• Αναζήτηση
  • Σωτήρης Βαλντέν: Ο καθηγητής που στήριξε τη Συμφωνία των Πρεσπών

    Είχε πει: Λυπάμαι για την απουσία σήμερα των κομμάτων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, για την άρνηση των περισσοτέρων να στηρίξουν μια συμφωνία που είμαι βέβαιος πως όλοι σχεδόν εκτιμούν την εθνική της σημασία»

    To όνομα του Σωτήρη Βαλντέν είχε ακουστεί το όνομά του και για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών στον πρόσφατο ανασχηματισμό. Ο Σωτήρης Βαλντέν γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σπούδασε οικονομικά στη Σουηδία και το Παρίσι και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει διατελέσει επισκέπτης καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και γενικός γραμματέας διεθνών οικονομικών σχέσεων στο υπουργείο εθνικής οικονομίας.

    Από το 1996 εργάζεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την περίοδο 2000-2003 είχε αποσπαστεί στο υπουργείο εξωτερικών ως σύμβουλος του υπουργού. Διδάσκει στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Μελετών του Ελεύθερου Πανεπιστήμιου των Βρυξελλών καθώς και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η ειδίκευσή του είναι τα Βαλκάνια και η διεύρυνση της ΕΕ. Έλαβε ενεργό μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι γνωστό στέλεχος της Αριστεράς και καταξιωμένος καθηγητής.

    Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων, τα περισσότερα γύρω από θέματα Βαλκανίων, διεύρυνσης της ΕΕ και ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του είναι: Ευρώπη, ελληνική κρίση και δημοκρατική αριστερά (Πόλις 2014) και Από τη Λαπωνία στην Ακρόπολη (Πόλις 2017).

    Για το Μακεδονικό

    Σε παρέμβασή του τον περασμένο Ιανουάριο υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών είχε πει:

    Είμαι σήμερα ιδιαίτερα ευτυχής που για πρώτη φορά εδώ και 25 χρόνια παρεμβαίνω σε εκδήλωση για το Μακεδονικό όχι για να ζητήσω, αλλά για να στηρίξωλύση. Είμαι ευτυχής που η λύση αυτή είναι προς το συμφέρον και των δύο χωρών, χωρίς νικητές και ηττημένους, και επιτεύχθηκε από δύο κυβερνήσεις που επέδειξαν και επιδεικνύουν σημαντικό πολιτικό θάρρος. Είμαι τέλος ευτυχής που συμμετέχω σε μια εκδήλωση με συνομιλητές που προέρχονται από διάφορους πολιτικούς χώρους, αλλά συγκλίνουν στη στήριξη της λύσης.

    Δυστυχώς, βέβαια, λυπάμαι για την απουσία σήμερα των κομμάτων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, για την άρνηση των περισσοτέρων να στηρίξουν μια συμφωνία που είμαι βέβαιος πως όλοι σχεδόν εκτιμούν την εθνική της σημασία. Λυπάμαι για το ότι η συναίνεση θυσιάζεται στο βωμό κομματικών σκοπιμοτήτων και εσωκομματικών ισορροπιών.

    Δεν μπορώ επίσης να πω πως χαίρομαι που εν έτει 2019 χρειάζεται να οργανώνουμε ακόμη εκδηλώσεις για να πούμε λίγο-πολύ όσα αυτονόητα λέγαμε και τη δεκαετία του 1990. Θα έλεγε κανείς πως ένα τμήμα της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου έχουν κολλήσει στο 1992, αν όχι και στις αρχές του περασμένου αιώνα.

    Δεν θα επεκταθώ στα όσα ειπώθηκαν ήδη. Πως δηλαδή η Συμφωνία των Πρεσπών είναι γεγονός ιστορικής σημασίας. Πως επιλύει ένα ζήτημα που δηλητηρίαζε ,σε μεγάλο βαθμό αναίτια, τις σχέσεις μας με έναν γείτονά μας προς ζημίαν και των δύο πλευρών. Πως η συμφωνία απελευθερώνει την εξωτερική μας πολιτική από μια ομηρεία που μας καθιστούσε μέρος του βαλκανικού προβλήματος και μας απέτρεπε από το να επικεντρωθούμε εκεί που είναι οι πραγματικές εξωτερικές προκλήσεις για τη χώρα μας. Πως η λύση που επιτεύχθηκε εξυπηρετεί πρώτα και κύρια τα συμφέροντα τα δικά μας, της γείτονος και της σταθερότητας στην περιοχή, πολύ περισσότερο από τους στόχους οιουδήποτε τρίτου.

    Ούτε θα επιχειρήσω μια αναλυτική αποτίμηση της συμφωνίας, καθώς είμαι πεισμένος πως οι πάντες γνωρίζουν πολύ καλά πως είναι με διαφορά η καλύτερη από όσες είχαμε ποτέ διαπραγματευθεί στο παρελθόν. Πως ικανοποιεί το σύνολο των λεγόμενων «εθνικών στόχων», χωρίς παράλληλα να ταπεινώνει την άλλη πλευρά, κάτι που ούτε θα θέλαμε ούτε θα μας συνέφερε. Πως οι ενστάσεις περί γλώσσας και εθνότητας είναι απολύτως αβάσιμες, καθώς ούτε μακεδονική γλώσσα ούτε μακεδονική εθνότητα έχουμε ή διεκδικούμε και άρα δεν δώσαμε κάτι που δεν έχουμε. Ενώ, βέβαια, το να αρνηθούμε στους γείτονες το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού στα ζητήματα αυτά θα ισοδυναμούσε με το να ζητάμε την αυτοκατάργησή τους, πράγμα που ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να επιβάλουμε.

    Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και οι πανεπιστημιακοί που τους συμπαρίστανται στο Μακεδονικό γνωρίζουν πολύ καλά πως άρνηση της γλώσσας και της εθνότητας των γειτόνων σημαίνει άρνηση κάθε συμφωνίας, σημαίνει ουσιαστικά διεκδίκηση από εμάς του μονοπωλίου του όρου Μακεδονία. Μια τέτοια θέση έχει νόημα μόνο ως τμήμα ρητής ή κρυφής ατζέντας για διάλυση του γειτονικού κράτους. Αλλά τον στόχο αυτό υποτίθεται πως τον έχουν απορρίψει οι πάντες πλην του Αντώνη Σαμαρά. Έπαψε αυτό να ισχύει;

    Οι Πρέσπες δεν είναι μόνο το τέλος μιας παράλογης διαμάχης. Η συμφωνία πρέπει, πιστεύω, να γίνει αρχή και καταλύτης εξελίξεων. Και δεν εννοώ εδώ των πολιτικών εξελίξεων που απασχολούν σήμερα το δημόσιο βίο, αλλά μιας πραγματικής επανάστασης στην εξωτερική μας πολιτική και στον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας ως έθνος και ως κράτος. Όπως ο γνωστός ποδηλάτης, αν το «πνεύμα των Πρεσπών» δεν προχωρήσει, κινδυνεύει να ακυρωθεί.

    Πρώτα απ’ όλα πρέπει να πιστέψουμε οι ίδιοι στα όσα ωραία λέμε για τον ηγετικό μας ρόλο στα Βαλκάνια. Να κατανοήσουμε πως το εθνικό μας συμφέρον και ο ρόλος του ηγέτη είναι να βοηθούμε τις χώρες αυτές στον ευρωπαϊκό τους δρόμο, να στηρίζουμε τις δημοκρατικές τους δυνάμεις ενάντια στον αυταρχισμό, τη διαφθορά και τον εθνικισμό, να σεβόμαστε τους πολίτες τους. Δεν είναι να αυτοαναγορευόμαστε σε κλειδοκράτορες της Ευρώπης, να αναζητούμε την παραμικρή αφορμή για να κραδαίνουμε βέτο και απειλές, να καταδικάζουμε -και ορθά- κάθε αλυτρωτισμό εκεί, αλλά να «κατανοούμε» και να ανεχόμαστε τον αλυτρωτισμό εδώ, όταν στρέφεται εναντίον τους.

    Δεύτερον, η μέθοδος της Πρέσπας επιβάλλεται, πιστεύω, να επεκταθεί και στα άλλα μέτωπα της εξωτερικής μας πολιτικής. Δεν πρέπει, βέβαια, να συγχέουμε ανόμοιες καταστάσεις. Οι εξ ανατολών προκλήσεις είναι υπαρκτές και σοβαρές, οι συσχετισμοί πολύ διαφορετικοί, ο ανατολικός μας γείτονας ιδιαίτερα δύσκολος και απρόβλεπτος. Εννοείται, λοιπόν, πως η ικανότητα αποτροπής έχει εδώ την πλήρη θέση της. Όμως, πέρα από τους εξ ανατολών γείτονες, τόσο εμείς όσο και οι Κύπριοι αδελφοί μας έχουμε πολλά να διδαχθούμε από τις Πρέσπες: τη μετριοπάθεια και τη σοβαρότητα, την αποφυγή ρητορικών παληκαρισμών που δεν ενισχύουν τη θέση μας, ούτε βοηθούν σε λύσεις, αλλά προδίδουν νευρικότητα και ανασφάλεια. Κυρίως δε την κατανόηση των θέσεων και της οπτικής και της άλλης πλευράς, την αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων.

    Η επιρροή στην κοινή γνώμη ακραίων θέσεων στο Μακεδονικό αντανακλά ένα πρόβλημα πολύ βαθύτερο από τα μικροκομματικά παιχνίδια που την εκμεταλλεύονται. Στη χώρα μας, οι πολίτες γαλουχούνται από νήπια με ένα φοβικό εθνικισμό που παρουσιάζεται ως πατριωτισμός. Αυτό έχει ασφαλώς την εξήγησή του στην ιστορία. Όμως, η επιβίωση και αναπαραγωγή ενός πρωτόγονου εθνικού αφηγήματος πολλές δεκαετίες μετά την άρση των αιτίων που το προκάλεσαν έχει καταστεί παράγων καθυστέρησης και εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της κοινωνίας μας. Εδώ χρειαζόμαστε νομίζω μια πολιτιστική επανάσταση που να ξεκινάει από την παιδεία και να στηρίζεται ολόπλευρα από τους θεσμούς της πολιτείας μας. Η εθνική μας ταυτότητα και η ιστορία της χώρας δεν χρειάζονται για υπεράσπιση τον εθνικισμό. Και ο σύγχρονος πατριωτισμός δεν μπορεί να είναι φοβικός. Είναι ανοικτός και στον Άλλο.

    Η Συμφωνία των Πρεσπών συμβολίζει κάτι πολύ ευρύτερο και από μια σύγχρονη βαλκανική και εξωτερική πολιτική.

    Η χώρα μας υπέφερε περισσότερο από κάθε άλλη από την οικονομική κρίση, ενώ αντιμετώπισε και μείζονα πρόκληση από το προσφυγικό. Και όμως, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες που -έχοντας υποστεί πολύ λιγότερα- στρέφονται προς την ξενοφοβία και τον ευρωσκεπτικισμό, με την Ακροδεξιά να γιγαντώνεται και το πολιτικό σύστημα να καθίσταται όμηρός της, στην Ελλάδα η κύρια κατεύθυνση υπήρξε αντίθετη, προς την Αριστερά και προς τη δημοκρατική μεταρρύθμιση, όχι τη διάλυση της Ευρώπης. Η κατεύθυνση αυτή αποτελεί κατάκτηση που πρέπει, πιστεύω, να διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού.

    Ωστόσο, και σε εμάς, με κάποια καθυστέρηση, έχουμε φαινόμενα ανάλογα αυτών της υπόλοιπης Ευρώπης, με αφορμή εδώ τα λεγόμενα εθνικά θέματα. Η ακροδεξιά ιδεολογία και πρακτική εκφράζονται κυρίως μέσα από τον εθνικισμό και βρίσκουν συχνά ανταπόκριση λόγω και της οργής του κόσμου για τα όσα πέρασε και περνά. Και εδώ η Κεντροδεξιά διολισθαίνει προς την Ακροδεξιά δήθεν για να αποτρέψει την ενδυνάμωσή της τελευταίας.

    Όμως, ολόκληρη η ευρωπαϊκή ιστορία, απώτερη και πρόσφατη, διδάσκει πως η υποχώρηση στην ακροδεξιά ιδεολογία, η υιοθέτηση της ατζέντας της, οδηγεί στο δυνάμωμα και όχι στην εξασθένησή των εχθρών της δημοκρατίας. Όσοι δε στην Ελλάδα εργαλειοποιούν σήμερα τον εθνικισμό, υπολογίζοντας πως αυτά θα ξεχαστούν όταν πετύχουν τον κομματικό τους στόχο, παίζουν εν ου παικτοίς, διότι αναπαράγουν την οπισθοδρόμηση, διαδίδουν ένα επικίνδυνο δηλητήριο, και νομιμοποιούν ακραίες πολιτικές και ιδεολογίες με τη σφραγίδα δημοκρατικών κομμάτων.

    Η στάση, λοιπόν, απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών σηματοδοτεί το πού και με ποιους θα συμπαραταχθεί η χώρα μας και οι δημοκρατικές πολιτικές της δυνάμεις στην μεγάλη σύγκρουση που διεξάγεται σήμερα διεθνώς και ιδιαίτερα στην Ευρώπη: με τις δυνάμεις της εθνικής αναδίπλωσης, των εθνικών και κοινωνικών εγωισμών και του μίσους, της διάλυσης της Ευρώπης, ή με όσες αποβλέπουν σε κοινωνίες ανοικτές και αλληλέγγυες στο πλαίσιο μιας προοδευτικής Ευρώπης.

    Στις κρίσιμες εθνικές και ευρωπαϊκές αναμετρήσεις που βρίσκονται μπροστά μας, έχει ζωτική σημασία η χώρα μας να παραμείνει στο ευρύτερο ευρωπαϊκό προοδευτικό στρατόπεδο. Για τη δημοκρατική της ανάπτυξη, για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή μας, για το μέλλον της Ευρώπης. Η λύση του Μακεδονικού είναι αναπόσπαστο τμήμα αυτού του αγώνα.

    Πολιτική
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Οι σαμπάνιες του τσάρου… Η τεράστια ψάθινη καπελίνα με την υπογραφή Eugenia Kim παρασύρθηκε από τους ισχυρούς ανέμους οι οποίοι έπνεαν στα τουρκικά... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk