Μήνυμα αδιαλλαξίας από τους Ρεπουμπλικανούς

Νέου «περιεχομένου» μήνυμα στον κόσμο φιλοδοξεί να στείλει η αμερικανική Βουλή και η Γερουσία που ορκίστηκαν την περασμένη Τρίτη 6 Ιανουαρίου

Νέου «περιεχομένου» μήνυμα στον κόσμο φιλοδοξεί να στείλει η αμερικανική Βουλή και η Γερουσία που ορκίστηκαν την περασμένη Τρίτη 6 Ιανουαρίου. Μήνυμα που «θα πιστοποιεί» την ισχύ της Αμερικής στη βάση μιας «πολιτικής κατεύθυνσης η οποία θα εξασφαλίζει τα συμφέροντά» της, μας προειδοποιεί ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μπομπ Κόρκερ, ο οποίος αναλαμβάνει πρόεδρος της Eπιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων διαδεχόμενος τον Δημοκρατικό Ρόμπερτ Μενέντεζ. Η νομοθετική εξουσία της Αμερικής θέλει τις Ηνωμένες Πολιτείες να «επανακτήσουν» τον ρόλο τους στον κόσμο, μας λέει ο γερουσιαστής Κόρκερ. Θα το επιχειρήσει και τυπικά έχει τις δυνατότητες.
Για πρώτη φορά από το 2006 και τα δύο νομοθετικά σώματα ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικανούς και μάλιστα από τα ακραία στοιχεία τους τα οποία ανέδειξαν οι εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου. Τώρα έχουν τη δύναμη να ανατρέψουν τα όσα πραγματοποίησε η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα στα έξι χρόνια εξουσίας και να αδρανοποιήσουν κάθε προεδρική πρωτοβουλία, λ.χ. την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων των ΗΠΑ με την Κούβα. Μπορούν να ζητήσουν αναθεώρηση νόμων και συμβάσεων τις οποίες έχουν ήδη χαρακτηρίσει «κατάχρηση εξουσίας» είτε «αντισυνταγματικές», λ.χ. τις περικοπές των στρατιωτικών κονδυλίων, τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν, τη συνέχιση της διαστημικής συνεργασίας των ΗΠΑ με τη Ρωσία κ.τ.λ. Εχουν λόγο αλλά και την αριθμητική δύναμη να «περιστείλουν το εκτελεστικό δικαίωμα» του προέδρου να επιλέγει νέους ομοσπονδιακούς δικαστές, υπουργούς, πρεσβευτές, ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους κ.ά.
Ο Μιτς Μακόνελ, ο ηγέτης της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, θα διαμορφώνει τις ατζέντες του σώματος και τη διαδικασία των συζητήσεων σε προτάσεις του Λευκού Οίκου με δυνατότητα να «παραπέμπει σε ευθετότερο χρόνο» τη λήψη αποφάσεων τις οποίες δεν θα ήθελε η Ρεπουμπλικανική πλειοψηφία. Μόνο βέτο στις αποφάσεις του προέδρου δεν μπορούν να θέσουν επειδή δεν ελέγχουν τα δύο τρίτα της Βουλής. Εχουν μόνο 243 έδρες – τη μεγαλύτερη Ρεπουμπλικανική πλειοψηφία από το 1946. Την περασμένη Κυριακή ο γερουσιαστής Ραντ Πόουλ, μιλώντας στην τηλεόραση του Κεντάκι, «ενημέρωσε» (sic) τον πρόεδρο Ομπάμα και τη Χίλαρι Κλίντον – πιθανή προεδρική υποψήφια των Δημοκρατικών – ότι η διεθνής πολιτική «τους» έχει αποτύχει αλλά (ευτυχώς) «η Ρεπουμπλικανική Αμερική» θα αποκαταστήσει την «ισχύ, τα συμφέροντα και το διεθνές κύρος της».
Από τον Τζον Μακ Κέιν, τον εκφραστή της πιο «σκληρής» εξωτερικής πολιτικής και προαλειφόμενο πρόεδρο της Επιτροπής Αμυνας της Γερουσίας, θα ακούσουμε σκληρές εκφράσεις για τη Ρωσία και το διάγραμμα μιας εξωτερικής πολιτικής η οποία θα στηρίζεται στο μιλιταριστικό «πιστεύω» των «γερακιών» του σώματος. Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν ήδη υιοθετήσει, όπως ανακοίνωσαν πρόσφατα, τα πορίσματα μελέτης του Ινστιτούτου Χούβερ τα οποία οδηγούν σε μια εξωτερική πολιτική «πιο φιλική σε φίλους των ΗΠΑ (Βρετανία, Ευρώπη, Ισραήλ) και λιγότερο ανεκτική στους εχθρούς και αντιπάλους τους (Ιράν, Ρωσία)». Στην «πιο ήπια εκδοχή», λέει ο καθηγητής Κρις Αρτερτον του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσιγκτον, η Ρεπουμπλικανική Γερουσία θα ασκεί συνεχή πίεση στον πρόεδρο Ομπάμα «να ακολουθήσει πιο επιθετική πολιτική έναντι της Ρωσίας, της Κίνας, του Ιράν κ.τ.λ.».

Δεν είναι διόλου βέβαιον ότι θα έχει ουσιαστικά αποτελέσματα μια τέτοια πολιτική. Ο πρόεδρος Ομπάμα, με την υποστήριξη των Δημοκρατικών στα δύο σώματα, στα δύο ακόμη χρόνια της θητείας του έχει ως έναν βαθμό τις συνταγματικές και τις πολιτικές δυνατότητες να αναχαιτίσει τις ακραίες προτάσεις της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας – μάλιστα μπορεί να επιρρίψει σε αυτήν ενδεχόμενες ακυρώσεις ή καθυστερήσεις στην εφαρμογή αποφάσεών του ή σε ανατροπή νομοθετημάτων του.

Με το βλέμμα στις προεδρικές του 2016
Ενα σημαντικό πρόβλημα των Ρεπουμπλικανών είναι ότι οι σκέψεις, η πολιτική και η τακτική τους «βλέπουν» τις προεδρικές εκλογές του 2016. Με τη στάση τους στο Κογκρέσο θα πρέπει να αποδείξουν στον αμερικανικό λαό ότι δεν είναι «αρνητικοί σε όλα», ότι, αντίθετα, ξέρουν να «λειτουργήσουν ένα κράτος». Δεν συμμερίζονται αυτή την άποψη όλοι. Ενας αξιόλογος αριθμός γερουσιαστών και η πλειονότητα των βουλευτών τους υποστηρίζουν ότι πρέπει να ακολουθήσουν την τακτική των ακραίων θέσεων επειδή οι εκλογές του Νοεμβρίου έδειξαν ότι αυτή κυριάρχησε – ακόμη και στα «φρούρια» των Δημοκρατικών (Πολιτείες Μέριλαντ και Μασαχουσέτη) πλειοψήφησαν Ρεπουμπλικανοί.
Υπάρχει και πρόβλημα υποψηφίου τους για τις προεδρικές εκλογές. Ο Μιτς Μακ Κόνελ, επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, και ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Τζον Μπένερ προετοιμάζουν από καιρό τους κομματικούς μηχανισμούς τους για να τους εξασφαλίσουν το χρίσμα – εφόσον, τελικά, αποφασίσουν να διεκδικήσουν τον Λευκό Οίκο. Αυτό, πέραν των άλλων, τους δημιουργεί αφενός κάποια απόσταση από τους «ακραίους» του κόμματος αλλά ταυτόχρονα τους εξασφαλίζει την υποστήριξη, αν όχι των Δημοκρατικών ψηφοφόρων, πάντως της πλειονότητας των Ανεξαρτήτων. Στις εκλογές του Νοεμβρίου συγκέντρωσαν το 5,7% του εκλογικού σώματος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk