• Αναζήτηση
  • Η σαγήνη του Μπομπ Ντίλαν και η μεταδραματική αποδόμηση

    Το να είσαι σε τουρνέ είναι σαν να είσαι στο καθαρτήριο.

    Πας από το πουθενά στο πουθενά.

    Μπομπ Ντίλαν

    «Η ζωή δεν είναι το να βρεις ποιος είσαι αλλά το να δημιουργήσεις αυτό που είσαι» λέει ο «σημερινός» Μπομπ Ντίλαν στο ντοκιμαντέρ «The Rolling Thunder Revue», σε σκηνοθεσία του Μάρτιν Σκορσέζε που έκανε πρεμιέρα – πού αλλού; – στο Netflix, στις 12 Ιουλίου 2019.

    Πριν μιλήσω για το ίδιο το έργο, οφείλω μια προσωπική εξομολόγηση. Είμαι φανατικός φαν του Ντίλαν από τότε που πρωτάκουσα το «Blowing in the Wind», δηλαδή το 1975. Εχω διαβάσει σχεδόν τα πάντα γι’ αυτόν. Εχω ακούσει αμέτρητες φορές όλα του τα τραγούδια, έχω δει αρκετές συναυλίες του και τον θεωρώ έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του 20ού τουλάχιστον αιώνα, αν όχι όλων των εποχών. Εννοείται πως θεωρώ απόλυτα δίκαιη την απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας στον μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη-τροβαδούρο που τίμησε όσο κανείς την προφορική παράδοση της αφήγησης που ξεκίνησε από τον Ομηρο και πιθανόν ακόμη πιο πριν.

    Επιστρέφω στο φιλμ. Με το που τέλειωσε, έπιασα τον εαυτό μου να νιώθει κάτι που μόνο μετά την εμπειρία μεγάλων έργων τέχνης μού συμβαίνει. Μια σύγκορμη ανατριχίλα. Δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Το ντοκιμαντέρ ήταν όντως ένα αριστούργημα, αλλά όχι κάτι που δεν ήξερα, τα τραγούδια γνωστά, η περίοδος γνωστή, η Μπαέζ, ο Γκίνσμπεργκ, σχεδόν οικεία πρόσωπα. Ο μάγος Σκορσέζε, μαέστρος στο να δημιουργεί μέσω του μαγικού μοντάζ αυτό το έξοχο αποτέλεσμα. Τελικά, δεν χρειάστηκε να το φιλοσοφήσω και πολύ.

    Το έργο έσταζε αλήθεια. Εσταζε ειλικρίνεια, αυθεντικότητα, δημιουργικότητα. Σε μια στιγμή που ο Ντίλαν, με βαμμένο λευκό το πρόσωπό του τραγουδάει το «One More Cup of Coffee», ένα τραγούδι-μαγεία που τον έχω ακούσει και δει να τραγουδάει δεκάδες, εκατοντάδες φορές. Εδώ έμοιαζε σαν να το τραγούδαγε για τελευταία φορά στη ζωή του. Οι λέξεις καρφώνονταν σαν πρόκες, για να μην τις παίρνει ο άνεμος, όπως έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Το τραγούδι τέλειωσε και πίσω από τον Ντίλαν έβλεπα έναν νοερό πίνακα με μια μορφή σχεδιασμένη από κεφάλια από πρόκες. Μια μορφή ποιητική, μαγική.

    Είμαστε στον Μάιο του 1975 και ο Ντίλαν είχε μόλις αρχίσει να ξανακάνει συναυλίες, μετά το ατύχημά του με τη μοτοσικλέτα το 1966. Εκείνη την εποχή είχε παρακολουθήσει το ετήσιο ανοιξιάτικο φεστιβάλ των Τσιγγάνων οι οποίοι έφταναν από όλες τις μεριές της Ευρώπης. Γιορτάζοντας τα 34α γενέθλιά του – τόσο νέος και ήδη ο μεγαλύτερος μουσικός σταρ του πλανήτη – και ακούγοντάς τους να τραγουδούν μέσα στη νύχτα και να πραγματώνουν τις τελετουργίες τους, ένιωσε την ανάγκη να εκφραστεί μέσα από μια πλανόδια κοινότητα που ταξιδεύει. Αυτό είναι το πνεύμα άλλωστε των travelling artists. Ισως είναι κι εκείνο ακριβώς που ένιωσε στο Stratford-upon-Avon ο νεαρός Σαίξπηρ όταν έβλεπε τα μπουλούκια των θεατρίνων που περνούσαν από την πόλη.

    Ετσι γεννήθηκε το Rolling Thunder tour, μέσα από μια αληθινή ανάγκη, και τώρα, 44 χρόνια μετά, ο μεγάλος Σκορσέζε χρησιμοποιώντας το cinema verité, υλικό από τις συναυλίες, συνεντεύξεις, κάνα δυο εφετζίδικες λήψεις, δημιουργεί μια μεταπραγματικότητα που «παίζει» αδιάκοπα με την αλήθεια και το ψέμα, το πραγματικό και την επινόηση.

