• Αναζήτηση

Η Κάδμω και η Μέλπω

Την είδα στην είσοδο του Κέδρου, στο πλάι της Νανάς: ο Μπέκετ, είπα μέσα μου, κι έμεινα άφωνος.

Η Κάδμω και η Μέλπω | tovima.gr
Την είδα στην είσοδο του Κέδρου, στο πλάι της Νανάς: ο Μπέκετ, είπα μέσα μου, κι έμεινα άφωνος. Ηταν ανάμεσα στο 1972 και στο 1973, χρονιά που η Μέλπω Αξιώτη έσβηνε συμπληρώνοντας 70 χρόνια ζωής. Δύσκολα χρόνια, έγκλειστα, οριακά, ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη. Σ’ αυτό το διάκενο έπεσε η πρώτη ανάγνωση της Κάδμως, χωνεύτηκε κι αποξεχάστηκε. Από τότε πέρασαν 43 χρόνια και η Κάδμω ξαναγύρισε τη φορά αυτή για να μείνει περιμένοντας στην έξοδο.
Την έφερε ξανά στο φως η Μαρία Κακαβούλια (εκδόσεις Κέδρος) περιβάλλοντας το κείμενο μ’ όλα τα συμφραζόμενά του, άρτια συμμαζεμένα. Από εκεί θα αρχίσω, έχοντας στον νου μου ότι πρωτεύει το κείμενο. Προηγείται ο κατάλογος με τα έργα της Μέλπως Αξιώτη, που, αν μετρώ καλά, φτάνουν τα 16, εξαιρώντας τις μεταφράσεις. Αρχίζοντας το 1938 με το μυθιστόρημα Δύσκολες νύχτες και κλείνοντας με μυθιστόρημα πάλι, γαλλόφωνο τη φορά αυτή, που το μετέφρασε το 2014 η Τιτίκα Δημητρούλια στις εκδόσεις Αγρα – τίτλος του: Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη. Μεσολαβεί η ποίηση με τρεις επί μέρους συλλογές και μία συλλογική, ξεκινώντας το 1939 και καταλήγοντας στο 2014. Μεσολαβούν: η νουβέλα «Θέλετε να χορέψουμε, Μαρία;» το 1940, δύο «Χρονικά» το 1945, ένα δοκίμιο το 1955 και η διήγηση «Το σπίτι μου» το 1965.
Ο Πρόλογος, στο έπακρο φειδωλός, καταλογίζει τα φιλολογικά συμπληρώματα (εκδοτικό σημείωμα, πραγματολογικά σχόλια, ανθολόγιο κριτικής και γλωσσάρι) και αφήνει τον χώρο ελεύθερο για το κείμενο Η Κάδμω, 80 σελίδες όλο κι όλο. Μοιρασμένες σε 13, άνισης έκτασης, κεφάλαια: Τα πράγματα, Επιστράτευση, Συνάντηση, Διάφορα, Παραδείγματα, Μνήμη, Εικόνες, Πολιτείες, Στροφή, Επιστροφή, Περιγραφή, Στις ξενιτιές, Ο γυρισμός. Εδώ ας σταθώ.
Οποιος βιάζεται μπορεί να γυρίσει το βιβλίο στο οπισθόφυλλο, από όπου αποσπώ τη δεύτερη παράγραφο, με κάποια επιφύλαξη: «Το εμβληματικό αυτό έργο είναι ένας πικρός απολογισμός ζωής της συγγραφέως: τα παιδικά χρόνια στη Μύκονο, τα προπολεμικά χρόνια στην Αθήνα, την εποχή που πρωτογράφει λογοτεχνία, η Κατοχή, τα δύσκολα χρόνια της εξορίας, η χαρά της επιστροφής και η επακόλουθη απογοήτευση, η μοναξιά, η ιλιγγιώδης αίσθηση του τέλους».
Επιστρέφω τώρα στο κείμενο, που δύσκολα ορίζεται, αφήνοντας εν τέλει την αίσθηση πως είναι αυτόνομο, όπως κατά κανόνα τα κείμενα του Μπέκετ. Που πάει να πει: λόγος για μοντερνισμό και υπερρεαλισμό δεν έχει θέση εδώ. Η γλώσσα έχει εξαρχής χαρακτήρα βιωματικό, εν τέλει βιολογικό. Στο μεταξύ, εξελίσσεται και όταν φτάνει με την Κάδμω στην έξοδό της, σβήνει τα γράμματά της κρατώντας μόνο τη φωνή τους.
Επονται πέντε παραδείγματα, ελπίζοντας πως θα φανεί αυτό που προσπαθώ να πω. Το πρώτο είναι από «Τα πράγματα»: «Πόσες αλήθεια λέξεις σου πήγαν χαμένες. Περιττές. Αμεταχείριστες. Πού να τις πεις; ποιος να τις θέλει; ποιος να τις ξέρει;». Το δεύτερο παράδειγμα ανήκει στα «Διάφορα»: «Ο άνθρωπος έρχεται ώρα που γίνεται αντικείμενο. Μαδά το κεφάλι του, όπως στις κούκλες, φεύγουν τα δόντια του, τα χέρια του αχρηστεύονται, ο χώρος του αδειάζει». Το τρίτο παράδειγμα είναι από τις «Εικόνες»: «Και πότε σου φαίνονται τα πράγματα, τα γεγονότα κοντινά, ή πολύ μακρινά, και τότε χάνεις την αίσθηση του χρόνου, την αίσθηση του χώρου. Ησουν ένα φυτό, πετούσες φύλλα κάθε τόσο, ώσπου να ξαναβγούν. Ησουν κι ένα ηφαίστειο, όπου έμπαινε ο ελάχιστος, ο απαραίτητος αέρας, για να μπορείς να ζεις».
Το τέταρτο είναι από τις «Πολιτείες»: «Τώρα κλείσε τα μάτια σου και κοίταζε σκοτάδι. Πάνω στο μαξιλάρι η ράχη σου, και οι βολβοί των ματιών σου να περιστρέφονται αταμάτητα. Αλλά τι να δεις τώρα μέσα στο χάος της μοναξιάς». Το πέμπτο και τελευταίο παράθεμα έρχεται από τη «Στροφή»: «Γυμνή κάθε φορά από λέξεις, έρχονται εκεί που νομίζεις πως στείρεψαν, αλλά φυτρώνουν πάλι, πέφτουν σαν κόσκινο, σαν λέπια που ξεκόλλησαν: μια πιο βαριά εκεί, ή πιο στενή, αλλά πρέπει και να χωρά, ή να σωπαίνει την κατάλληλη ώρα. Επειτα βάζεις άλλες, καινούργιες, κατά τις εποχές, σα να τις ανακάλυψες εσύ πρώτη φορά».
Δεν θα επιμείνω στην υποστήριξη της θαρραλέας ζωής και του πρωτοποριακού έργου, που συνεχώς εξελίσσεται, της Μέλπως Αξιώτη. Το χρέος αυτό το εξαντλεί η Μαρία Κακαβούλια στα επλεγόμενά της, που μοιράζονται σε πέντε τεκμηριωμένα κεφάλαια: «Μύκονος – Αθήνα, τα δύσκολα χρόνια της ενηλικίωσης», «Από την αντιστασιακή δράση στον θρίαμβο του Παρισιού (1940-1950)», «Συγγραφέας εξόριστη στις λαϊκές δημοκρατίες της Ευρώπης (1950-1957), «Βερολίνο (1957-1964), προετοιμάζοντας την επιστροφή», «Τα τελευταία γόνιμα -βασανισμένα χρόνια (1965-1973)».
Προτού καταλήξει στον επίλογο, από όπου η επόμενη φράση: «Η Μέλπω Αξιώτη έζησε μια δύσκολη ζωή, σε αντίξοες συνθήκες, μακριά απο την Ελλάδα για 18 ολόκληρα χρόνια, με μια «πίστη ανοικονόμητη» σε όσα αγαπούσε, όπως λέει στην Κάδμω. Θεμελιακό της μέλημα: να μην είναι η λογοτεχνία ένα «σκυλάκι πολυτελείας» αλλά ένας καταλύτης».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γνώμες
Σίβυλλα
Helios Kiosk