• Αναζήτηση
  • Ο Λαφαζάνης στο Κρεμλίνο, ο Τσίπρας στον Λευκό Οίκο

    Ακόμη και όταν προκαλεί θυμηδία, η ειλικρίνεια των αισθημάτων είναι από μόνη της σεβαστή.

    Ο Λαφαζάνης στο Κρεμλίνο, ο Τσίπρας στον Λευκό Οίκο | tovima.gr
    Ακόμη και όταν προκαλεί θυμηδία, η ειλικρίνεια των αισθημάτων είναι από μόνη της σεβαστή. Οταν το συριζαϊκό κυβερνητικό άγημα βρέθηκε στη Μόσχα πριν από δυόμισι χρόνια, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, περίπου σε στάση κατανυκτικής γονυκλισίας, σου έδινε την εντύπωση ότι έχοντας βαθιά εισπνεύσει Κρεμλίνο ήταν έτοιμος να ανακράξει «νυν απολύοις τον δούλον σου, δέσποτα!». Ηταν η ειλικρίνεια του ισόβιου Κνίτη που μετά από χρόνια προσκυνηματικής πορείας ένιωθε ότι έπινε αγίασμα από τη βρυσομάνα της κομμουνιστικής Πατρολογίας. Ηταν οι μέρες της αφελούς, αλλά πάντα σεβαστής, ειλικρίνειας που είδαν τον πρώτο συριζαίο υπουργό Παιδείας να καταυγάζει τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό με νεοκομμουνιστικά βομβίδια κρότου λάμψης από τα ακαδημαϊκά εργαστήρια της παρισινής αριστερής όχθης. Και ήταν οι μέρες όπου κάποιοι πίστεψαν ότι η Ιστορία μπορεί να αναστηθεί σαν πρώτα αντρειωμένη μετά από παραμονή εξήντα τόσων χρόνων στον κρυογονικό θάλαμο. Ηταν, ωστόσο, μέρες μιας κάποιας, αφελούς αλλά σεβαστής, ειλικρίνειας.
    Αλλά αν «ο Λαφαζάνης στο Κρεμλίνο» είναι οπερέτα αυθεντικής νοσταλγίας, τι να είναι τάχα «ο Τσίπρας στον Λευκό Οίκο»; Θα μπορούσε, ασφαλώς, να είναι μια ρεαλιστικά αναγκαία συνάντηση ανάμεσα σε δυο ηγέτες που κάνουν μια φευγαλέα χειραψία για τον δημοσιογραφικό φακό αφού πρώτα έχουν συμφωνήσει απόλυτα ότι διαφωνούν σε όλα και πριν ξαναβγάλουν τα μαχαίρια απ’ το θηκάρι. Αλλά δεν πρόκειται καθόλου γι’ αυτό. Και αν η Ιστορία πίστεψε ότι ειρωνευόταν τον πρώην Κνίτη που ένιωθε ικανοποιημένος και ευδιάθετος στο Οβάλ Γραφείο, ο έλληνας πρωθυπουργός την αντειρωνεύθηκε πανηγυρικά όταν άφησε να εννοηθεί ότι μοιραζόταν ανέκαθεν κοινές αξίες με τον Ντόναλντ Τραμπ. Στον Κήπο των Ρόδων η Ιστορία μπορεί να γίνει παλίμψηστο και ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ό,τι μπορούσε και δεν μπορούσε για να μη διαβάζεται κάτω από το «επενδύσεις» το «φονιάδες των λαών» της νιότης του και της πρώτης γραφής του. Και το έκανε με πραγματισμό, αφήνοντας άλλους να τον χρεώνουν, ή στην περίπτωση αυτή να τον πιστώνουν, με μία ακόμη kolotumba, άλλους να πιάνουν εκείνο το ανιαρό και τελετουργικό μοιρολόι για τη χαμένη «αριστερή ψυχή» του ΣΥΡΙΖΑ και άλλους να παρακολουθούν με κάπως αισιόδοξο ενδιαφέρον τη μετεμψύχωση, αδιάφοροι, τουλάχιστον για την ώρα, για το αν είναι ειλικρινής ή όχι – ίνα πληρωθή το ρηθέν διά του Γιάννη Δραγασάκη προφητεύοντος εκείνη τη «βίαιη ωρίμανση».
    Αλλά αν ο προφήτης εννοούσε μια αυστηρά εσωτερική διαδικασία ωρίμανσης μιας Αριστεράς που, χωρίς να απεμπολήσει καμιά από τις εδραίες πεποιθήσεις της, θα μάθαινε απλώς τις απαραίτητες τεχνικές λεπτομέρειες προκειμένου να κουμαντάρει το κυβερνητικό σκάφος – αν αυτό εννοούσε και προσδοκούσε, έκανε λάθος. Αυτό που πραγματικά συνέβη (και δεν λέμε τίποτε πρωτότυπο ή καινοφανές) είναι ότι η καλά κλεισμένη στον αεροστεγή επαρχιωτισμό της Αριστερά του Αλέξη Τσίπρα τελικά οξειδώθηκε, όπως θα έλεγε και ο ποιητής, μες στη νοτιά της πραγματικότητας. Αργησε επειδή, περιβεβλημένη τον φωτοστέφανο του μαρτυρίου μετά τον Εμφύλιο και αναβαπτισμένη αργότερα μέσα από τη μικρόνοια της απριλιανής δικτατορίας, διεκδίκησε για πολλά χρόνια, χωρίς πραγματικό αντίλογο, ένα ηθικό πλεονέκτημα που της έδινε το δικαίωμα να φωνασκεί πιο αποτελεσματικά και να ακούει μόνο τον αντίλαλο της φωνής της· άργησε όμως και επειδή δυσκολεύεται να κατανοήσει ότι αυτά που την ξεχωρίζουν, και καλώς την ξεχωρίζουν, από τις άκαμπτες εμμονές της συντήρησης δεν είναι ακριβώς ζήτημα ιδεολογικής επιλογής. Ο διαχωρισμός, για παράδειγμα, της Εκκλησίας από την πολιτεία και το περιώνυμο ζήτημα της ταυτότητας φύλου, που έριξε πρόσφατα σε αμήχανη περιδίνηση ακόμη και εκπροσώπους της «προοδευτικής» εμπροσθοφυλακής, δεν χρειάστηκαν αλλού την κυβερνητική εξουσία της Αριστεράς προκειμένου να ρυθμιστούν.
     
