• Αναζήτηση
  • Η «δικαιοσύνη» του δρόμου: ποιος δικάζει ποιον;

    Μου είπαν πως είχες πεθάνει Ποιον να πιστέψω

    Η «δικαιοσύνη» του δρόμου: ποιος δικάζει ποιον; | tovima.gr
    Μου είπαν πως είχες πεθάνει
    Ποιον να πιστέψω
    Χάθηκες ξαφνικά χωρίς να πεις ούτε λέξη
    Χωρίς ν’ αφήσεις ούτε ένα σημείωμα
    Νάσος Βαγενάς,
    Θάνατος στα Εξάρχεια
    Ηεγκληματικότητα του δρόμου, ιδίως των νέων, έχει απασχολήσει την Εγκληματολογία είτε σε σχέση με το περιθώριο είτε σε σχέση με τις συμμορίες.
    Κλοπές, χρήση ουσιών, πορνεία, βανδαλισμοί, ευκαιρίες δράσης ως criminal ή social capital, μαθητεία στην παρανομία και εντέλει «αποκλίνων τρόπος ζωής» διευρύνουν το πλαίσιο της ιδιόμορφης αυτής εγκληματικότητας.
    Η βία, η αταξία και η ανηθικότητα χωρίζουν συχνά την πόλη ή τη γειτονιά στα δύο. Στο ένα μέρος ισχύει ο νόμος, στο άλλο όχι. Στο ένα «αντεγκληματικός κώδικας αξιών», στο άλλο «εγκληματικός». Στο ένα η βία, στο άλλο η τάξη. Στο ένα «γκέτο», στο άλλο ανοικτή κοινωνία. Στο ένα ευμάρεια, στο άλλο φτώχεια. Στο ένα ανάπτυξη, στο άλλο υποβάθμιση.
    Τα παιδιά του δρόμου (πολλές φορές χωρίς σπίτι, μόνα τους, αμόρφωτα) μεγαλώνουν με το στίγμα «των επικίνδυνων στοιχείων» κι έτσι εύκολα μαθαίνουν να επιβιώνουν με το έγκλημα. Ακόμα όμως και τα παιδιά που ζουν μαζί με τους γονείς υφίστανται συχνά αρνητικές επιδράσεις, καθώς η ενδοοικογενειακή βία εξακολουθεί να δίνει «το κακό παράδειγμα».
    Η βία στο σπίτι δεν συγκροτεί βέβαια ένα (ενιαίο) «παράδειγμα». Είναι ένας όρος που αναφέρεται σε διαφορετικές εμπειρίες και επιδέχεται πολλές ερμηνείες (από διαταραγμένες προσωπικότητες μέχρις άρρωστες σχέσεις και ανύπαρκτες δομές). Βιολογία, ψυχολογία, ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, ρόλοι και πολιτιστικό/οικολογικό περιβάλλον επιχειρούν να δώσουν μια κοινά αποδεκτή απάντηση, αλλά μάλλον γενικεύουν, καθώς η ίδια η έννοια της οικογένειας διευρύνεται ή συρρικνώνεται κατά περίπτωση και εποχή.
    Η ψυχοδυναμική της ενδοοικογενειακής βίας διαμορφώνει όρους κυκλικής αιτιότητας, όπου το αίτιο γίνεται αποτέλεσμα και αντίστροφα. Γι’ αυτό ίσως πολλοί κακοποιημένοι σκοτώνουν αυτούς που τους είχαν κακοποιήσει.
    Ενα πάντως είναι το βέβαιο: η ατμόσφαιρα «πολέμου» μέσα στο σπίτι θα μεταφερθεί από τα παιδιά και στο σχολείο.
    Στο σχολείο όπου ανέκαθεν συναντιούνταν πολλών ειδών κρίσεις: εφηβείας, αμφισβήτησης από τους νέους, διάψευσης, κόπωσης από τους δασκάλους, απαξίωσης, υποβάθμισης ρόλου από τους γονείς, αμφίσημης αντιμετώπισης από την Πολιτεία.
    Η εμφάνιση της (λεγόμενης) ενδοσχολικής βίας και του bullying φαίνεται να έχει διαταράξει τις όποιες ισορροπίες είχαν κρατηθεί μέσα στην τάξη και, παρά την ασάφεια των όρων, να τείνουν στην απαράδεκτη διεύρυνση του ποινικού πεδίου εφαρμογής επί πασίγνωστων και στο παρελθόν μαθητικών συμπεριφορών μαγκιάς και επιβολής.
    Η σχολική βία είναι όρος ασαφής, άρα επικίνδυνος, αφού «χωράει» την επιθετικότητα, την εξωτερική εμφάνιση, τη ρύπανση του περιβάλλοντος, τα ψυχικά τραύματα, τον ρατσισμό, τη φθορά στους τοίχους μέχρι προφανώς και το σοβαρό ποινικό έγκλημα.
    Κατά τη γνώμη μου ο όρος, η έκταση και ο σχετικός πανικός των ΜΜΕ γύρω από το bullying συγκροτούν μια «κατασκευή» η οποία μπορεί να αποδοθεί σε διάφορα κίνητρα αλλά σίγουρα δεν αποτελεί το μεγαλύτερο και σοβαρότερο πρόβλημα του ελληνικού σχολείου (σε βαθμό που να εκδίδονται ειδικοί οδηγοί για τη στρατηγική αντιμετώπισης).
    Οπως και να προσεγγίσει κανείς το φαινόμενο, θα συναντήσει ως κοινό παρονομαστή την αναζήτηση ταυτότητας (σαν παιχνίδι, σαν πρόκληση, σαν αμφισβήτηση, σαν αντίσταση, σαν υπεροχή).
    Από την άλλη, η πρόληψη αργεί και η σιωπή των τρίτων όλο και διευρύνεται, καθώς ουδείς αισθάνεται την υποχρέωση να σεβαστεί ή να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των άλλων.
    Σε κάθε περίπτωση, οι «διαφορές» των μαθητών ευκολότερα λύνονται στον δρόμο παρά στις αίθουσες/αυλές του σχολείου.
    Οικογένεια, σχολείο και γειτονιά συνιστούν κοινωνικούς πυρήνες και πυλώνες. Συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο σπίτι και το σχολείο παραμένει ο δρόμος, όπου αναφαίνονται οι συναινέσεις ή οι εντάσεις, η απομόνωση και ο φόβος, η τάξη ή η αταξία, η ασφάλεια ή το έγκλημα.
    «Σπασμένες» σχέσεις και «σπασμένα παράθυρα» συναντιούνται στον δρόμο επηρεάζοντας νέους, οι οποίοι συνήθως χωρίς αίσθηση συμβατικού κώδικα δημόσιας ή «πολιτισμένης» συμπεριφοράς προκαλούν τρόμο στους «φιλήσυχους και νομοταγείς» πολίτες.
    Από την ανεκτικότητα στη μηδενική ανοχή: μιας κρίσης δρόμος. Χώροι-γκέτο (ζώνες μαύρων, κινέζικες συνοικίες) ουδεμία σχέση έχουν με έννοιες όπως γειτονιά, κοινότητα, συμβίωση εμπιστοσύνης, φυσική ζωή, νομιμότητα, τάξη. Ειδικές ομάδες, χωριστές οντότητες κινούνται με τον δικό τους «κώδικα ζωής» και ηθικής, απομονωμένοι από την υπόλοιπη κοινωνία.
    Οι υποπολιτισμοί της μαγκιάς, της έντασης, της αυτονομίας (συνήθως χωρίς αίσθηση ενοχής) διαμορφώνουν τον κώδικα του δρόμου (για την επιβίωση ή τον έλεγχο).
    Ζώντας ανάμεσα σε δύο κόσμους, μετέωροι ή στο μεταίχμιο, με αίσθηση οριστικά χαμένου, με αδυναμία ή απροθυμία ενσωμάτωσης /αφομοίωσης και δίχως άλλες επιλογές πολλοί νέοι υιοθετούν διαφορετικές αξίες και παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, αναπαράγοντας ρόλους, στόχους και πρακτικές υποκουλτούρας και ανομίας. Πληθυσμοί που συγκεντρώνονται σε έναν υποβαθμισμένο χώρο (συχνά μέσω «εισβολής»), διαχωρίζονται από την υπόλοιπη κοινωνία και τις λειτουργίες της κι έτσι (αυτο)περιθωριοποιούνται.
    Παρεκκλίνοντες υποπολιτισμοί συγκροτούν ad hoc συλλογικότητες που αντιμάχονται την κοινωνική ευταξία προκαλώντας κλίμα γενικευμένου φόβου θυματοποίησης και άμεσων κινδύνων προσβολής των έννομων αγαθών των υπόλοιπων κατοίκων. Προκλήσεις κι ευκαιρίες, έλλειψη κοινωνικού ελέγχου, γειτονιές και συνοικίες που ακολουθούν διαφορετικούς κανόνες συμβίωσης, hot spaces και no go places, πολιτισμικές ετερογένειες, δημογραφικές πιέσεις δημιουργούν όρους προεγκληματικών καταστάσεων και κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Η αναζήτηση περιπέτειας και εξουσίας γεννάει τις «υπόγειες (subterranean) αξίες», ως αντιαξίες διαφορετικές/αντίθετες από τις ισχύουσες «καθεστωτικές», οι οποίες άλλοτε παίρνουν περιστασιακή μορφή (corner boy) κι άλλοτε παραβατική (delinquent boy).
    Φτωχά στρώματα, μειονοτικοί, πρόσφυγες, μετανάστες δημιουργούν στα περίχωρα των μεγαλουπόλεων ομάδες / συναναστροφές / οργανώσεις εγκληματικής δραστηριότητας. Ζουν στους δρόμους και δρουν μέσα στους δρόμους αμαυρώνοντας ολόκληρες περιοχές σαν «εγκληματικές». Η εσωτερική δομή των συμμοριών του δρόμου (αρχηγός, ντύσιμο, αργκό κ.λπ.) καλύπτεται από την ομερτά, τον νόμο της σιωπής, της «αδελφότητας», αλλά στόχος τους είναι, πέραν των παράνομων κερδών, η πολιτιστική μεταβίβαση των «εγκληματικών προτύπων» στις επόμενες γενιές.
     Από την άλλη, η βίαιη «δικαιοσύνη του δρόμου» (street justice) από τους αστυνομικούς δεν είναι αποδεκτός τρόπος διαχείρισης αυτής της εγκληματικότητας [δεδομένων και των βαθύτερων αιτίων του φαινομένου, όπως αναλύθηκε παραπάνω]. Ως γνωστόν άλλωστε η παρανομία του εγκληματία δεν νομιμοποιεί την παρανομία του αστυνομικού. Γι’ αυτό η ήπια κοινοτική αστυνόμευση αποτελεί την καλύτερη λύση.
    Ο
    ι σκοτεινοί δρόμοι της βίας (οικογένεια+σχολείο) και οι άτυποι νόμοι του δρόμου (γειτονιά, συνοικία) τελικά διαμορφώνουν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και επιβίωσης.
    Αρρωστος Οίκος. Αρρωστη Εκπαίδευση. Αρρωστη Πόλη.
    Κόκκινη γραμμή επιλογών (;), ατυχιών (;), δυστυχιών (;), πεπρωμένου (;). Πολλές φορές άγνωστη ή αντιφατική η προσέγγισή μας. Σίγουρα όμως, ως συγκοινωνούντα δοχεία, οι τρεις αυτοί παράγοντες [αντί;] – κοινωνικοποίησης επηρεάζουν σημαντικά (αν δεν «καθοδηγούν») τη συμπεριφορά, στάση και φιλοσοφία ζωής του νέου ανθρώπου.
    Η «γλώσσα της βίας» κυριαρχεί και μιλιέται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην οικογένεια, στο σχολείο, στον δρόμο, στη γειτονιά, στην πόλη.
    Ενδοοικογενειακές κακοποιήσεις, σχολεία-φρούρια, ενδιάμεσες συνοικίες της διαιρεμένης πόλης δίνουν την αίσθηση ενός ακήρυκτου πολέμου, τον οποίο αδυνατούν να ερμηνεύσουν οι (συχνά αμφιλεγόμενες και αλληλοαναιρούμενες) θεωρίες των «πολιτικοποιημένων» διανοητών.
    Κουλτούρα των διακρίσεων και αποκλεισμών ή κουλτούρα των κινδύνων και του φόβου; Πόλεμος erga omnes; Το σύνδρομο του βίαιου κόσμου;
    Ο,τι και να συμβαίνει κι όπως κι αν το ερμηνεύουμε, όσο ταχύτερα σπάσουμε την κόκκινη κλωστή και αποβάλουμε τη βία από τους θεσμούς και την κοινωνική μας λειτουργία τόσο το καλύτερο για τη Δημοκρατία μας.

    Ο κ. Γιάννης Πανούσης είναι πρώην υπουργός, ομότιμος καθηγητής Εγκληματολογίας.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk