «αστέρες» της ιταλικής πολιτικής ζωής; 

O Σόιμπλε οπαδός του Κέινς 

Τα πράγματα δεν είναι όμως άσπρο-μαύρο. Η μέριμνα των κυβερνήσεων για την προστασία των πολιτών εν καιρώ σεισμών, λιμών και καταποντισμών δεν είναι λαϊκισμός. Είναι ανθρωπισμός. Είναι ανάγκη και υποχρέωση που ακόμα και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αναγνώρισε: «Ισως να εκπλαγείτε, αλλά είμαι πιστός οπαδός των διδαγμάτων του Τζον Μέιναρντ Κέινς, που υποστήριζε ότι το κράτος πρέπει να παίζει πρωταρχικό ρόλο στην οικονομία σε περιόδους κρίσης. Σε μια τέτοια κατάρρευση της ζήτησης το κράτος πρέπει να επέμβει», δήλωσε στα μέσα Ιουνίου στο περιοδικό «Spiegel» ο πρώην τσάρος της γερμανικής οικονομίας και νυν πρόεδρος της Bundestag.  

Επέστρεψαν δηλαδή οι ιδέες του Κέινς για να μείνουν; Όχι βέβαια – αν και ίσως κάτι αφήσουν από το πέρασμά τους. Αλλά, όπως θα έλεγαν και οι Γάλλοι σύμμαχοι του Σόιμπλε, «à la guerre comme à la guerre».