    Η ωρίμανση της διαθεσιμότητας απέναντι σε τέτοια ερωτήματα είναι πολύ περισσότερο συνάρτηση ευρύτερων πολιτισμικών και κοινωνικών διεργασιών και προϋποθέτει ένα είδος στοχαστικής «ανεξιθρησκίας» και ανεκτικότητας που μπορεί να ευδοκιμήσει χωρίς συγκεκριμένο ιδεολογικό λίπασμα. Και είναι για αυτόν τον λόγο που ένας συντηρητικός Βρετανός μπορεί να είναι πολύ πιο προοδευτικός από έναν αριστερό Λατινοαμερικανό. Συγχέοντας τη νομοτέλεια της πολιτισμικής ωρίμανσης με την ιδεολογική ρύθμιση, η «επαρχιωτική» Αριστερά, αδύναμη να αντιπροτείνει πραγματικά βιώσιμη λύση για τις ατασθαλίες της οικονομίας της αγοράς, όταν δεν καταφεύγει σε θεωρητικολογικά νεφελώματα ή σε άκαιρες νοσταλγίες, εγκλωβίζεται στη δική της «ψευδή συνείδηση». Το αν ο «οξειδωμένος» Τσίπρας το έχει ειλικρινά κατανοήσει αυτό, θα φανεί όταν και ως αντιπολίτευση προτιμήσει τη στροφή των 180 από εκείνη των 360 μοιρών.
    Στο μεταξύ, και αφού δεν τον σκότωσε η συγκίνηση στο Κρεμλίνο, στον Παναγιώτη Λαφαζάνη πρέπει να ευχηθεί κανείς να τον έχει κάνει πιο δυνατό το θρίλερ «Ο Τσίπρας στον Λευκό Οίκο». Γιατί, όπως είπαμε, η ειλικρίνεια, ακόμη και όταν είναι γενικώς εκπρόθεσμη, σε κάνει πάντα με κάποιον τρόπο συμπαθή.
    O κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες