• Αναζήτηση
  • Καζίνο: μύθοι και πραγματικότητες

    Από τον «Παίκτη» του Ντοστογέφσκι το 1866 και τα καζίνα των γερμανικών λουτροπόλεων στο Βισμπάντεν έως σήμερα, στην εποχή του Λας Βέγκας, με το «Καζίνο» του Σκορσέζε και τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, το «Ocean Eleven», αλλά και των ανά τον κόσμο καζίνων, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει.

    Καζίνο: μύθοι και πραγματικότητες | tovima.gr
    Από τον «Παίκτη» του Ντοστογέφσκι το 1866 και τα καζίνα των γερμανικών λουτροπόλεων στο Βισμπάντεν έως σήμερα, στην εποχή του Λας Βέγκας, με το «Καζίνο» του Σκορσέζε και τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, το «Ocean Eleven», αλλά και των ανά τον κόσμο καζίνων, πολλά πράγματα έχουν αλλάξει.
    Ο τυπικός και πολεοδομικός ορισμός του καζίνου παραμένει αυτός των αρχών του 20ού αιώνα. «Το καζίνο είναι ένας χώρος συνάθροισης κοινού που περιλαμβάνει αίθουσες συγκέντρωσης, θεαμάτων, χορού, αναψυχής και εστίασης όπου επιτρέπεται η διεξαγωγή τυχερών παιγνίων» (Λεξικό Larousse, Webster).
    Στους δύο αιώνες λειτουργίας των καζίνων η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η διαφήμιση αλλά και ο Τύπος βρίθουν ιστοριών και μύθων γύρω από την εικόνα αυτών.
    Από τον παράδεισο όπου πραγματοποιεί όλα τα όνειρα, στην κόλαση των προσωπικών και κοινωνικών δραμάτων.
    Ποια είναι λοιπόν σήμερα η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα γύρω από τα καζίνα;
    Το περιβάλλον: Η παγκοσμιοποίηση, η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και το Διαδίκτυο έχουν δημιουργήσει ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον με ελεύθερη πρόσβαση σε όλους. Συνεπώς, οι αποτρεπτικές πολιτικές απλώς μειώνουν την ανταγωνιστικότητα των καζίνων υπέρ άλλων δραστηριοτήτων του τζόγου.
    Τα καζίνα σήμερα ανήκουν σε μεγάλες επιχειρήσεις της βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου, του τουρισμού και της αναψυχής. Λειτουργούν με τις αρχές της εταιρικής διακυβέρνησης, διαφάνειας στα οικονομικά τους και αυστηρούς ελέγχους, δεδομένου ότι το κράτος εισπράττει τη μερίδα του λέοντος από τον τζίρο. Τα στερεότυπα περί μαφίας, πορνείας και ναρκωτικών ανήκουν στην κατηγορία της αστυνομικής λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Τα καζίνα είναι καθαρές επιχειρήσεις που η παράνομη δραστηριότητα τις βλάπτει.
    Τα καζίνα της αριστοκρατίας των επωνύμων με τις λιμουζίνες και της υψηλής ραπτικής ανήκουν στο μακρινό παρελθόν. Ακόμη και το καζίνο-σύμβολο της υψηλής κοινωνίας, αυτό του Μονακό, είναι πλέον προσβάσιμο σε όλους.
    Αποτελούν πλέον μεικτές τουριστικές και εμπορικές υποδομές όπου τα τυχερά παίγνια δεν είναι η κύρια δραστηριότητα. Στη Μέκκα των Καζίνων (Λας Βέγκας) με τα 45 εκατομμύρια επισκέπτες, ο «τζόγος» αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 30% της κατανάλωσης. Τα υπόλοιπα αφορούν events, διασκέδαση και αναψυχή.
    Κατ’ αναλογία το προσωπικό που ασχολείται με τα «τυχερά παίγνια» δεν υπερβαίνει το 30%, ενώ ο εκτός παιγνίων τομέας (διοίκηση, αναψυχή, ασφάλεια, υπηρεσίες, εμπόριο) αντιπροσωπεύει το 70% των εργαζομένων.