    Το αποτέλεσμα είναι η σαγήνη. Μια λέξη που έχουμε εξορίσει ουσιαστικά εδώ και καιρό από το λεξιλόγιό μας, ίσως γιατί σπάνια πια νιώθουμε στον χώρο του θεάματος αυτή τη βιωματική εμπειρία. Βλέπουμε αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις, δεκάδες φιλμ, πάμπολλες σειρές (κυρίως στο… Netflix) αλλά ουσιαστικά δεν βλέπουμε τίποτα. Καταναλώνουμε εικόνες, ιδέες, σχόλια. Παρακολουθούμε αποδομήσεις δημιουργών που δεν έχουν δομήσει ποτέ, μεταδραματικές κατασκευές άλλων που δεν έχουν στήσει ποτέ ένα δράμα. Σαγήνη. Οπως λέει και ο Μπλανσό, είναι εκείνο που συμβαίνει όταν κάτι που βρίσκεται σε μια απόσταση – γιατί ο Ντίλαν π.χ. βρίσκεται σε απόσταση, πολύ μεγάλη απόσταση – σε αγγίζει σχεδόν σωματικά, μας επιβάλλεται, συλλαμβάνει το βλέμμα και τις αισθήσεις μας και επεμβαίνει άμεσα. Καταβυθίζεται σε ένα τοπίο χωρίς τέλος. Το θέμα μας δεν είναι πλέον να δώσουμε ένα νόημα, να «κλείσει» η ιστορία, να βγει ο συμβολισμός, να κάτσει σωστά η καταγγελία, έχουμε εγκαταλείψει την αισθητή φύση των πραγμάτων. Εχουμε κατακυριευτεί και ταξιδεύουμε στη μέθεξη. Ταξιδεύουμε γοητευτικά αιχμαλωτισμένοι, αιωρούμενοι στον χωροχρόνο, στο κοινωνικό ρεύμα, το ιδεολογικό υπόβαθρο και τις αποχρώσεις της εποχής του Ντίλαν και του Σκορσέζε. Γιατί η τέχνη είναι φαινόμενο κοινωνικό. Βρίσκεται σε σχέση αμφίδρομα αιτιοκρατική με τα κοινωνικά δρώμενα και σε απόλυτη συνάφεια με τον ψυχισμό της εποχής.

    Η σημερινή τέχνη είναι η τέχνη της λογικής συνεπαγωγής. Η τέχνη που ορίζεται. Υπάρχει ένα είδος πανοπλίας, μια μπάλα κατάδικου που σέρνει ο καλλιτέχνης αυτοπροσδιοριζόμενος μέχρι μυελού οστέων. «Κάνω αυτό, για να». Αυτό που διασώζει εδώ ο Σκορσέζε μέσω του Ντίλαν είναι ο απόλυτος χώρος της σαγήνης. Το ελκυστικό φως των πραγματικών και αδιαμεσολάβητων πραγμάτων όταν η τέχνη εκλύεται χωρίς μεσάζοντες. Υπάρχει μια σκηνή με τον Ντίλαν στα γραφεία των παραγωγών, όπου το μόνο που αρθρώνει είναι κάτι κοινότοπο. Η γλώσσα του σώματος ωστόσο τα λέει όλα: «Θέλω να φύγω από εδώ». Και στην ουσία είχε ήδη φύγει, σε ένα ελεύθερο παιχνίδι κρίσης και φαντασίας ενός μοναδικού καλλιτέχνη.

    Ισως τα παραπάνω στις μέρες του… Netflix να ακούγονται νοσταλγικά και ρομαντικά. Η μαγγανεία της ανάμνησης; Ωστόσο, βλέποντας την επομένη ένα θέαμα από την crème de la crème του ευρωπαϊκού θεάτρου, μια πανάκριβη, άψογη, εγκεφαλική παραγωγή που έπιανε ένα εξαιρετικά σοβαρό θέμα, επί δυόμισι ώρες δεν ένιωσα ούτε έναν σπινθήρα από αυτούς που μου μετέδωσε με γενναιοδωρία η ακτινοβόλα φράση «mysterious and dark» ειπωμένη από τον Ντίλαν που τραγούδησε ολόκληρο το άσμα ασκαρδαμυκτί. Το «The Rolling Thunder Revue» είναι η ντελιριακή προσπάθεια ενός μεγάλου σκηνοθέτη σαν τον Μάρτιν Σκορσέζε να συλλάβει την πεμπτουσία μιας ιδέας τόσο δυναμικής και μαγικής που δεν κατάφερε ποτέ να πάρει συγκεκριμένη μορφή. Και με αυτούς τους όρους τα καταφέρνει περίφημα. Και για κερασάκι στην τούρτα, έχουμε και μια αινιγματική υποπλοκή για τη σχέση της 19χρονης τότε γκρούπι Σάρον Στόουν με τον Ντίλαν – με την ηθοποιό να αφήνει αιχμές ότι το «Just Like a Woman» γράφτηκε για την ίδια…

    Υπόδειγμα αναβάθμισης του επιπέδου της ιντερνετικής διασκέδασης, θα έλεγα, η τέτοιου είδους κινηματογραφική επικοινωνία που προσφέρει στην πνευματική και πολιτιστική μας ζωή. Αλλωστε, όπως είπε και ο Ηλίας Καζάν: «Κάθε τέχνη που έχει επιτυχία, έχει ένα μικρό θαύμα μέσα της».

    Ο κ. Αλέξης Σταμάτης είναι συγγραφέας.