Τέλη Ιουλίου κι από το μεσημέρι ο κόσμος έγινε ένα καμίνι. Παντού μια παράξενη βουβαμάρα, φύλλο δεν κουνιέται. Ακόμα και τα τζιτζίκια ξαφνικά μουγκάθηκαν. «Οι παλιοί έλεγαν» μουρμουρίζει η Δέσποινα από τον νεροχύτη, καθώς αποτελειώνει τα πιάτα, «πως έτσι είναι ο καιρός πριν κάνει σεισμό». «Κουταμάρες» τη διακόπτει νευριασμένος ο μπαμπάς μου, που περιφέρεται μέσα στην κουζίνα με το στραβοκουμπωμένο σορτς. «Εχουμε απλώς άλλον έναν καύσωνα. Το φαντάζεστε, βρε παιδιά; Είναι ο τρίτος καύσωνας μέσα στον ίδιο μήνα». «Μας λώλαναν, κύριε, αυτές οι ζέστες» συμφωνεί η Δέσποινα, και προσθέτει για να τον παρηγορήσει: «Σας το υπογράφω, κύριε, και να μου το θυμηθείτε, ότι τον Αύγουστο θα πιάσουν τα μελτέμια που θα μας δροσίσουν για τα καλά». Εν τω μεταξύ ο μπαμπάς έχει βγει στο βορινό σκιερό μπαλκόνι κι ενώ σουλατσάρει πέρα δώθε με αργά βαριά βήματα νομίζω πως τον ακούω κάτι να μονολογεί, κάτι για τον ύπνο του και για τη ζέστη και πως θα μείνει πάλι άγρυπνος όλη νύχτα. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έχει καταντήσει βαρετό κάθε μέρα το ίδιο τροπάρι, αν κοιμήθηκε ή δεν κοιμήθηκε καλά ο μπαμπάς. Ούτε τα βουλοκέρια που βάζει στ’ αφτιά του τον βοηθάνε πια. Εγώ όμως ανησυχώ για κάτι άλλο: μου είπε η μαμά μου πως ο μπαμπάς τα τελευταία χρόνια έχασε 30 κιλά. Πριν από τον πόλεμο ήτανε, λέει, πολύ γεμάτος, για να μην πούμε χοντρός, γιατί πάντα του άρεσε και το πολύ και το καλό φαγητό. Καλοφαγάς, καλοπιοτής. Τώρα με τη σούπα του μπακάλη ήρθε κι έρεψε. Βάλε και τις αϋπνίες από πάνω, βάλε και το γράψιμο, γιατί και το γράψιμο δεν θα έχει κούραση; Ολο γράφει, γράφει. Τι γράφει όμως, ποιος τον ξέρει. Κάτι, λέει, για την Ελληνική Επανάσταση.
Κι ενώ δεν σταματώ να σκέφτομαι την αδυναμία του μπαμπά μου και τη σούπα του μπακάλη, το μυαλό μου ξαφνικά κάνει απότομη στροφή κι αρχίζει να τρέχει αλλού: γιατί εμείς, δηλαδή η Δέσποινα κι εγώ με τη φίλη μου την Τζίνα, την εγγονή των Βουτσινάδων που είναι Κεφαλλονίτες και μένουν στο ισόγειο, και την υπηρέτριά τους τη Γέτα, έχουμε κανονίσει να ανεβούμε και να κοιμηθούμε πάλι στην ταράτσα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι ωραία που τα περνάμε εκεί. Στην αρχή ξαπλώνουμε και για λίγη ώρα, χωρίς να λέμε λέξη, θαυμάζουμε τον ουρανό με τ’ άστρα. Του μπαμπά μου, με τις γνωστές αϋπνίες του, ούτε που θα του πέρασε ποτέ από το μυαλό να σκαρφαλώνει νυχτιάτικα στις ταράτσες αγκαλιά με τα στρωσίδια του. Για να γλιτώσει πάντως τη μεγάλη ζέστη, έχει τελευταία μετακομίσει στο βορινό δωμάτιο, το ονομαζόμενο και Αποθήκη, γιατί εκεί, εκτός από ένα κρεβάτι και μια κασόνα με τα παλιά παιχνίδια μου, βρίσκονται στοιβαγμένοι και τρεις-τέσσερις ντενεκέδες με βούτυρα και τυριά που μας τους έστειλαν κάποιοι συγγενείς του από τη Λάρισα.
Φαγοπότια ρεφενέ και ταρατσάδες


Ο μπαμπάς μου λοιπόν, όπως είπα, δεν κοιμάται μεν στην ταράτσα, αλλά από πέρσι το καλοκαίρι έχει εγκαινιάσει τις βραδινές ταρατσομαζώξεις. Συνήθως έρχονται οι Καραντώνηδες, οι Ιατρίδηδες, Πατσιφάς και Καρύδης του Ικαρου, οι Βενέζηδες, ο Κόλιας ο Καββαδίας και διάφοροι άλλοι. Ο καθένας φέρνει υποχρεωτικά και το φαγητό του. Γι’ αυτό αυτά τα καλέσματα ονομάζονται σουρπράιζ πάρτι. Δηλαδή είναι ελεύθερη η είσοδος, φτάνει να κουβαλήσεις το φαγητό σου. Ετσι μου είπε η μαμά μου. Εμείς κερνάμε το κρασί. Μας στέλνουν τη Δέσποινα κι εμένα στο καρβουνιάρικο της Μοσχονησίων και αγοράζουμε ρετσίνα σε μια νταμιτζάνα. Η Δέσποινα όμως μου λέει πως δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ο μπαμπάς θέλει σώνει και καλά να κερνάει τη ρετσίνα στα καλά κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια. Πέρσι, μέσα στα σκοτάδια της ταράτσας, πάνε, έσπασαν, λέει, τα μισά. Μα αφού το ξέρει η Δέσποινα πως έτσι είναι ο μπαμπάς μου, αυτή θα τον αλλάξει; Πού και πού καταντάει κουραστική αυτή η γυναίκα. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι αυτά τα σουρπράιζ πάρτι τελειώνουν με την ανατολή του ήλιου, γιατί τη νύχτα, όπως είναι γνωστό, απαγορεύεται η κυκλοφορία. Μια-δυο φορές μάλιστα, πέρσι, όταν ξύπνησα το πρωί, βρήκα κάποιους από τους βραδινούς καλεσμένους να κοιμούνται στον καναπέ και στις πολυθρόνες του σαλονιού. Ομολογώ ότι εμένα αυτή η κατάσταση δεν με ενθουσιάζει. Ούτε αυτές οι παρέες μέσα στα σκοτάδια της ταράτσας μ’ αρέσουν, ούτε οι ξαπλαρωμένοι στους καναπέδες μας και στις πολυθρόνες μας. Ας ξαναγυρίσω όμως στη δική μου σχέση με την ταράτσα.
Πριν λοιπόν από καμιά δεκαπενταριά μέρες –οι ζέστες όλο και έσφιγγαν –είχα κατεβεί στον κήπο της Τζίνας κι εκεί κάτω από τις φιστικιές μελαγχολούσαμε γιατί ερχόταν το καλοκαίρι και πάλι θα τη βγάζαμε στην Αθήνα. Ούτε η Τζίνα θα δροσιζόταν στις κεφαλλονίτικες παραλίες ούτε εγώ στην ανεμοδαρμένη Ανδρο. Ετσι αποκαλεί η μαμά μου το αγαπημένο της νησάκι. Εχω μεγάλη λαχτάρα, να τελειώσει επιτέλους ο πόλεμος, να μπορέσω κι εγώ να πάω να γνωρίσω το νησί μας. Αμάν και πότε όμως. Και ξαφνικά μας ήρθε η φαεινή ιδέα της ταράτσας και της ηλιοθεραπείας. Κάθε πρωί λοιπόν βάζουμε τα μαγιό μας και κατεβαίνουμε κάτω στο υπόγειο της Τζίνας που υπάρχει ένα πηγάδι. Ανεβάζουμε από το πηγάδι κουβάδες με νερό και αρχίζουμε τσιρίζοντας –γιατί το νερό είναι παγωμένο –να μπουγελώνουμε η μια την άλλη. Μετά, έτσι καθώς είμαστε μουσκίδι, παίρνουμε τις πετσέτες μας και ανηφορίζουμε για την ταράτσα όπου και ξεκινά η ηλιοθεραπεία…

Από την Ανδρο στην Αθήνα… με στάσεις Μόναχο, Βιέννη, Μύκονο


Μου τηλεφώνησε από «Το Βήμα» η Λαμπρινή Κουζέλη. Ζητάει, λέει, από τους κληρονόμους διαφόρων επωνύμων να αναθυμηθούν κάποιες καλοκαιρινές διακοπές με τον μπαμπά τους ή τη μαμά τους. Από μένα προφανώς θέλει να γράψω για τον μπαμπά μου. Η ζωγράφος μαμά μου δεν υπήρξε ποτέ φίρμα. Αρα καλοκαιρινές διακοπές με τον μπαμπά μου πριν από το 1960, αφού το 1960 πέθανε. Μόλις είχε κλείσει τα 52. Για σκέψου! Σήμερα θα ήταν 107 χρονών!
Ας ξεκινήσω λοιπόν από τη δεκαετία του ’50: Αρχές Ιουλίου στην Ανδρο. Φευγαλέες εικόνες από το σπίτι μας. Ο μπαμπάς έρχεται στα πεθερικά του για καμιά βδομάδα. Τον θυμάμαι βαρύθυμο και σιωπηλό να απομονώνεται στη σοφίτα και να γράφει. Μετά τον θυμάμαι να φεύγει για την αγαπημένη του Μύκονο. Η μαμά κι εγώ πηγαίνουμε να τον συναντήσουμε πολύ αργότερα. Τον Αύγουστο. Αλλες αναμνήσεις από το ’50; Οχι. Δεν νομίζω. Α! Ναι! Το καλοκαίρι του ’57, ύστερα από δικές μου φορτικές πιέσεις, έκανα το παρθενικό μου ταξίδι στην Ευρώπη, παρέα με τον μπαμπά μου: Μόναχο – Σάλτσμπουργκ – Βιέννη. Στο Μόναχο πάμε στην Alte Pinakothek και πίνουμε παγωμένες μπίρες, στο Σάλτσμπουργκ μένω εκστατική μπροστά στα ομοιόμορφα κουκλίστικα σπιτάκια με τα ανθισμένα περβάζια, στη Βιέννη βλέπουμε την «Εύθυμη χήρα» του Λέχαρ και πάμε στο λούνα παρκ του Πράτερ. Θυμάμαι πως όταν μπαίνουμε στο Σπίτι του Τρόμου με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες και τους σκελετούς, τον μπαμπά μου τον πιάνει φόβος. Κάνει πως το διασκεδάζει αλλά γελάει νευρικά. Το διαβάζω στα μάτια του ότι φοβάται σαν να ‘ναι μικρό παιδί.
Ετσι σύντομα τελειώνω με το ’50 και οπισθοχωρώ ολοταχώς προς τη δεκαετία του ’40. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου με πλημμυρίζει ένας χείμαρρος αναμνήσεων. Στην αρχή δεν διακρίνω παρά κάποιες θραυσματικές ραγισμένες εικόνες χωρίς ειρμό. Γρήγορα όμως τα κομματάκια του παζλ βρίσκουν τη θέση τους και, ω του θαύματος, αναδύεται αιφνίδια μπροστά μου το σπίτι μας της οδού Σπάρτης 14 στην πλατεία Αγάμων, ακριβώς όπως ήταν τότε που το ζούσαμε. Εκείνη τη στιγμή δεν ξέρω γιατί, κάτι όμως μεσολαβεί κι εγώ ξαφνικά βλέπω τον εαυτό μου να κρατά μια κάμερα στο χέρι και να βιντεοσκοπεί ένα καστανόξανθο κοριτσάκι με στοχαστικά μάτια που τα σκιάζουν πυκνά ματοτσίνορα: από το προχόλ περνάει στο χολ, και μετά παίρνει τον διάδρομο και μπαίνει στην κουζίνα ρίχνοντας μια γρήγορα ματιά στη γυναίκα που στέκεται στον νεροχύτη και πλένει τα πιάτα: «Πάω, Δέσποινα, μέχρι την ταράτσα, μήπως και βρω τον Πάπανα. Εχει να φανεί από χτες. Σαν να μου φάνηκε πως άκουσα κάτι νιαουριτά» της λέει βιαστικά και μετά κοντοστέκεται για λίγο και της ψιθυρίζει με ύφος συνωμοτικό: «Μην τυχόν, κακομοίρα μου, και ξεχάσεις τη βραδινή μας στρωματσάδα, θα σε σκοτώσω».
«Αϋπνος… Αϋπνος… Αϋπνος…»


Μετά η εικόνα αναπάντεχα αρχίζει να θαμπώνει, να φλουτάρει, έτσι που δεν μπορώ πια να διακρίνω παρά κάποιες αμυδρές σκιές. Και ξαφνικά ο χώρος όλος στοιχειώνει από τον αντίλαλο μιας μελαγχολικής ανδρικής φωνής που πολύ θυμίζει το βογκητό ενός αγριμιού που έχει παγιδευτεί στα γκρέμνα απότομης χαράδρας. Στην αρχή δεν ακούω παρά κάτι λόγια, μπερδεμένα, ακατανόητα. Λίγο-λίγο όμως κατορθώνω με το ζόρι να απομονώσω μια λέξη που επαναλαμβάνεται επίμονα: «Αϋπνος… Αϋπνος… Αϋπνος…» λέει και ξαναλέει η βαριά φωνή. Και τότε με δέος αναγνωρίζω τη φωνή του μπαμπά μου. Αυτά τα συγκεχυμένα, ξεκούρδιστα λόγια που θα ‘λεγες πως ξετρυπώνουν μέσα από μια παμπάλαιη τηλεφωνική συσκευή και έρχονται και γαντζώνονται στην αναστατωμένη μου καρδιά είναι τα άυπνα λόγια του μπαμπά μου. Μέσα μου νιώθω μεγάλη ταραχή.
Και ενώ βρίσκομαι σε ψυχικό αδιέξοδο, να την πάλι η φωνή του. Αυτή τη φορά όμως είναι η άλλη φωνή του, η κοροϊδιάρα, η περιπαιχτική: «Εχω την εντύπωση, αγαπητή μου θυγατέρα», τον ακούω να μου λέει ψευτογελώντας, «πως αυτή η βιντεοσκόπηση του παρελθόντος, παρατράβηξε. Να το πετάξεις πια αυτό το σατανικό μηχάνημα. Ακούς; Φτάνει πια!».
Και μετά ήρθε η Απελευθέρωση και μαζί πήρε τέλος και η εποχή της πλατείας Αγάμων με τις στρωματσάδες και τα ταρατσομαζώματα κάτω από την αστροφεγγιά. Δύο χρόνια αργότερα, το 1946, το κοριτσάκι που λέγαμε, γνώρισε επιτέλους και αγάπησε παράφορα το νησί της μαμάς του, την Ανδρο, χωρίς να ξέρει όμως ότι εκεί θα την περίμεναν τελείως διαφορετικά καλοκαίρια. Βέβαια το καλοκαίρι του ’46 ήταν ακόμα μια άγουρη κοπελίτσα. Δεν θα αργούσε όμως να ‘ρθει η ώρα που θα έμπαινε κι αυτή ανύποπτη στον γοητευτικό αλλά και περίπλοκο κόσμο της εφηβείας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