    Τέλος, το κράτος που απορροφά πάνω από το 70% των εσόδων των καζίνων, με τη μορφή του ειδικού φόρου παιγνίων, φόρου εισοδήματος, ασφαλιστικών εισφορών και άλλων τελών, ως «βασικός μέτοχος» έχει κάθε συμφέρον αλλά και υποχρέωση να προστατεύει τα δημόσια έσοδα και τις θέσεις εργασίας.
    Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με μια ανταγωνιστική φορολογική πολιτική που επιτρέπει στα καζίνα να επιβιώνουν απέναντι σε ανταγωνίστριες χώρες και σε ανταγωνιστικά είδη παιγνίων.
    Το ζητούμενο πλέον είναι μια νέα πολιτική για τα καζίνα.
    Π.χ., το εισιτήριο εισόδου, απολίθωμα αποτροπής της εποχής όπου το καζίνο ήταν η μόνη πηγή τζόγου για λίγους, σήμερα λειτουργεί εναντίον των συμφερόντων του Δημοσίου. Το εισιτήριο στέλνει τον κόσμο στον παράνομο τζόγο, σε παραμεθόρια καζίνα και λέσχες, μειώνοντας την επισκεψιμότητα και τα έσοδα του Δημοσίου.
    Η χωροθέτηση: Τα καζίνα ως συγκροτήματα τουρισμού, αναψυχής, θεαμάτων και διασκέδασης πρέπει να βρίσκονται σε περιοχές υψηλής εμπορικής δραστηριότητας (μακριά από τις γειτονιές) προκειμένου να προσελκύσουν όλες τις δραστηριότητες της βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου όπου ο τζόγος δεν θα αποτελεί την κύρια πηγή εσόδου. Η τουριστική επιτυχία του Λας Βέγκας ως προς το επιχειρηματικό μοντέλο δείχνει τον δρόμο.
    Η φορολογία: Η φορολογική πολιτική των καζίνων πρέπει να υπακούει στην πολιτική της εξασφάλισης των βέλτιστων δημοσίων εσόδων υπό την προϋπόθεση ότι η επένδυση στην Ελλάδα είναι ανταγωνιστική και ελκυστική για τον επενδυτή και η επιχείρηση παραμένει βιώσιμη.
    Η υπερφορολόγηση αποτρέπει τους νέους επενδυτές αλλά και καθιστά ευάλωτες τις επιχειρήσεις που ήδη λειτουργούν. Στην Ελλάδα σήμερα τα έσοδα του Δημοσίου από τα παίγνια καζίνου έχουν καταρρεύσει λόγω της μείωσης του τζίρου (από €250 εκατ. το 2009 σε λιγότερο από €100 εκατ. σήμερα). Από τα εννέα καζίνα εν λειτουργία, τα έξι είναι σε συνθήκες πτώχευσης και τα υπόλοιπα λειτουργούν οριακά υφιστάμενα τον κανιβαλισμό επιχειρήσεων (όπως αυτές των Σκοπίων), του Διαδικτύου αλλά και ανταγωνιστών με χαμηλότερη ένταση εργασίας και λιγότερους εργαζομένους ανά παικτικό κεφάλαιο. Στη Γαλλία, που δεν φημίζεται για φορολογικός παράδεισος, η φορολογία είναι υψηλή αλλά το 25% του τζίρου εξαιρείται. Ο λόγος απλός. Το ποσό αυτό διατηρεί βιώσιμη την επιχείρηση ώστε να καλύπτει μισθούς και έξοδα.
    Ενα είναι βέβαιο. Οτι με τους σημερινούς συντελεστές φορολόγησης των παιγνίων δεν θα έλθουν νέοι επενδυτές, δεν θα επενδύσουν οι υπάρχοντες. Θα πτωχεύσουν ή θα φυτοζωούν οι υπάρχουσες επιχειρήσεις, το κράτος θα χάσει τα χρήματα που εισπράττει, ενώ 5.000 θέσεις άμεσης εργασίας και άλλες τόσες έμμεσης θα ενταχθούν στις λίστες ανεργίας.
    Αυτή είναι η πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα για τα καζίνα, μακριά από μεταμφιέσεις και αναθέματα.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες